Είναι κατανοητή η προσπάθεια όλων των ομάδων -και κυρίως των μεγάλων- να κάνουν επιπρόσθετες μετεγγραφές για να καλύψουν κενά που εντόπισαν στο πρώτο μισό του πρωταθλήματος. Αυτές τις τελευταίες ημέρες ήταν πολύ έντονη η μετεγγραφολογία, με πολλά ξένα ονόματα να πηγαίνουν και να έρχονται. Η πάροδος των επόμενων αγωνιστικών θα δείξει εάν και πόσο επιτυχημένες είναι οι μετεγγραφές που έγιναν. Ωστόσο, οι πραγματικά καλές μετεγγραφές για τις ομάδες μας είναι αυτές που προέρχονται από τα δικά τους σπλάχνα, από τις Ακαδημίες τους.
Η προώθηση νέων Κυπρίων παικτών αποτελεί, πραγματικά, κορυφαία προτεραιότητα για το ποδόσφαιρό μας. Πρώτα-πρώτα είναι μια επένδυση και στο μέλλον της Εθνικής μας, αλλά πρωτίστως είναι προς το συμφέρον των ίδιων των ομάδων, για οικονομικούς και όχι μόνο λόγους.
Είδαμε την ομάδα του ΑΠΟΕΛ να χρησιμοποιεί στον επαναληπτικό αγώνα κυπέλλου κατά του Ολυμπιακού αρκετά νέα παιδιά, που έτρεξαν πάρα πολύ, όργωσαν το γήπεδο και διακρίθηκαν. Δεν είχαν τίποτε να ζηλέψουν από άλλους ακριβοπληρωμένους ξένους παίκτες, που έρχονται εδώ με πολύ μεγάλα συμβόλαια, τα οποία, βέβαια, ελάχιστοι τιμούν.
Σε εποχή πολύ μεγάλης οικονομικής κρίσης, που οι προϋπολογισμοί μειώνονται και οι πηγές των χορηγών ολοένα και κλείνουν, είναι καθήκον όλων των διοικήσεων των ομάδων να δώσουν βάρος στις Ακαδημίες τους και να δουλέψουν με πρόγραμμα και όραμα, για να βγάλουν δικούς τους παίκτες. Μόνον αυτή η τακτική θα είναι μακροπρόθεσμα σωτήρια για τις ομάδες.
Οι ξένοι παίκτες θα υπάρχουν βέβαια στα ρόστερ, αλλά όχι στον βαθμό που βλέπουμε σήμερα, με μια ενδεκάδα πολλές φορές αμιγώς με ξένα ονόματα. Αυτή δεν είναι ορθολογιστική προσέγγιση, που μπορεί να δικαιολογηθεί μέσα στις συνθήκες που βιώνουμε σήμερα ως κυπριακή οικονομία. Το πραγματικά καλό ξένο δυναμικό πρέπει να είναι σιγά-σιγά το συμπλήρωμα που θα κάνει τη διαφορά σε μια ομάδα και όχι η κυρίαρχη τάση. Όσοι δουλέψουν προς αυτήν την κατεύθυνση με υπομονή και πρόγραμμα, θα κτίσουν σωστά το μέλλον τους.




