ΣΕ ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΑΝΑΠΝΟΗΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΡΟΕΔΡΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ
Η απάντηση στον τρόμο από το κενό εξουσίας είναι η ανάπτυξη του προσωπικού αισθήματος ευθύνης
Σε απόσταση αναπνοής οι επικείμενες προεδρικές εκλογές και το τοπίο εξακολουθεί να σηματοδοτεί το στίγμα των εκλογικών μας συντεταγμένων με πρωτόγνωρες διαπιστώσεις παγερής αδιαφορίας έως κυνικής απαξίωσης από τη νεανική κυρίως μερίδα του πληθυσμού μας· ενώ οι μεγαλύτερες ηλικίες των ψηφοφόρων, που αν δεν αποστασιοποιούνται παντελώς από τα ανακυκλούμενα ή τραγελαφικά δρώμενα, ουδόλως εκδηλώνουν τις παλμώδεις εξάρσεις παλαιότερων αναμετρήσεων.
Έχοντας, τουτέστιν, άλλοι παγιωμένη την αίσθηση της τελματώδους ακινησίας και άλλοι τελώντας σε κατάσταση βαρύθυμης αναμονής και ενίοτε εναγώνιας εγρήγορσης όχι για τα σχεδόν προβλεπτά αποτελέσματα αλλά για τα συνυφασμένα με τη μοίρα του τόπου απρόοπτα ίσως παρεπόμενά τους, παραμένουν ωστόσο θεατές μπροστά στα τηλεοπτικά τεκταινόμενα: σε δηλώσεις και αντιδηλώσεις, κατά τα ειωθότα, παρελθοντολογίας, υποσχεσιολογίας και παροχολογίας, αίολα επιχειρήματα και ανεμώλια έπη, επιθέσεις αλληλοκατηγοριών και ανοίκειες φραστικές αντεπιθέσεις στην εντεινόμενη διακλιμάκωση του κλίματος των ημερών.
Είναι ακόμη και κάποιες «ατάκες» των υποψηφίων και των στρατευμένων επιτελείων τους, που, φεύγοντας «έρκος οδόντων», αν δεν προκαλούν θυμηδία, εξοργίζουν για την αδιανόητη ύβρη της αδόκητης αστοχίας τους· παρά τις όψιμες επεξηγήσεις της «παρερμηνείας» τους, στη «γλώσσα λανθάνουσα τ’ αληθή λέγει», ποντάρει με αντεπίθεση ο αντίπαλος, ανασύροντας από τη φαρέτρα του και πλείστους όσους ιοβόλους συνειρμούς.
Και ο κουρασμένος ψηφοφόρος, που νυχθημερόν τον πελεκούν αριστερόθεν, ενδιαμέσως και δεξιόθεν όλοι αυτοί οι ψηφοθήρες με τις ηχηρές διαγγελίες και τις «ευοίωνες» επαγγελίες τους; Ο χρονίως διαψευσμένος ψηφοφόρος από φρούδες ελπίδες και παραπλανητικά ευχολόγια δεν θα ήθελε προφανώς να εισπράττει την ψευδεπίγραφη εικόνα της ναρκισσιστικής γοητείας και της επικοινωνιακής υποβολής, της υποκριτικής σοφιστείας και του αλαλάζοντος αρχηγισμού, παρά την πραγματικότητα στις πιο καίριές της εκφάνσεις: την απαστράπτουσα διαφάνεια και την ειλικρίνεια των έμπρακτων προθέσεων, την α-λήθεια της μνήμης για τη σφαδάζουσα κατεχόμενη γη μας από τον Τούρκο εισβολέα, το μέτρο της πολιτικής ευτολμίας και την ψυχή της αγωνιστικής διεκδίκησης των δικαίων μας χωρίς παλινωδίες και επαμφοτερίζοντες ελιγμούς σε άδικες αξιώσεις ισχυρών, συγκεκαλυμμένες επιβουλές διαμεσολαβητών και δίχως ενδοτικές προπάντων παραχωρήσεις δουλοπαροικίας απέναντι στην κατακτητική βουλιμία του νεοσουλτανισμού.
Αν λοιπόν ο καταπονημένος Κύπριος ψηφοφόρος, που επωδύνως βιώνει 44 χρόνια προσφυγιάς στην ίδια του την πατρίδα με το σύνδρομο της ματαίωσης και του αλυτρωτισμού σε μιαν ατέλειωτη τραγωδία χωρίς κάθαρση, μισοκοιμάται αραδιασμένος στον καναπέ του, είναι που θέλει ν’ ακούσει όχι αναλύσεις και ανασυνθέσεις δημοσκοπήσεων, αλλά το πέρας των δεινών του με το πατριδογνωμόνιο των ακριβών και αδιάψευστων επαληθεύσεων.
Kαι καθώς ξυλάρμενος πλέει μεσοπέλαγα σε αντίξοους καιρούς σαν άλλος Οδυσσέας σ’ εκείνο το ανατρεπτικό σκάφος του Γαΐτη, ας κωφεύει σε Σειρήνων ρητορικά αφηγήματα, εκκωφαντικές αβελτηρίες και πομφολυγώδη φληναφήματα. Γιατί εντός ολίγου θα κληθεί να ασκήσει το εκλογικό του δικαίωμα μπροστά στην κάλπη και όχι σε γυμναστήριο με κάμψεις και επικύψεις. Και ας μην το μεταφέρει, γιατί είναι δυσοίωνο το εγχείρημα, σε μιαν από τις 21 εκλογικές περιφέρειες της Ομοσπονδιακής Επικράτειας τής Πουτρατζάγια, μιας από τις τρεις Ομοσπονδίες της Μαλαισίας, που δεν λέγονται πάντως διζωνικές δικοινοτικές.
