Είναι μια προσφιλής, ανά την υφήλιο, πρακτική. Όμως στην Κύπρο ασκείται καθ’ υπερβολήν και με καθ’ έξιν αμετροέπεια… Έπειτα από μια κακή αγωνιστική πορεία ή μερικά ανεπιτυχή αποτελέσματα, το μάρμαρο το πληρώνει πάντα ο προπονητής, ποτέ οι ποδοσφαιριστές και πάρα πολύ σπάνια οι διοικήσεις.
Αυτό είναι ο άγραφος… χρυσούς κανών του ποδοσφαίρου, που ξορκίζει, χωρίς πολλά, το φάντασμα της ευθύνης -ατομικής και συλλογικής- από εκείνους στους οποίους αυτή επιμερίζεται αναπόφευκτα και αναπαλλοτρίωτα.
Ο Χριστάκης Χριστοφόρου, ο τέως πλέον προπονητής του Απόλλωνα, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση, μάλλον αποτελεί την πιο εκκωφαντική επιβεβαίωση του κανόνα.
Και είναι εκκωφαντική, γιατί ο Κύπριος τεχνικός συγκέντρωνε όλα τα στοιχεία που θα αφόπλιζαν οιαδήποτε διοίκηση από το να σκεφτεί και να αποφασίσει τον «αποκεφαλισμό» του:
Δεδομένη και σταθερή αγωνιστική επιτυχία, αποδεδειγμένη αγωνιστική ποιότητα, παραμονή στους στόχους και τις επιδιώξεις της ομάδας.
Δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει ότι ο Χρ. Χριστοφόρου έβγαλε τον σύλλογο της Λεμεσού από την παρατεταμένη ποδοσφαιρική… αφάνεια, ξαναβάζοντάς τον στον δρόμο των επιτυχιών και της καταξίωσης. Και κανείς δεν πρέπει να παραθεωρεί ότι, όταν ανέλαβε τα ηνία της τεχνικής ηγεσίας, η ιστορική ομάδα βούλιαζε στην κινούμενη άμμο πάμπολλων προβλημάτων, χωρίς βάσιμες προοπτικές ανάκαμψης.
Ούτε πρέπει να ξεχνάει ότι, ο Απόλλωνας, μετά τη «χρυσή εποχή» Φέρνερ, ερχόταν στο προσκήνιο πάντα περιστασιακά, ως διάττοντας αστέρας, και μετά εξαφανιζόταν, ονειρευόμενος, κάθε χρόνο, εις μάτην, την ακτινοβόλα επιστροφή του.
Αυτό ακριβώς είναι που κατάφερε να αλλάξει ο Χριστάκης: Να βάλει την ομάδα σε μια σταθερή πορεία ανταγωνιστικότητας και προόδου, βασισμένη πάνω σε σταθερά θεμέλια, διασφαλίζοντας ότι οι επιτυχίες της δεν θα μετατρέπονταν, με το πλήρωμα κάθε αγωνιστικής σεζόν, στη χρυσή ανάμνηση του χθες.
Και έφυγε, αφήνοντας στη μέση αυτή την προσπάθεια, με αδιάγνωστο, πλέον, το μέλλον της.
Μιχάλης Παπαδόπουλος
Τα ακίνητα της εβδομάδας




