Είχα την αγαθή τύχη να αναγνώσω και να μελετήσω πρώτος το θεατρικό έργο του Ανδρέα Κ. Δαμιανού «Για την Κύπρο» κατά το τρίτο δεκαήμερο του Αυγούστου του 1960, αμέσως μετά τη συγγραφή του. Αφού διεξήλθα με υπομονή την ανάγνωση του όλου συγγράμματος, δοκίμασα φοβερή έκπληξη διά το περιεχόμενο, την πλοκή, την ποιότητα και το υψηλό πνευματικό και λογοτεχνικό επίπεδο του όλου θεατρικού έργου, γραμμένου από έναν δεκαεξάχρονο έφηβο μαθητή τότε της Δ' τάξης του Παγκυπρίου Γυμνασίου.
Ο Ανδρέας Κ. Δαμιανός κατάγεται από την Άλωνα, ένα από τα όμορφα και ηρωϊκά χωριά της Βόρειας Πιτσιλιάς. Αρχές της δεκαετίας του 1940 και ιδιαίτερα με τη φασιστική επίθεση της Ιταλίας εναντίον της Ελλάδος στις 28 Οκτωβρίου 1940 και την επακολουθήσασα ένδοξη προέλαση του ελληνικού στρατού στη Βόρειο Ήπειρο, το εθνικό και θρησκευτικό συναίσθημα στην Πιτσιλιά -που ήταν πάντοτε υψηλό- εκτοξεύτηκε στο απόγειό του. Δίπλα στο εθνικοθρησκευτικό ορθόδοξο ιδεώδες και ο ιερός θεσμός της οικογένειας, δυνατός και απαρασάλευτος μέχρι σήμερα.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο πυρήνας πλήθους επίλεκτων αγωνιστών της Κυπριακής Ελευθερίας του 1955-59 κατήγετο από την Πιτσιλιά. Ούτε και είναι τυχαίο το γεγονός ότι η Πιτσιλιά και ο ορεινός όγκος του Τροόδους, στο κέντρο της Κύπρου, αποτέλεσε το θέατρο των συγκρούσεων των αγωνιστών της ελευθερίας με τα αποικιακά βρετανικά στρατεύματα.
Η έναρξη του Απελευθερωτικού Αγώνα της Κύπρου το 1955 θα βρει τον νεαρό τότε Ανδρέα, παιδί του Δημοτικού Σχολείου, να κουβαλάει μέσα στον βαθύ ψυχοπνευματικό του κόσμο, έναν ανεξάντλητο πλούτο εμπειριών. Εξάλλου η οικογένειά του και ο ίδιος προσωπικά, έδωσαν δυναμικά το «παρών» τους στον Αγώνα του 1955-59.
Με το τέλος του Απελευθερωτικού Αγώνα της ΕΟΚΑ 1955-59, όλη αυτή η τεράστια παρακαταθήκη εμπειριών, συσσωρευμένη στον υπέροχο ψυχικό κόσμο του νεαρού εφήβου Ανδρέα Δαμιανού, αποφάσισε από μόνη της ότι θα έπρεπε να εξωτερικευθεί και να μετουσιωθεί σε ευγενείς ποιητικούς-θεατρικούς στίχους, αποφθέγματα και διδάγματα βγαλμένα από το απώτερο και πρόσφατο ιστορικό παρελθόν, στα χέρια του παρόντος διά να φωτίζουν το μέλλον.
Το εξαίρετο θεατρικό έργο του Ανδρέα Δαμιανού «Για την Κύπρο», γραμμένο σε έναν ρωμαλέο δεκαπεντασύλλαβο στίχο, δονεί τα μύχια κάθε ευγενούς ψυχής, της οποίας οι δέκτες επιδέχονται τέτοια ηρωϊκά και αθάνατα μηνύματα.
Μέσα από τους υπέροχους στίχους του όλου θεατρικού έργου εμφανίζονται συχνά-πυκνά τα γονίδια της ισχυρής του γιαγιάς μ. Αρετής Χ'' Δαμιανού, που απήγγελλε με καταπληκτικό ύφος και πανίσχυρη μνήμη, τη μακροσκελή δημοτική παραλογή «Του νεκρού αδελφού» (Η Αρετή και ο Κωνσταντάς) και της «Τρίχας το γεφύρι» (Κάτω στους πέντε ποταμούς στης τρίχας το γεφύρι). Αυτοσχεδίαζε επίσης μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα δίστιχα τραγούδια της αγάπης, του έρωτα και της ζωής του βουνού και του κάμπου.
