ΕΞ ΑΦΟΡΜΗΣ ΤΗΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ
Διαβάζοντας ή ακούοντας αυτές τις μέρες τα όσα πολλά και επαναλαμβανόμενα εκφράστηκαν περί της αυτονόητης ελληνικότητας της Μακεδονίας σε σχέση με το Σκοπιανό, είτε ακόμη παρακολουθώντας την αμετροέπεια των παραληρηματικών, απαξιωτικών έως αμφίσημων και συγκεχυμένων αποτιμήσεων για το συλλαλητήριο Θεσσαλονίκης, διερωτάσαι και θλίβεσαι μαζί για το τι μέλλει γενέσθαι. Ως εάν η γενέτειρα του Φιλίππου, του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του δασκάλου του Αριστοτέλη να χρειαζόταν αποδεικτικά στοιχεία μέσα από την Αρχαία Γραμματεία και την Αγία Γραφή εν είδει ασπίδας προστασίας μπροστά σε φοβικά σύνδρομα ανασφάλειας, ανεπαρκούς αυτοπεποίθησης και ανυπεράσπιστης εθνικής ταυτότητας.
Εντούτοις, παρά τις όποιες καταδικαστέες ενέργειες φασιστικών ομάδων και όσο κι αν λοιδορήθηκε η πατριδοκαπηλεία χειραγώγησης κάποιων φωνών ή χλευάστηκε η έφιππη αναπαράσταση μακεδονομάχων, δεν μπορούν να αμφισβητούνται τα πατριωτικά αισθήματα και οι εναγώνιες εύλογες υποψίες χιλιάδων διαδηλωτών για τις μακροχρόνιες αλυτρωτικές βλέψεις του γειτονικού κράτους, τις δόλιες συνωμοσιολογίες και τους επίβουλους σχεδιασμούς ισχυρών αυτουργών.
Μα τι πειράζει, είπαν μερικοί, αν τους δανείσουμε, για την ακρίβεια αν τους κατοχυρώσουμε το όνομα, όχι βεβαίως ως «Νέα Μακεδονία», αλλά έστω ως άνω-κάτω Άνω/Βόρεια/Vardarska Makedonija των λιγότερο απειλητικών φραστικών σχημάτων ή προσχημάτων με αυστηρώς γεωγραφικό και χρονικό προσδιορισμό; Μια σύνθετη δηλαδή «μακεδονική» ονοματοδοσία erga omnes, που με συνταγματική δέσμευση όχι απλώς να διασφαλίζει την ευρύτερη εφαρμογή της στον διεθνή χώρο, αλλά κυρίως να αναγκάζει την ΠΓΔΜ να εγκαταλείψει τους φαντασιακούς μύθους του ευσεβοποθικού της μακεδονισμού.
Πλην, η κυοφορούμενη λύση προσκρούει σε ώτα μη ακουόντων, που εκ προοιμίου απορρίπτουν το διακύβευμα της ονοματολογίας, της εμπεριέχουσας την τοπωνυμία της Μακεδονίας· επειδή, στη ρήση του Αντισθένη «αρχή σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις», ενδεχομένως να προβλέπουν πως απαρχή ασοφίας η ελέω ονομάτων επίθεσις.
Οι διχογνωμίες, ωστόσο, όταν εξελίσσονται σε έντονες διελκυστίνδες και άγονες κομματικές ή ψηφοθηρικές αντιπαραθέσεις στα εθνικά θέματα αντί του εποικοδομητικού διαλόγου και μιας σώφρονος προληπτικής στρατηγικής, υποσκάπτουν εν προκειμένω τις νόμιμες διεκδικήσεις των απαραβίαστων δικαίων τής από αρχαιοτάτων χρόνων Ελληνικής μας Μακεδονίας. Επειδή οι παλιές υποχωρήσεις βρικολακιάζουν με τις παραλλαγμένες μορφές ερινύων, αν μας θυμίζει κάτι αυτό.
Εχέγγυο της Παιδείας μας η γλώσσα
Στα κάπως εκτενή λόγω ημερών εισαγωγικά μας σχόλια παραγωγικός ο συνειρμός από το ζέον Μακεδονικό Ζήτημα στην ελληνικότητα του μέτρου και στο μέτρο της ενσυνείδητης ελληνικότητάς μας για τη διαχείριση και επίλυση των διακρατικών και των μείζονος εθνικής προτεραιότητας προβλημάτων μας, όπως το Κυπριακό. Μια ελληνικότητα, που, δυστυχώς, υπονομεύεται, κατ’ εξοχήν, σήμερα από τους θιασώτες του παγκοσμιοποιημένου κακώς εννοούμενου διεθνισμού ή εθνομηδενισμού και συνακόλουθα της ισοπεδωτικής αλλοτρίωσης, συμπαρομαρτούντων και των πολλαπλών συνεπειών της κρίσης.
Αλλά η διακριτή και απαράμιλλη αυτή ιδιοπροσωπία του Ελληνισμού δεν εξισώνεται με την ενίοτε ασταθή και μεταβαλλόμενη εθνική ταυτότητα ούτε επιβάλλεται κληρονομικώ δικαιώματι και καθ’ υπαγόρευσιν από τους προγόνους στους απογόνους με δογματικούς φυλετικούς κανόνες. Απεναντίας, αποτελεί βίωμα ψυχικής καλλιέργειας, αισθητικής αγωγής και πνευματικής κατάκτησης, τρόπο ενάρετης ζωής, δημιουργικής σκέψης και ανθρωποκεντρικής πράξης μέσα σε μιαν ευνομούμενη δημοκρατική πολιτεία.
