ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ: ΟΛΑ ΣΥΝΑΙΡΟΥΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΣΤΡΑΠΗ ΤΗΣ ΣΤΙΓΜΗΣ

ΕΑΝ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΔΕΝ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΤΟΝ ΣΦΥΓΜΟ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ, ΤΟΤΕ Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥΣ ΠΑΣΧΕΙ. ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΕΡΙΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΜΑΣ. ΤΑ ΝΙΩΘΩ ΝΑ ΒΟΟΥΝ ΓΙΑ ΜΕΤΑΓΓΙΣΗ ΛΙΓΗΣ ΕΣΤΩ ΨΥΧΗΣ. ΖΗΤΗΜΑ ΧΡΕΟΥΣ ΚΑΙ ΡΕΑΛΙΣΜΟΥ, ΝΑ ΣΥΛΛΑΜΒΑΝΕΙΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΣΟΥ ΤΗ ΒΑΘΥΤΕΡΗ ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΤΟΥ «ΠΟΛΙΤΗ»

Μένω με την εντύπωση ότι τα διαχρονικά πάθια του λαού μας δεν εξαγοράστηκαν στον βαθμό που θα έπρεπε από την τέχνη. Ακόμη κι αν υπήρξε αυτή, σπανίζουν οι ανδρειωμένοι που θα την αναγνωρίσουν


Τον γνώριζα από την εφηβική μου ηλικία. Πάντοτε διάβαζα τα ποιήματά του μέσα από τα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής. Σεμνός, διακριτικός, βαθιά στοχαστικός. Σαν να ζει σε μιαν άλλη εποχή, σε μια ρομαντική εποχή. Σαν από τη μια να πατάει με τις μύτες των ποδιών του στο σήμερα καθώς αφουγκράζεται τη χθεσινή μας ιστορία, κι από την άλλη σαν να έχει ήδη εμβαθύνει στο αύριο...

Αυτός είναι ο αγαπημένος, καταξιωμένος Κύπριος ποιητής, Κυριάκος Χαραλαμπίδης. Πριν από δύο μήνες, σε ένα ταξίδι μου στην Αθήνα τον είδα σε ένα βαγόνι του Μετρό στο κέντρο της πόλης. Δεν με είδε, κι ούτε του μίλησα. Κι έτσι, καθώς τον παρακολουθούσα, είπα από μέσα μου: Πόσο τυχεροί είμαστε, αλήθεια, που ακόμα έχουμε τόσο μεγάλους ποιητές ανάμεσά μας σ’ αυτήν τη μακρινή και κουρασμένη ελληνική γη... Πόσο τυχεροί είμαστε, αλήθεια, που ακόμα έχουμε τόσο μεγάλους ποιητές να περπατάνε τα μοναχικά μας δρομάκια, να γρατζουνάνε τις μέρες και τα χρόνια μας αυτούς τους δύσκολους καιρούς με τη δική τους ευαισθησία...

Κύριε Χαραλαμπίδη, έχετε την ευτυχία να έχετε γεννηθεί σε έναν τόπο γεμάτο ιστορία. Πατρίδα σας είναι η Κύπρος ή η Ποίηση;

H ιδιαίτερη πατρίδα μου είναι φυσικά η Κύπρος. Η Ποίηση είναι το σήμα της εσωτερικής εγγραφής μου στην οικουμενική πατρίδα, όχι μονάχα των ανθρώπων, αλλά, όπως θα έλεγε ο Ισαάκ ο Σύρος, «και των αλόγων ζώων και των δαιμόνων και παντός κτίσματος».

Μπορείτε να μας ταξιδέψετε στη μικρή πατρίδα των νεανικών σας χρόνων; Όταν πρωτοασχοληθήκατε με την Ποίηση... Ήταν πολύ διαφορετικό το τοπίο; Τι έχει αλλάξει από τότε μέχρι σήμερα; Κουβαλάμε τις ίδιες ρυτίδες; Κουβαλάμε τον ίδιο σταυρό;

Έβαλα πλώρη για την ποίηση στα εννιά μου χρόνια. Ευτυχώς, ήξερα λίγο κολύμπι, ήμουν, αυτό που λεν, «παιδί φανατικό για γράμματα». Η μελέτη ανοίγει το οπτικό σου διάφραγμα, οργανώνει τη φαντασία, σου δίνει φτερά. Στην αρχή ζεις τον μύθο σου στην άπιαστη χροιά του, αργότερα μαθαίνεις πως ο μύθος μπορεί να υπάρξει ως ανθρώπινη κατάσταση, πράγμα που εξαρτάται από σένα. Εμείς, δηλαδή, κατασκευάζουμε και τους μύθους και τον εαυτό μας, ή, για να το πω αλλιώς, την εξήγηση της ιστορίας και την αλήθεια μας. Δεν νομίζω πως αλλάζει κάτι ουσιαστικό, εφόσον ακολουθούμε, κατά την έκφραση του Διονύσιου Σολωμού, «την ιστορία του φυτού».