Ανάμεσα στην όλη όμορφη πλοκή του έργου, παρελαύνει ένας υπέροχος εναγκαλισμός αγάπης προς την πατρίδα και αγάπης προς την οικογένεια, σεβασμού προς τον Ύψιστο και σεβασμού προς την αξιοπρέπεια και τις αθάνατες αξίες του Έθνους. Τάσεις αυτοθυσίας για το υπέρτατο αγαθό της ελευθερίας. Τα αισθήματα αληθινής αγάπης και ειλικρινούς έρωτος συμπλέκονται και αντιδιαστέλλονται με αισθήματα μίσους, φθόνου, παθών, μικροτήτων και προδοσίας, τα οποία συνταράσσουν τους πρωταγωνιστές του έργου, κρατώντας τον αναγνώστη ή τον θεατή σε διαρκή ένταση, μέχρις ότου φθάσει στο τέλος η λύτρωση, με ένα όντως τραγικό τέλος.
Μερικές από τις σκηνές του έργου είναι συγκλονιστικές. Ο συγγραφέας στο τέλος δανείζεται στοιχεία του τραγικού δραματικού ποιητή Σοφοκλή, του σύγχρονου των Αρχαίων τραγικών ποιητών Αισχύλου και Ευριπίδη. Η εισαγωγή του Χορού δίδει όντως μια ιδιαίτερη προσωπικότητα στο έργο.
Στιγμές παρόμοιου περίπου συναισθηματισμού συναντούμε στα έργα: «Η Γκόλφω» και «Ο Αγαπητικός της Βοσκοπούλας».
Το παρόν, όμως, θεατρικό δημιούργημα, θα λέγαμε ότι προσομοιάζει με το δραματικό θεατρικό έργο του Σπυρίδωνος Περεσιάδου «Ο χορός του Ζαλόγγου», όπου η αγάπη προς την πατρίδα έρχεται σε αντιδιαστολή με την προδοσία του Σουλιού από τον Πήλιο Γούση. Οι έρωτες, τα συναισθήματα αγάπης και μίσους, ζήλιας, φθόνου, μικροτήτων, καταλήγουν στην προδοσία της πατρίδας. Όλη αυτή η αντιπαράθεση των συναισθημάτων των πρωταγωνιστών θα καταλήξει στο τέλος με τη λύτρωση, όπου οι ηρωϊκές Σουλιώτισσες κατακρημνίζονται στο βάραθρο από τους βράχους του Ζαλόγγου, με το αποχαιρετιστήριο: «Έχε γεια καημένε κόσμε», προκαλώντας τον παγκόσμιο θαυμασμό, στα 1803.
Ένας παρατηρητικός αναγνώστης του παρόντος θεατρικού έργου, διαπιστώνει αμέσως μετά την ανάγνωση ότι ο συγγραφέας του έργου φέρει στα γονίδιά του καλλιτεχνικές και λογοτεχνικές καταβολές. Οι συγκυρίες όμως δεν επέτρεψαν στον συγγραφέα του παρόντος έργου να γίνει λογοτέχνης. Τον «άρπαξε» η επιστήμη της Νομικής διά να καταστεί λειτουργός της Θέμιδος.
Η «Νέα Θεατρική Ομάδα», με προεξάρχοντα τον καταξιωμένο σκηνοθέτη και ηθοποιό Φώτο Φωτιάδη, η οποία έχει αναλάβει να ανεβάσει επί σκηνής το έργο, είμαστε βέβαιοι ότι θα εκπέμψει τα διαχρονικά μηνύματα του έργου, με πρώτιστο εκείνο της ελευθερίας. Της ελευθερίας από τα ανθρώπινα πάθη και τις αδυναμίες. Της ελευθερίας από την καταπίεση και την καταδυνάστευση του κατακτητή, του ισχυρού, του δυνάστη. Της ελευθερίας από το άδικο. Της ελευθερίας με την κόψη του σπαθιού την τρομερή, που 'ναι βγαλμένη απ’ τα κόκκαλα των Ελλήνων τα ιερά…
ΟΜΗΡΟΣ Κ. ΧΑΤΖΗΣΤΥΛΛΗΣ
Συνταξιούχος εκπαιδευτικός