Η ελληνικότητα της οποίας η πεμπτουσία είναι η παιδεία, για να μην ξεχνούμε τον ορισμό του Ισοκράτη, όπου «και μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας», καθώς και την παρόμοια αλλά και διαφορετική πρόσληψη του Γεωργίου Πλήθωνος Γεμιστού: «Εσμέν γαρ ουν […] Έλληνες το γένος, ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί».
Και εξυπακούεται, ασφαλώς, ότι πρώτο και μέγα εχέγγυο της παιδείας μας είναι η γλώσσα, που μας οριοθετεί και μας προσδιορίζει, εφόσον κατά τον Wittgenstein «τα όρια τής γλώσσας μου ορίζουν τα όρια τού κόσμου μου». Του κόσμου του Ομήρου στη ζωντανή μας παρακαταθήκη, για να επαναλάβουμε τον εμβληματικό στίχο του Ελύτη: «μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου».
Το υπαρξιακό, εντούτοις, ερώτημα, που παίρνει τραγικές διαστάσεις σήμερα, είναι πόση έγνοια, στ’ αλήθεια, έχουμε για τη διαφύλαξη και την ανάδειξη της δωρεάς αυτής, και πώς συρρικνωμένη και αλλοιωμένη θα συνεχίσει να υπάρχει μέσα από την κακοποίηση της αγλωσσίας και της πανγλωσσίας, που διενεργείται κακόβουλα εις βάρος της. Ποιος ακούει τον «Ελληνικό» Καβάφη;: «Και την κοινήν ελληνική λαλιά ως μέσα στην Βακτριανή την πήγαμε, ως τους Ινδούς...», για να επιστρέψουμε στην ελληνικότητα της Μακεδονίας και στην παγκόσμια εξακτίνωσή της με την εκπολιτιστική εκστρατεία του Αλέξαντρου.
Ανανέωση της μνήμης
Έγνοια μας όμως αδιάλειπτη και συνεχές αγώνισμα πρέπει να συνιστά η ανανέωση της μνήμης και ο αναστοχαστικός διάλογος με τα πνευματικά και υλικά επιτεύγματα της παραδοσιακής μας κληρονομιάς. Ιδού οι βιωματικές συμβουλές του νεότερου γενάρχη της ποίησής μας Γιώργου Σεφέρη: «Η προσωπική μου εμπειρία μού δείχνει πως το πράγμα που με βοήθησε περισσότερο από κάθε άλλο δεν ήταν οι αφηρημένοι στοχασμοί ενός διανοουμένου, αλλά η πίστη και η προσήλωσή μου σ’ έναν κόσμο ζωντανών και περασμένων ανθρώπων· στα έργα τους, στις φωνές τους, στον ρυθμό τους, στη δροσιά τους.
»Αυτός ο κόσμος, όλος μαζί, μού έδωσε το συναίσθημα πως δεν είμαι μια αδέσποτη μονάδα, ένα άχερο στο αλώνι. Μού έδωσε τη δύναμη να κρατηθώ ανάμεσα στους χαλασμούς που ήταν της μοίρας μου να ιδώ. Κι ακόμη, μ’ έκανε να νιώσω, όταν ξανάειδα το χώμα που με γέννησε, πως ο άνθρωπος έχει ρίζες, κι όταν τις κόψουν πονεί βιολογικά, όπως όταν τον ακρωτηριάσουν».
«Κι όλα τούτα θα μπορούσα να τα ονομάσω με τη λέξη παράδοση, που την ακούμε κάποτε ψυχρά και μας φαίνεται υπόδικη. Αλήθεια, υπάρχουν ροπές που νομίζουν πως η παράδοση μάς στρέφει σε έργα παρωχημένα και ανθρώπους παρωχημένους· πως είναι πράγμα τελειωμένο και άχρηστο για τις σημερινές μας ανάγκες· πως δεν μπορεί να βοηθήσει σε τίποτε τον σημερινό τεχνοκρατικό άνθρωπο, που γνώρισε φριχτούς πολέμους και φρικτότερα στρατόπεδα συγκεντρώσεως· αυτόν τον άνθρωπο που αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην κατάσταση του θηρίου και την κατάσταση του ανδροειδούς.
»Η παράδοση είναι λοιπόν ένα περιττό βάρος, που πρέπει να εξοβελιστεί. Μου φαίνεται πως αυτές οι ροπές εκπορεύονται από τη σύγχρονη απελπισία για την αξία του ανθρώπου. Είναι τα συμπτώματα ενός πανικού, που εν ονόματι του ανθρώπου τείνουν να κατακερματίσουν την ψυχή του ανθρώπου. Όμως τι απομένει, αν βγάλουμε από τη μέση τον άνθρωπο;» (Δοκιμές τ.β΄, σσ. 176 και 177).
Για τούτο, είναι επάναγκες να εγκύψουμε ως Έλληνες από την Κύπρο έως τη Μακεδονία και τον απανταχού Ελληνισμό στο μέτρο και το ήθος της αυθεντικής ελληνικότητάς μας. Στην ελληνικότητα της παιδείας, της γλώσσας και της αστείρευτης παράδοσής μας, για να αναβαπτιστούμε μέσα από το αρχαιοελληνικό κάλλος και το ελληνοχριστιανικό φως του αληθινού ανθρώπου.




