Είναι ανάγκη μέσα από την αξιοποίηση ντόπιων ποδοσφαιριστών, να βγάλουμε σιγά-σιγά και ένα σεβαστό αριθμό πορτιέρο 1ης γραμμής
Μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του '90 τα δοκάρια των κυπριακών ομάδων υπεράσπιζαν Κύπριοι τερματοφύλακες. Και είχαμε πολλούς καλούς. Και στα '60ς και στα '70ς και στα '80ς και στα '90ς. Όσο είχαμε μέχρι δύο ή και τρεις ξένους, οι αλλοδαποί ήταν λίγοι και κυρίως τους επέλεγαν μικρομεσαίες ομάδες. Η τάση για απόκτηση ξένου τερματοφύλακα άρχισε να φαίνεται στις 3-4 περιόδους των τεσσάρων ανά ομάδα παικτών από το εξωτερικό.
Η αύξηση των αλλοδαπών παικτών στα μέσα της περασμένης δεκαετίας άλλαξε εντελώς το τοπίο. Οι Κύπριοι βασικοί τερματοφύλακες μειώθηκαν δραστικά. Η τεράστια συμβολή πρώτα του Μπεκιάι και αμέσως μετά του Χιώτη στις πρώτες προκρίσεις ομάδων μας σε ομίλους Τσάμπιονς Λιγκ κι ο αυξανόμενος ανταγωνισμός ανέβασαν τα στάνταρ.
Η θέση του τερματοφύλακα έχει πλέον πιο πολλές απαιτήσεις (παγκοσμίως), τα προσόντα του πρέπει να είναι περισσότερα και πιο ποιοτικά. Αν αρχικά οι ομάδες μας είχαν ως 2ο τερματοφύλακα Κύπριο, από ένα σημείο και μετά επέλεγαν θα φέρνουν ξένο, σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις (κυρίως μεγαλύτερες ομάδες) εξίσου καλού επιπέδου με τον βασικό τους.
Έτσι, αν γενικά οι Κύπριοι παίκτες ήταν σπάνιο είδος για μπόλικα χρόνια, οι ντόπιοι πορτιέρο ήταν είδος προς εξαφάνιση. Θυμίζουμε λίγο Αγγλία, που πέρα από τον Χαρτ, γιοκ από Άγγλους. Ουσιαστικά όλα αυτά τα χρόνια εδώ επιβίωσε ο Γεωργαλλίδης, ενώ είχαμε σποραδικές και μάλλον προσωρινές παρουσίες ορισμένων άλλων δικών μας παιδιών κάτω από τα δοκάρια. Είναι χαρακτηριστικό ότι φέτος στο πρωτάθλημα, μέχρι και την 29η αγωνιστική, έπαιξαν μόλις 9 τερματοφύλακες.
Ποσοτικά, όλοι μαζί αγωνίστηκαν 4.472 λεπτά, μόλις το 14% του συνολικού χρόνου συμμετοχής, όλων των τερματοφυλάκων κάτω από τα δοκάρια. Είναι χαμηλό το ποσοστό και παράλληλα πρέπει να λάβουμε ακόμη κάποια δεδομένα, τα οποία το ανέβασαν εκεί. Οι Κίττος (Αγία Νάπα), Χατηφραγκίσκου (Δόξα) και Γεωργαλλίδης έπαιξαν σε ένα σημαντικό αριθμό αγώνων (12, 12 και 11 αντίστοιχα). Κανένας δεν ήταν βασικός στην αρχή της σεζόν. Ο Παναγή έχει 4 συμμετοχές και τώρα μονιμοποιείται.
Ο Τζιακουρής του Οθέλλου έπαιξε τρεις φορές, όταν απουσίαζε με τιμωρία ο Ρόιν. Ο Λοΐζου του Εθνικού αγωνίστηκε στο μεσοδιάστημα της φυγής Κουντούλ και καθόδου Βαλβέρδε σε δύο αγώνες και στον τελευταίο μικρής σημασίας αγώνα των πλέι-οφ. Οι Στυλιανού και Χρυσοστόμου έπαιξαν τέσσερα και δύο 90λεπτα αντίστοιχα, αλλά πρέπει να σημειώσουμε ότι πήραν χρόνο συμμετοχής στο πρωτάθλημα, ουσιαστικά μετά την αποχώρηση του Μπογκαντίνοφ. Η Εθνική έχει βέβαια το πιο μεγάλο πρόβλημα.
Φυσικά η θέση είναι ιδιάζουσα. Ένας παίκτης παίζει κάτω από τα δοκάρια και πρέπει να είναι πολύ καλός, άρα και οι επιλογές γίνονται με άλλα κριτήρια από ό,τι για ένα μέσο, ένα αμυντικό, έναν ακραίο. Από την άλλη, είναι καλό για το ποδόσφαιρό μας, μέσα από την ανάγκη αξιποίησης ντόπιων ποδοσφαιριστών, να βγάλουμε σιγά-σιγά και έναν αριθμό καλών τερματοφυλάκων, που να μπορούν να αγωνίζονται σταθερά, να έχουν διάρκεια και να αποτελέσουν καλό «προϊόν» στο ντόπιο μετεγγραφικό παζάρι.
Ο Κωνσταντίνος Παναγή είναι αυτή τη στιγμή η καλύτερη περίπτωση, πολύ καλά λόγια ακούγονται για τον έτερο νεαρό που βγήκε από τις ακαδημίες του Ολυμπιακού, τον Χριστοδούλου (δοκιμάζεται στον ΑΠΟΕΛ).
Σίγουρα υπάρχουν και άλλες ελπιδοφόρες περιπτώσεις, φτάνει να τύχουν της απαραίτητης προσοχής και εμπιστοσύνης. Όσο ταλέντο και αν έχει ένας νεαρός, ειδικά τερματοφύλακας, δεν θα το δείξει ποτέ.