Η εξέλιξη των πραγμάτων, αλλά και η ίδια η αλήθεια, είναι μια υπόθεση βιολογική. Ολόκληρη η ανθρωπότητα, παλαιόθεν έως σήμερα, υπόκειται στον νόμο της ανάπτυξης, χωρίς αυτό να σημαίνει διαφοροποίηση του προσώπου. Οι ρυτίδες και ο σταυρός παραμένουν αναλλοίωτα στοιχεία, γιατί προϋπήρξαν. Θέλω να πω, υπήρξαν πριν από την ίδια την κατασκευή του κόσμου, ως γενετικά συμφραζόμενα της ύλης από την οποίαν αποτελείται ο άνθρωπος.

Σπανίζουν οι ανδρειωμένοι της τέχνης

Ένας τόπος που βίωσε τα πάνδεινα, άφησε πίσω του έναν γραπτό λόγο ισάξιο με τις τρικυμίες και τις αγωνίες του όλα αυτά τα χρόνια;

Σε κάποιες κορυφώσεις του, ναι. Κατά κανόνα, όμως, όχι. Δεν είναι αρκετή η τραγωδία, για να αλλάξει τον άνθρωπο και να τον φέρει σε γωνία λήψεως, ώστε να μπορέσει να ιδεί. Χρειάζεται και η κωμωδία, ο σπαρακτικός, εννοώ, σαρκασμός. Μένω με την εντύπωση ότι τα διαχρονικά πάθια του λαού μας δεν εξαγοράστηκαν στον βαθμό που θα έπρεπε από την τέχνη. Ακόμη κι αν υπήρξε αυτή, σπανίζουν οι ανδρειωμένοι που θα την αναγνωρίσουν.

Σαν αυτοβιογραφία…

Πώς θα μου απαντούσατε, εάν σας ζητούσα, μέσα σε δύο παραγράφους, να καταγράψετε την αυτοβιογραφία σας;

Η δική μου ιστορία ξεκινά από την Αμμόχωστο, που την ανακάλυπτα μέσα από την παιδική μου ηλικία και την άνδρωσή μου στο καμίνι του απελευθερωτικού μας αγώνα. Μπορώ να πω ότι τα στοιχεία της συνείδησης του τόπου και της ελληνικότητάς του σφυρηλατήθηκαν από την ιδεόμορφη έξαρση αλλά και το επικινδύνως ζην εκείνης της εποχής. Αργότερα, στην Αθήνα, όπου βρέθηκα για σπουδές, συναπαντήθηκα με τις μεγάλες ψυχές του Νικηφόρου Βρεττάκου, του Φώτη Κόντογλου, του Τάκη Παπατσώνη, του Άγγελου Τερζάκη, καθώς και του Νίκου Καρούζου, του Χρήστου Γιανναρά, του Νίκου Τριανταφυλλόπουλου και άλλων που θα μάκραιναν τον κατάλογο.

Με δέχτηκαν στη συντροφιά τους και μου ενίσχυσαν την άποψη ότι οι εγκύκλιες σπουδές αποτελούσαν αφετηρία για πνευματικές αποδράσεις προς μαγικές περιοχές. Στη συνέχεια προστέθηκε και ο καθηγητής Γ.Π. Σαββίδης, που πίστεψε και αγάπησε το έργο μου. Δεν πρέπει, ωστόσο, να ξεχάσω τον ρυθμιστικό ρόλο των παιδαγωγών μου Κυριάκου Χατζηιωάννου, Κώστα Κύρρη, Παναγιώτη Σέργη, Θεοδόση Νικολάου, Κυριάκου Πλησή, Νίκου Χατζημιχαήλ.

Οι προηγούμενοι ήταν φιλόλογοι, ο τελευταίος ήταν φυσικός. Αυτός με δίδαξε να βλέπω τον κόσμο υπό λοξήν γωνία, πράγμα που απελευθέρωσε την αντίληψη και εξέλιξε τους ποιητικούς μου τρόπους. Άλλος, ας πούμε δάσκαλος, ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, με δίδαξε την αξία της ανατροπής, αλλά και τον εξαγιασμό του ασήμαντου και του ταπεινού. Να μην παραλείψω και τους μεγάλους γέροντες Αδαμάντιο Διαμαντή και Τηλέμαχο Κάνθο, που η θητεία στην αγάπη τους μου αποκάλυψε το σχήμα και το χρώμα της αρχέγονης ψυχής του τόπου μας.

