"Τα όνειρα δεν έχουν… ταβάνι". Με αυτό τον τρόπο προσεγγίζει το επικείμενο Μουντιάλ και τις υποχρεώσεις της Εθνικής Ελλάδας στα γήπεδα της Βραζιλίας, ο εθνικός εκλέκτορας Φερνάντο Σάντος.

Και πώς, άλλωστε, να έχουν σ’ ένα παγκόσμιο κύπελλο, τα όνειρα ταβάνι, όπου οροφή είναι ο ουρανός και το παιγνίδι της δόξας ανοικτό για τον καθένα;

Βεβαίως, για να κάνεις όνειρα, κυρίως το… βράδυ, χρειάζεσαι και έναν ικανοποιητικό βαθμό ημερήσιας υγείας, που ακόμη και ο Φ. Σάντος και οι ποδοσφαιριστές του, το διαθέτουν.

Είναι αυτό ακριβώς το δικαίωμα που οδήγησε το προπερασμένο Σάββατο τον Ντιέγκο Σιμεόνε και την Ατλέτικο, μερικά δευτερόλεπτα πριν από τον απόλυτο θρίαμβο, αλλά και τη Ρεάλ να παλέψει ως την τελευταία στιγμή, με την ύστατη ικμάδα θέλησης και σθένους, για να δικαιωθεί στο τέλος.

Είναι αυτό το δικαίωμα, όμως, που δεν έχουν εμείς, καταρρέοντες, τραγικοί και αξιοθρήνητοι μέσα στην ασύνορη ηλιθιότητά μας.

Χθες, διαδραματίστηκε ακόμη ένα επεισόδιο - πιθανόν όχι το τελευταίο - της κακόγουστης φαρσοκωμωδίας που ονομάζεται κυπριακό ποδόσφαιρο ή ακριβέστερα κυπριακό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου. Ήθελα να ήξερα, αν χθες είχαν τη δύναμη κάποιοι να χαρούν και κάποιοι να κλάψουν, αν υπάρχουν κάποιοι που θεωρούσαν τους εαυτούς τους νικητές και κάποιοι άλλοι τους εαυτούς τους ηττημένους.

Και επειδή ήμουν σίγουρος πως, ναι, κάποιοι θα χρησιμοποιούσαν το καταγέλαστο φιάσκο του Αντώνης Παπαδόπουλος ως ένα εφαλτήριο δικαίωσης, είπα ας τελειώνω πια μ’ αυτήν τη φαρσοκωμωδία. Και ας μείνει η αγάπη μου για το ποδόσφαιρο (το κυπριακό εννοώ), η ανάμνηση ενός πολύτιμου πράγματος που κάποιοι αχρείοι το σκότωσαν. Θα ήταν προτιμότερη η γλυκιά πραότητα τούτου του πένθους, από τον ελλέβορο της αηδίας και της οργής.

Μιχάλης Παπαδόπουλος