Η ΜΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΜΙΜΗΣΗΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΜΙΜΗΣΗ
Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΗΣ «ΣΤΕΛΛΑΣ ΜΕ ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΓΑΝΤΙΑ» ΗΤΑΝ ΑΝΤΙΕΡΩΤΙΚΗ, ΠΟΥ ΑΙΣΘΗΣΙΑΚΗ!!! ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΕΙΧΕ ΑΠΟΝΕΥΡΩΘΕΙ ΓΙΑΤΙ Η ΔΙΑΝΟΜΗ ΙΣΩΣ ΝΑ 'ΚΑΝΕ ΓΙ’ ΑΛΛΟΥ, ΑΛΛ’ ΟΧΙ ΓΙΑ ΜΙΑ «ΣΤΕΛΛΑ»
Είναι έργο μουσικολαϊκό, που το παρήγγειλε του Καμπανέλλη η Μελίνα, το οποίο γράφτηκε για την Μελίνα, που έκλαψε όταν της το διάβασε πρώτη φορά, «δεν ξέρω τι σκεφτόταν», λέει ο ίδιος
«...Είχα την τύχη, χάρη στον Κάρολο Κουν, να δω από την πρώτη ώρα το θέατρο σαν μια αποκάλυψη. Και συνεχίζω να το βλέπω έτσι, αφού από τότε ώς τώρα είδα αρκετές φορές το θέατρο, ιδιαίτερα σε ώρες κρίσιμες κοινωνικά, πολιτικά, να γίνεται για πολλές χιλιάδες λαού είδος πρώτης ψυχικής ανάγκης. Σαν ψυχική ανάγκη άρχισε και σαν τέτοια μένει και θα μείνει σίγουρα, όσο οι άνθρωποι μένουν άνθρωποι». (Ιάκωβος Καμπανέλης. «Η αιωνιότητα του θεάτρου», 1996).
Τα δραματικά συμφραζόμενα
Είναι μια πιθανότητα: πολλά δομικά στοιχεία να είναι εκεί, το οικοδόμημα να έχει περαιωθεί, και η αρτιμέλεια να του λείπει. Αυτό το μάθαμε στην Κύπρο τα τελευταία δέκα χρόνια, με κτήρια που πέσαν πριν από την ώρα τους, άλλα που εγκαταλείφθηκαν γιατί η λειτουργία τους ήταν πεπερασμένη, και φανταχτερά καινούργια ως κέλυφος, μα που είναι σπάταλα, αναίσθητα στην αναγκαιότητα της χρήσεως που τα επέβαλε και δυσλειτουργικά. Η λειτουργικότητα είναι σημαντικό στοιχείο αισθητικής, γιατί είναι οικονομία, είναι αφαίρεση, είναι πύκνωση, είναι ευαισθησία.
Π.χ. το παλιό θέατρο του Δήμου Λευκωσίας, το νέο Θέατρο του ΘΟΚ, το Γεν. Νοσοκομείο Λευκωσίας. Εδώ στο νέο έργο του ΘΟΚ αρκετά στοιχεία ήταν εκεί, γεγονός που επαυξάνει αυτήν την ψυχολογική ανάγκη, την κοινωνικο-πολιτική, στην οποία αναφέρεται ο Καμπανέλλης. «Λεφτά υπάρχουν», οι πόροι ήταν εκεί και το βλέπεις. Μα από ποιους και πώς κατανεμήθηκαν οι πόροι είναι μια απορία.
Ό,τι αρχίζει ωραίο...
Το έργο του Καμπανέλλη και ο ίδιος ο δημιουργός είναι γνωστός και αγαπημένος στην Κύπρο. Έργα του παίχτηκαν από Κύπριους σκηνοθέτες και ηθοποιούς κι ο Μπαμπάς ο Πόλεμος θα 'πρεπε να ξανανεβεί, όσον ούπω... Ο σκηνοθέτης του τωρινού έργου του Καμπανέλλη, Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης, το ίδιο, για πολλούς, και με οικογενειακούς δεσμούς άρρηκτους: Η Ναταλία και ο μουσικός Αρβανιτάκης υπήρξαν σημαντικές φιγούρες στην πολιτιστική ζωή του τόπου, στο ΡΙΚ. Εμένα ήταν η πρώτη δασκάλα μου ραδιοφωνικά η κα Αμαλία και το ραδιόφωνο που έκαμα επί δεκαετίες, ως συνεργάτης στο ΡΙΚ και την ΕΡΤ... μού 'μεινε από κείνην, με βασικούς κανόνες, διόλου... «ας εκφραστούμε» και «ας εκτονωθούμε»!
Στον κρόταφο!
Η «Στέλλα με τα Κόκκινα Γάντια», aka Μελίνα, Κακογιάννης, Χατζιδάκις, Φούντας και λαϊκά, όλα σε μια ταινία, μαγικιά. Είναι έργο μουσικολαϊκό, που το παρήγγειλε του Καμπανέλλη η Μελίνα, το οποίο γράφτηκε για την Μελίνα, που έκλαψε όταν της το διάβασε πρώτη φορά, «δεν ξέρω τι σκεφτόταν», λέει ο ίδιος. Το είδαμε με μιαν αξέχαστη Μελίνα να πηγαίνει ίσια προς τον θάνατο, ακόμα κι όταν ο άλλος Μίλτος ο Φούντας, μάγκας και πολλά βαρύς, την προειδοποιεί, «Στέλλα, κρατάω μαχαίρι». Ρεζίλι τον είχε κάμει να το σκάσει και να μην πάει στην εκκλησιά ημέρα του γάμου τους. Ατού αυτή μια σαντόζα (τραγουδίστρια) σε λαϊκό κέντρο, εκείνον ένα τίμιο παιδί. Ίσια κατά πάνω στο μαχαίρι. Μα δεν το πιστεύεις εδώ. Ο γλυκός Παναγιώτης Μπουγιούρης άιντε να κρατούσε κάνα νεροπίστολο και η Κίκα Γεωργίου άιντε να 'βρεξε τα καλοχτενισμένα μαλλιά της... Ευτυχώς!