Όπως διαπιστώνετε, η αυτοβιογραφία δεν είναι άλλο παρά μία πλάκα ευπαθείας, όπου καταγράφονται αισθήματα και εντυπώσεις από γεγονότα που διασταυρώθηκαν μ' εμάς στην πορεία του χρόνου. Αυτό που απομένει είναι, τελικά, η μνήμη, η οποία μας διαμορφώνει ως φορείς του βαθύτερου περιεχομένου της. Καθοριστικό, θα έλεγα, ρόλο στην ισορρόπηση του πνεύματός μου είχε και ο πεζογράφος Γιώργος Φιλίππου Πιερίδης, με την ακρίβεια του προσώπου του και τη μελετημένη αποφθεγματική του φράση.

Όντας Αιγυπτιώτης, μου μίλησε πολύ για τον Καβάφη και τον Νίκο Νικολαΐδη, έτσι που ένιωσα το τι σημαίνει εγκράτεια στην τέχνη και ασκητική αφοσίωση. Δεν θα μιλήσω, φυσικά, για το οικογενειακό μου περιβάλλον ή τους πολύτιμους φίλους και την εσωτερική εμπειρία από παραστάσεις, δρώμενα, ταξίδια, μουσεία, μελέτες, συζητήσεις, όλα που εκβάλλουν στον ωκεανό της προσωπικής μου ταυτότητας. Ποιος είμαι, δεν ξέρω. Το να καταφέρεις να γίνεις ο Κανείς, ίσως είναι το παν, όμως αυτό αποτελεί φιλοσοφικό αξίωμα που ενδεχομένως συνίσταται από χίλιες μεταμορφώσεις και ερμηνείες.

«Εξίσταμαι» ποιητικά

Μέσα από δεκάδες ποιητικές συλλογές και βιβλία αισθάνεστε πλήρης; Καταφέρατε να καταθέσετε όλα όσα θα θέλατε να εκφράσετε μέσα από την τέχνη σας;


Όχι, ευτυχώς. Καθώς η κλεψύδρα στενεύει τον χρόνο, καταλαβαίνω πως δεν θα μπορούσα να τον ανατρέψω, παρά υπό μία βασική προϋπόθεση: να ήμουν έξω από αυτόν, πράγμα εξόχως αδύνατο. Ο ανθρώπινος μοχλός είναι εντός του κόσμου, και για τούτο υπόκειται στον νόμο της φθοράς. Η «καθαρότης νοός, ήτις μόνη μετ’ εκπλήξεως τέμνεται» από το ουράνιο φως, για να ξαναθυμηθούμε τον αββά Ισαάκ, ενώνει τα διεστώτα μεταξύ τέχνης και ζωής. Υποδηλώνει, δηλαδή, την ανάγκη να ρυθμίζουμε τον στόχο μας ανάλογα με τις συμβάσεις του βίου, χωρίς, ωστόσο, παρέκκλιση από την έκπληξη και την απορία για το θαύμα της ζωής. Αυτό με κάνει ποιητικά να «εξίσταμαι» και να μην στενοχωριέμαι για το ατελές, εφόσον όλα συναιρούνται στην αστραπή της στιγμής.

Δύο λόγια για τη σημερινή Κυπριακή Ποίηση και τους ποιητές του κουρασμένου αυτού τόπου…

Δύσκολη η ερώτηση, καθώς η απάντηση είναι εξαιρετικά εύκολη! Ευθύνη των όπου γης ποιητών είναι να καλλιεργούν την τέχνη τους μέχρι το έσχατο σημείο του εαυτού τους. Εδώ κρινόμαστε όλοι. Ο τόπος είναι κουρασμένος και το κυπριακό μας ζήτημα άλυτο και μπερδεμένο. Η τραγωδία συνεχίζεται, οι ποιητές γράφουν ποιήματα, ο κόσμος περνά. Κατέχω τα ονόματα, αλλά διατηρώ το δικαίωμα να μη μιλήσω, πριν έρθει ο δικηγόρος μου. Στην Κύπρο ζούμε άλλωστε…

Η μελοποίηση

Είχατε την τύχη και την τιμή να μελοποιηθούν ποιήματά σας από σημαντικούς συνθέτες. Πείτε μας για τα συναισθήματα αυτής της μουσικής κατάληξης του Λόγου σας.

