Η βία στα γήπεδα είναι κάτι που ανέκαθεν προβλημάτιζε και προβληματίζει τους υγιώς σκεπτόμενους φιλάθλους, τους παράγοντες που διοικούν τις ομάδες και όσους βρίσκονται κοντά στο άθλημα. Είναι αποδεδειγμένο, όμως, ότι αυτό το φαινόμενο δεν μπορεί να παταχθεί με ημίμετρα και λόγια. Χρειάζεται συγκεκριμένη μεθοδολογία, που να εδράζεται σε διαδικασίες που αποδεδειγμένα αποδίδουν και συμβάλλουν στη βελτίωση της κατάστασης.

Ένας λόγος που δεν βλέπουμε σταθερή βελτίωση στη μικρή Κύπρο είναι και η έλλειψη συνεργασίας όλων των αρμοδίων και όλων όσοι ασχολούνται με το ποδόσφαιρο. Βλέπουμε σε πολλές χώρες, όπου στο παρελθόν η βία στα γήπεδα ήταν μάστιγα, με συγκεκριμένα μέτρα και φυσικά με τη συνεργασία όλων η κατάσταση να έχει βελτιωθεί. Εμείς δεν μπορέσαμε ούτε και στον τομέα της αντιγραφής καλών και αποτελεσματικών μοντέλων αντιμετώπισης της βίας να πετύχουμε.

Το σύστημά μας δεν στάθηκε ικανό να κάνει πράξη όσα άλλες χώρες έκαναν και έλυσαν σε μεγάλο βαθμό το πρόβλημά τους. Και ο λόγος είναι απλός: Διότι εδώ δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ το τέρας της βίας με αποφασιστικότητα, σαν ένα τεράστιο πρόβλημα. Υπήρξε μια επιπόλαια διαχείριση, που επέτρεπε και επιτρέπει στους χούλιγκαν των γηπέδων να αλωνίζουν. Ακόμη, ούτε αυτά τα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης που μπήκαν στα γήπεδα αξιοποιήθηκαν πλήρως, πλην του πρόσφατου αγώνα ΑΕΛ-ΑΠΟΕΛ στο Τσίρειο, όπου συνελήφθησαν πολλοί φίλοι της λευκωσιάτικης ομάδας, ή και κάποιων άλλων αγώνων.

Για να γίνει μια νέα αρχή, όλοι πρέπει να αντιληφθούν ότι η μέχρι σήμερα ανοχή πρέπει να δώσει τη θέση της στην αυστηρότητα, χωρίς εξαιρέσεις. Και ίσως, αν υπήρχε ένας αθλητικός εισαγγελέας που θα εκδίκαζε αμέσως τις υποθέσεις και καταδίκαζε τους παραπτωματίες, τα πράγματα να βελτιωνόντουσαν.

Ειδικότερα, όμως, πρέπει να υπάρξει από όλα τα Σώματα συνεργασία, προκειμένου να μπορέσουν να περιορίσουν το φαινόμενο της βίας στον μέγιστο βαθμό.