Ο Φρόυντ πού κολλά στη... Φαίδρα;
Το «θέμα» εδώ δεν εξηγείται... φροϋδικά, excuse moi! O Έλληνας του ρεμπέτικου είναι macho νορμάλ, δεν είναι Οιδιπόδειο, και η Στέλλα - Μελίνα έτη φωτός απ’ αυτόν και την κοινωνία τους, που την θέλει με στεφάνι και παιδιά. Ένας ματωμένος Γάμος και μια Γέρμα του Λόρκα, από την ανάποδη. Κι η τραγουδίστρια Μελίνα μια «αρτίστα», ο άλλος, πάντα το «καλό παιδί», και τι της βρίσκει της μουρλής. Μα η σαλή γυναίκα είναι αρχαία όσο και η τραγωδία, είναι Μήδεια, είναι η Στρίγγλα που έγινε αρνάκι, η Φαίδρα στον Ιππόλυτο (πάλι Μελίνα) - είναι και νέα, είναι και η Κυρά της Θάλασσας του Ίψεν, που είδαμε και αυτήν, φευ πρόσφατα. Η τρελή είναι και σαν την Αμερικάνα Julia Roberts στο «Η Νύφη το 'σκασε», που το βάνει στα πόδια κάθε φορά που πάει να παντρευτεί, ακόμα κι έναν γκόμενο σαν τον Richard Gere. ΔΕΝ επιτρέπεται.
Kεντρικό... κέντρισμα σ’ αυτήν τη σκοτεινή όψη της δαιμονισμένης γυναικός από την Φαίδρα ώς την Πολυδούρη, είναι ότι οι Έλληνες αναγνωρίζουν το πάθος (ακόμα και) στις γυναίκες και πως το πάθος των γυναικών είναι το ίδιο υπαρκτό μα... καταδικαταστέο και κατατρεγμένο... Το μεν πάθος είναι αθάνατο αλλά η γυναίκα που κατέχεται πρέπει να πεθάνει, και ο άνδρας να την γριπάρει...
Μια Στέλλα δίχως πάθος...
Η παραγωγή αυτή της «Στέλλας με τα Κόκκινα Γάντια» ήταν αντιερωτική, πού αισθησιακή!!! Το πάθος είχε απονευρωθεί γιατί η διανομή ίσως να 'κανε γι’ αλλού, αλλ’ όχι για μια «Στέλλα»: Ο «εστετισμός» μια προσπάθεια φορμαλιστικών εφέ, με απίστευτα μαύρα βαριά, τετράγωνα έπιπλα, ασήκωτα και δυσκίνητα, τα κυριλέ φθηνοκολωνακιώτικα ρούχα και καπέλα για τις κυρίες που ήταν εντούτοις λαϊκιές, έστω... Κυψελιώτισσες (η μαμά, Ιωάννα Σιαφκάλη), ρούχα βραδινά για το «μαγαζί», με φθηνό κόκκινο βαθύ συνθετικό ύφασμα που κολλά στο σώμα χωρίς να το κάνει ντιπ προκλητικό, και σφιχτά χτενίσματα φίφτις, δεν ανέδιδαν κανένα πάθος. Φώναζαν λάθος.
Η Μαρία, ιδιοκτήτρια του «Κέντρου ο Παράδεισος» (Έρικα Μπεγιέτη - Λύρα, αλλού καλή ηθοποιός), ντυμένη αλλοπρόσαλλα με κότσο ΟΧΕΝ Νεανίδων και γοβούλες για την εκκλησία, σαν την αείμνηστη Ουρανία Κοκκίνου, θρηνολογούσε σαν καθωσπρέπει Αρσακειάδα. Ο χτυπητός φωτισμός με στο βάθος κύκλο και επάνω του φιγούρες, όπου παίχτηκε η τελική σκηνή του φόνου, ήταν σαν καρτούν τρόμου.
Η επί σκηνής μουσική στο πιάνο του Σταμάτη Κραουνάκη, μπορεί να ξεκούφανε τον πρέσβη της Ελλάδας στην Κύπρο, που τον βάλαν να καθίσει από κάτω, μα ο Σταμάτης που μάγεψε με το «Πάτωμά» του, πάτωσε με τραγούδια κρύα που τραγουδήθηκαν επίσης κρύα έως παράφωνα. Οι στίχοι ήταν ωραίοι αλλά... γενικοί, ίσως γι’ αλλού. Δεν είναι δίκαιο, τόσο υλικό και πόροι, και με τη Στέλλα του Καμπανέλλη εντελώς απούσα από τη «Στέλλα» του Κ. Αρβανιτάκη, στον ΘΟΚ.
ΝΙΚΗ ΚΑΤΣΑΟΥΝΗ
Κριτικός Πολιτισμού και Πολιτικής




