ΒΡΑΖΙΛΙΑΝΙΚΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ: ΕΝΑ ΕΘΝΟΣΗΜΟ ΠΟΥ ΞΕΘΩΡΙΑΖΕΙ;

Οι Βραζιλιάνοι περίμεναν, πώς και πώς, το φετινό Μουντιάλ, για να εξορκίσουν, σαν σ’ ένα τελετουργικό εθνικής εξιλαστήριας κάθαρσης, το Maracanazo του 1950.

Η ήττα της ανίκητης τότε Βραζιλίας των μεγάλων Σιζίνιο, Αντεμίρ, Ζαΐρ, Φριάκα, μέσα στον ίδιο τον ναό του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου, αποτέλεσε κάτι πολύ περισσότερο από μιαν απλή αθλητική αποτυχία.

Κατά κάποιον τρόπο, θα μπορούσε να πει κανείς πως το εξόρκισαν, όχι όμως ξεπλένοντας την ντροπή, αλλά με μια καταισχύνη ακόμη μεγαλύτερη. Το Mineirazo και η πανωλεθρία από τη Γερμανία (ιλαροτραγική σύμπτωση: την ίδια ημέρα που η Βραζιλία το 1950 συνέθλιβε τη Σουηδία με 7-1!) αποτελούν ένα ασύλληπτα μεγαλύτερο όνειδος. Γιατί ανάμεσα στις δύο μεγάλες αποφράδες ημέρες του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου μεσολάβησαν πολλά, περίπου… εσχατολογικής εμβέλειας, γεγονότα, ενώ, στις δύο περιπτώσεις, η ιστορία γράφτηκε πάνω σε εντελώς διαφορετικές προϋποθέσεις:

Τι έγινε, ακριβώς, το 1950; Η απάντηση μπορεί να συνοψιστεί σε μιαν αφοπλιστικά απλή διατύπωση, όπως το δεύτερο γκολ του Γκίζια, που έστειλε στην κόλαση τη Βραζιλία: Ο ηρωισμός των Ουρουγουανών νίκησε την ανωτερότητα και την υπεροψία των Βραζιλιάνων.

Έτσι, γράφτηκε αυτό που ιδιοφυώς (ως μεταφορά) χαρακτηρίστηκε ως η «Χιροσίμα της Βραζιλίας». Μια ήττα, συνώνυμη μιας ανυπέρβλητης εθνικής καταστροφής.

Η κατάρρευση ενός μύθου;

Τι έγινε ακριβώς το βράδυ της περασμένης Τρίτης στο Μπέλο Οριζόντε; Πάλιν η απλότητα μπορεί να συνοψίσει το δράμα που εκτυλίχθηκε στο Estadio Mineirao:

Η σοβαρότητα, η οργάνωση και η τακτική ανωτερότητα της γερμανικής ομάδας ξεγύμνωσε το αξιοθρήνητο βραζιλιάνικο φάντασμα, που συνέλαβε, με τους ανεξόρκιστους δαίμονες των εμμονών του, ο Λουίζ Φελίπε Σκολάρι.

Και τι μεσολάβησε ανάμεσα στις δύο αποφράδες ημέρες; Ολόκληρος ο μύθος του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου, ο μύθος του Jogo bonito (του όμορφου παιχνιδιού), του Πελέ και του Γκαρίντσα, της μεγάλης Βραζιλίας του ’70 και της εξίσου μεγάλης Βραζιλίας του ’82, το ποδόσφαιρο ως τρόπος ζωής και ως έκφραση μιας περιούσιας καλλιτεχνικής φύσης, η βαθιά, παγκόσμια πεποίθηση ότι όταν νικιέται η Βραζιλία, χάνει το ίδιο το ποδόσφαιρο.

Όλα αυτά, λοιπόν, το βράδυ της Τρίτης, αν δεν κατέρρευσαν ολοσχερώς, ταρακουνήθηκαν τόσο πολύ, που ανάμεσα στις ρωγμές αναδύθηκε, με μιαν ανατριχιαστική γυμνότητα, ο περισπασμός του πόνου, της θλίψης και της αγωνίας για το παρόν και το μέλλον του ποδοσφαίρου στη χώρα που λατρεύεται περίπου σαν θεότητα.

Σε ποδοσφαιρικούς όρους, ο σεισμός του Μπέλο Οριζόντε - γιατί περί σεισμού πρόκειται, οι δονήσεις του οποίου έχουν ήδη σκεπάσει τον μεγαλοπρεπή θόρυβο του αποψινού τελικού - συγκρίνεται μόνον με την ιστορική ήττα της Αγγλίας το 1953 στο Γουέμπλεϊ, από τη μεγάλη Ουγγαρία του Πούσκας, με 6-3.

Εκείνος ο τεκτονικός μετατοπισμός του παγκόσμιου ποδοσφαίρου ήταν τόσο ισχυρός, που άλλαξε, ανεπίστρεπτα, τη γεωγραφία και τους δρόμους του αθλήματος.

Ίσως, μάλιστα, να πρόκειται για την πιο συνταρακτική δόνηση στην ιστορία όλων των σπορ, μια τομή που χωρίζει, όπως εκείνη του ’53, την ποδοσφαιρική ιστορία στα δύο… Και η κραυγή, «Ποτέ ξανά Βραζιλία μου», που σκέπασε τον ουρανό του Μαρακανά το καλοκαίρι του 1950, φαίνεται πως θα συνεχίσει να συνοδεύει για πάντα, μέσα στη σπαρακτική δόνησή της, το ξέφρενο τραγούδι της σάμπας…