Ο Μίκης Θεοδωράκης νομίζω είπε κάποτε πως παίρνει τους στίχους των ποιητών και τους ανεβάζει ψηλά με τα φτερά της μουσικής. Σωστό αυτό, γιατί τους καθιστά ευανάγνωστους και οικείους. Νιώθω ευγνωμοσύνη για τους συνθέτες που μελοποίησαν και μένα. Ο λόγος που γίνεται τραγούδι, αγγίζει ευκολότερα την ψυχή. Παραμένει, φυσικά, διαρκές ζητούμενο το σημείο του χωρισμού της ψυχής από το σώμα και ώς ποιο βαθμό συμπίπτει το πνεύμα και το ήθος του ποιήματος με το αντίστοιχο της μελοποίησής του. Στις περιπτώσεις που υπάρχει φυσική σύζευξη και ακολουθία μεταξύ των δύο, ο βίος είναι θεωρητικά ανθόσπαρτος!

Παρακολουθείτε τη σημερινή κατάσταση της Κύπρου; Έχετε άποψη για όσα συμβαίνουν σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο;

Αγρύπνια και αγωνία. Εάν οι ποιητές δεν παρακολουθούν τον σφυγμό των πραγμάτων, τότε η καρδία τους πάσχει. Τα πράγματα του τόπου είναι το περίβλημα του σώματός μας. Τα νιώθω να βοούν για μετάγγιση λίγης έστω ψυχής. Ζήτημα χρέους και ρεαλισμού, να συλλαμβάνεις μέσω της τέχνης σου τη βαθύτερη ουσία της έννοιας του «πολίτη».

Τι λατρεύετε πιο πολύ στη σημερινή κοινωνία; Τι σας πληγώνει πιο πολύ στη σημερινή κοινωνία;

Λατρεύω τον ήλιο, όταν φέγγει πάνω από τη Δικαιοσύνη. Με πληγώνει η σελήνη στη χάση της, όταν γίνεται μισοφέγγαρο, τουρκιστί ημισέληνος!

Μιλήστε μας για ό,τι νέο και καινούργιο ετοιμάζετε για το μέλλον καλλιτεχνικά.

Ήδη ετοιμάζεται, και θα κυκλοφορήσει φέτος, η συγκεντρωτική έκδοση των δεκατριών μέχρι στιγμής ποιητικών συλλογών μου. Αντιλαμβάνεστε τη σημασία ενός τέτοιου εγχειρήματος, που θα διασώσει το σκόρπιο έργο μου, με την εκδοτική σφραγίδα μάλιστα του «Ικάρου». Όταν με το καλό τελειώσει αυτό, θα τροχοδρομήσω την έκδοση ενός νέου τόμου δοκιμίων, καθώς και άλλων έργων που είναι ήδη έτοιμα και αφορούν αδήλωτα πολλά.

«Αμμόχωστος Βασιλεύουσα»

Ας ολοκληρώσουμε τη σημερινή μας επικοινωνία με ένα απόσπασμα ενός διαχρονικού ποιήματός σας που σας εκφράζει πολύ…

«Πόλη με το φεγγάρι στα μαλλιά σου,/ τον ήλιο ξέσκεπο, την ευωδιά ντυμένη/ τα κρόσσια του Μαγιού, τη θάλασσα πλατάνι./ Όταν η μέρα κλίνει προς το μέρος μου,/ δικιά μου γίνεσαι για πάντα - μα τι τ’ όφελος;/ Σε τριγυρίζει τώρα συρματόπλεγμα./ Ολάκερη μια πόλη μες στο κρατητήριο./ Να μένεις έτσι εκεί, να μη σαλεύεις».

Οι στίχοι είναι από την ποιητική μου σύνθεση «Αμμόχωστος Βασιλεύουσα». Γιατί τους διάλεξα, θα καταλάβετε καλύτερα, εάν τους δείτε σε συνδυασμό με άλλους στίχους από τη συλλογή μου «Αχαιών Ακτή», αναφέρονται στο σκλαβωμένο τώρα περιγιάλι του Αγίου Φίλωνα, κοντά στο Ριζοκάρπασο, όπου πέρασα τα ανυποψίαστα χρόνια του παιδικού μου παραδείσου:

«Τι μέρες ξέγνοιαστες και τι αετοί!/ Ο Χρύσης πελεκούσε ξόπρωτο ραβδί/ και τ’ ουρανού το σχήμα μελετούσε./ Ο Απόλλων έφτιανε κλουβιά για τ’ άστρα,/ κι ο Ποσειδών, αυτός πουλούσε αλόγατα/ σε λογικές τιμές, χάριν του μέτρου».