Εδώ και δύο τουλάχιστον δεκαετίες, όταν όλες οι μεγάλες ομάδες, ή τουλάχιστον αυτές που έχουν τους περισσότερους οπαδούς, απέκτησαν περισσότερη στήριξη ή και αποδέχτηκαν τα οργανωμένα τους σύνολα, άρχισε και η μεγάλη συζήτηση για το περιβόητο θέμα της βίας μέσα και έξω από τα γήπεδά μας.
Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι -πριν οργανωθούν οι Πορτοκαλί, η Θύρα 9, οι Μαχητές, η Θύρα 3 και η Θύρα 1- δεν υπήρχαν επεισόδια ή βία στα γήπεδα.
Ήταν όμως πολύ διαφορετικά τα πράγματα, σε ό,τι αφορά την αντίληψη που είχε ο κόσμος για τα ντέρμπι και την ψυχολογία με την οποία πήγαινε αλλά και έφευγε από τα γήπεδα.
Σε κάθε μεγάλο ντέρμπι, κυρίως τοπικού χαρακτήρα, ήταν σύνηθες φαινόμενο στο ίδιο αυτοκίνητο να βρισκόντουσαν οπαδοί αντίπαλων ομάδων που χώριζαν για να κατευθυνθούν στις εξέδρες που τους αναλογούσαν, αλλά έσμιγαν και πάλι για να επιστρέψουν στο σπιτικό τους με τα ανάλογα πειράγματα να βρίσκονται σε ημερήσια διάταξη και ήταν φυσιολογικό, κυρίως αν το ντέρμπι έβγαζε νικητή…
Αυτός ήταν και ένας σημαντικός λόγος, ίσως ο πιο σημαντικός από όλους, στο να μη προκαλούνται επεισόδια, τουλάχιστον στα μεταξύ Ομόνοιας - ΑΠΟΕΛ και ΑΕΛ - Απόλλωνα ντέρμπι.
Και είχαμε να το λέμε και να το παινευόμαστε, ότι σε αντίθεση με το τι συνέβαινε σε αντίστοιχα ντέρμπι στην Ελλάδα ή και σε πολλές άλλες χώρες στην Ευρώπη, εδώ τα τοπικά ντέρμπι είναι μια γιορτή, με έντονο φανατισμό μεν, χωρίς επεισόδια δε.
Δυστυχώς, αυτή η εικόνα άλλαξε και μάλιστα με δραματικό τρόπο.
Στην αρχή, κάναμε αναφορά για σύγκρουση πόλεων και εκεί εστιάζαμε το πρόβλημα.
Θυμάμαι έντονα ότι, ακόμη και σε σχολικούς αγώνες που συμμετείχαν από Λεμεσό και Λευκωσία αθλητές, υπήρχε έντονο το στοιχείο της αντιπαράθεσης και της βίαιης συμπεριφοράς.
Αυτό, μεταφέρθηκε και στα τοπικά ντέρμπι και από τη στιγμή που άλλαξε ο διαχωρισμός των οπαδών στο ΓΣΠ, έγινε πολύ πιο έντονο το στοιχείο και γίναμε μάρτυρες φοβερών επεισοδίων, κάτι που κανείς μας δεν θα πίστευε αν του το έλεγαν ότι θα το ζήσει στη δεκαετία του '80, ακόμη και του '90.
Δεν επιρρίπτω ευθύνη μόνο στη δημιουργία των οργανωμένων, γιατί αυτοί γεννήθηκαν και θέριεψαν με τις ευλογίες ουσιαστικά και των τότε διοικούντων ή και των διαδόχων τους, όμως αυτό ασφαλώς και επηρέασε και επηρεάζει περισσότερο, όσο περνά ο χρόνος, την ψυχολογία και κυρίως την αντίδρασή τους μέσα και έξω από τα γήπεδα.
Γράφτηκαν και ειπώθηκαν πολλά γι΄ αυτό το γεγονός, αλλά και το κεφάλαιο βία γενικότερα.
Είπαν τις απόψεις τους οι εκάστοτε κρατούντες, η Αστυνομία, η Ομοσπονδία, τα σωματεία, οι δημοσιογράφοι, οι κοινωνιολόγοι, ακόμη και οι ίδιοι οι οργανωμένοι.
Φέραμε από το εξωτερικό ουκ ολίγες φορές ειδικούς για να μελετήσουν το όλο θέμα και να τοποθετηθούν ανάλογα.
Κάποιοι, φεύγοντας, μας άφησαν και πολλές σελίδες εισηγήσεων.
Κάποιες από αυτές πετάχτηκαν στους καλάθους, κάποιες αποφάσισαν οι φωστήρες μας ότι δεν μπορούν να υλοποιηθούν στη μακαρία μας νήσο, κάποιες θα είχαν κόστος για κάποιους αν υλοποιηθούν και, έτσι, το όλο πρόβλημα διαιωνίζεται…
Το ερώτημα, όμως, παραμένει και θα παραμείνει αναπάντητο ώσπου η βία σε κάθε της μορφή παρουσιάζεται μέσα ή έξω από τους αγωνιστικούς χώρους.
Τελικά, ποιον ή ποιους να πιστέψουμε και το κυριότερο απ΄ όλα, θέλουμε ή δεν θέλουμε να πατάξουμε τη βία;
Το δεύτερο, ακούγεται ολίγον τι προκλητικό· όμως, δυστυχώς, η μέχρι τώρα προσέγγιση των πλείστων πολιτικών δυνάμεων αφήνει πολλά ερωτήματα κατά πόσο θέλουν ή μπορούν να βάλουν το μαχαίρι στο κόκκαλο.
Φαίνεται ότι στο πίσω μέρος του μυαλού τους κρύβεται και το κόστος που θα έχουν, ατομικά ή και συλλογικά, σε μια τέτοια περίπτωση.
Με αυτά, όμως, τα μυαλά πουθενά δεν οδηγούμαστε και κάθε περίπτωση που θα παρουσιάζεται, πάλι θα αρχίζει η ταινία να παίζει και τα κροκοδείλια δάκρυα να τρέχουν…
Καλή Κυριακή σε όλους.
Τα ακίνητα της εβδομάδας




