Έβλεπα προχθές τον πρώτο ημιτελικό αγώνα για το Capital Cup μεταξύ της Τότεναμ και της Σέφιλντ Γιουνάιτεντ. Αν και ο αγώνας διεξήχθη στο Γ. Χ. Λέιν, έδρα των «Σπιρουνιών», δύσκολα μπορούσες να ξεχωρίσεις ποια ήταν η ομάδα της Πρέμιερ Λιγκ και ποια της Λιγκ 1 ή αν κάποια από τις δύο ομάδες αγωνίζεται σε άλλη κατηγορία.

Η ιστορική ομάδα του νοτίου Γιορκσάιρ ήταν τουλάχιστον ισάξια της μεγάλου αντιπάλου της στον αγωνιστικό χώρο και θα μπορούσε κάλλιστα όχι μόνο να μη χάσει, αλλά και να φύγει νικήτρια από το Λέιν.

Το στενό, δε, 1-0, της δίνει αρκετές ελπίδες πρόκρισης, δεδομένου ότι στη διοργάνωση του Λιγκ Καπ δεν ισχύει ο… βλακώδης κανονισμός τού εκτός έδρας γκολ. Έτσι, ακόμα κι αν δεχθούν γκολ οι Blades, μπορούν, με δύο γκολ, να στείλουν το ματς στην παράταση και εκεί να διεκδικήσουν ώς το τέλος την πρόκριση.

Μέσα στο φλεγόμενο Bramall Lane, με 32 χιλιάδες στο πλευρό της, η ομάδα του Ν. Κλαφ έχει τις δυνατότητες να κάνει την έκπληξη, και να βρεθεί σ’ έναν τελικό κυπέλλου για πρώτη φορά μετά το 1936 (ήταν τελικός FA Cup) και να διεκδικήσει κάποιο τρόπαιο έπειτα από 90 ολόκληρα χρόνια (τελευταίος τίτλος ήταν το κύπελλο του 1925).

Ο προχθεσινός αγώνας, ανεξαρτήτως της έκβασης του επαναληπτικού, είναι ακόμη μια επιβεβαίωση της μοναδικότητας του αγγλικού ποδοσφαίρου, όπου όλοι μπορούν να κερδίσουν και να χάσουν απ’ όλους, ανεξαρτήτως ονόματος, δύναμης, εκτοπίσματος, ή αίγλης.

Είναι αυτή η, λίγο πολύ, ανεξήγητη ισοσθένεια των δυνάμεων που πηγάζει από τα βάθη της ιστορίας, γιατί η ποδοσφαιρική περηφάνια των Βρετανών είναι τέτοια, που μπορεί να υποδαυλίσει ακόμη και τη νίκη πάνω στο ανέλπιστο. Και, γιατί, σ’ αυτήν την ποδοσφαιρική ιστορία που κρατά 150 χρόνια, όλοι σχεδόν έχουν μια δόξα για να θυμούνται…

Μιχάλης Παπαδόπουλος