Οι αναποφάσιστοι
Έστω εντός και επί τα αυτά, τι γίνεται όμως αν ανήκει στους αναποφάσιστους, που όντας σε πλήρη σύγχυση και οι πέντε τον πείθουν ξεχωριστά και έπειτα από νηφάλια περισυλλογή όλοι τον απογοητεύουν; Και είναι ωσάν να επαναλαμβάνει τους αρχικούς και ακροτελεύτιους στίχους του σατιρικού ποιήματος, που δημοσίευσε ο Αμμοχωστιανός Ζαχαρίας Σωτηρίου στην εφημερίδα του «Πυξ-Λαξ» τον Αύγουστο του 1908 υπό τον τίτλο «Στην κομματιασμένην Κύπρο»: «Κύπρος, νησί κομματικό, Κύπρος διηρημένη,/το άθλιό σου καθεστώς επί πολύ θα μένη;/ Ω τόπε απερίσκεπτε, πατρίς των θερμοαίμων/π’ αφέθης στη διάθεση των δώδεκα ανέμων,/Κύπρος πτωχή που έγεινες πηγή ατοπημάτων/χείμαρρος ύβρεων αισχρών, εστία των κομμάτων,/[…]/Παύσε πλέον, ω Κύπρος μου, τας ύβρεις και τα κόμματα/τα μαύρα σου πατρίδα μου, και άτιμα προσκόμματα».
Έτσι, αναζητώντας διέξοδο στον λαβύρινθο της σκέψης του, δεν θα ξεχνούσε να την παραπέμψει όχι στον μίτο της Αριάδνης αλλά στους Καβαφικούς στίχους, που διαβάζονται με αλληγορικούς συμβολισμούς δηκτικής εκλογολογίας: «Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,/κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκτιμήσει,/θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό./Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,/πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό.//Θα με θελήσει πάντως ένας απ’ τους τρεις.//Κ’είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη/για το αψήφιστο της εκλογής./Βλάπτουν κ’οι τρεις τους την Συρία το ίδιο./[…]/Ας φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί/να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό./Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν».
Εκτός κι αν είναι θηρεύσιμος από βολές κατά ριπάς επιδέξιων εκλογικών συνεργείων είτε αλιεύσιμος από εντεταλμένους προς άγραν ψήφων κομματικούς εκπροσώπους. Κοινοί τόποι με τους ελλείψει επικοινωνιακών τεχνασμάτων απροκάλυπτους τρόπους και τις διαφορετικές νοοτροπίες αλλοτινών εποχών, για να θυμηθούμε τους «Χαλασοχώρηδες» του Παπαδιαμάντη, όπου ο υποψήφιος βουλευτής μετέρχεται πονηρές προεκλογικές μικροπολιτικές και μετεκλογικές αδίστακτες επεμβάσεις εξουσίας.
Πέραν των κερασμάτων στους απλοϊκούς νησιώτες, «Κατά την πρώτην σύνοδον ο Γεροντιάδης εφρόντισε να διορίσει εις μικράς ή μεγάλας θέσεις όλους τους ανεψιούς του, επτά τον αριθμόν, καθώς δύο εξαδέλφους του και τρεις δευτέρους εξαδέλφους του ως και δύο κουμπάρους, τον υιόν της κουμπάρας του και τον αδελφόν της υπηρετρίας του και άλλους».
Επιπρόσθετα, ακύρωσε μέσω δικαστικής οδού όλα τα συμβόλαια ενοικίασης ως δημόσια γραφεία των ακινήτων που ανήκαν σε πολιτικούς αντιπάλους και, στη συνέχεια, ενοικίασε δικά του ακίνητα σε κρατικούς οργανισμούς. Ανάμεσα, επίσης, στα λογοτεχνικά εκλογικά ευτράπελα με καυστικές αιχμές το πνευματώδες ανάγνωσμα «Το Εγχειρίδιον του εκλογέως» του Κεφαλλονίτη Μπάμπη Άννινου(1852-1934) καταγράφει τα προσόντα του υποψηφίου:
«Να γνωρίζει γράμματα διά να αναγιγνώσκει τον εκλογικόν κατάλογον, να έχει πολλούς κουμπάρους και να διατηρεί ανοικτόν σαλόνι κατά τας ημέρας των εκλογών». Όσο για τον εκλογέα διατηρεί το εκλογικό του δικαίωμα: «Έως ότου ζει και μετά θάνατον ακόμη. Και αφού ο εκλογεύς αποθάνει, ψηφίζει άλλος υπό το όνομά του».
Ωστόσο, στον αντίποδα του διαιώνιου εκείνου ψηφοφόρου βρίσκονται όχι μόνον αυτοί που δεν προσέρχονται στις κάλπες ή ρίχνουν λευκό, αλλά και όσοι σήμερα δεν εγγράφονται καν στους εκλογικούς καταλόγους. Ενδεικτικό το μυθιστόρημα του Πορτογάλου νομπελίστα Σαραμάγκου, όπου σε μια χώρα της φαντασιακής του επινόησης τόσο κατά τις εκλογές της πρώτης Κυριακής όσο και στις επαναληπτικές της δεύτερης ο μεγάλος νικητής είναι το Λευκό κόμμα με 70% και 80% αντιστοίχως. Η απάντηση στον τρόμο από το κενό εξουσίας είναι η ανάπτυξη του προσωπικού αισθήματος ευθύνης. Ενώ «Στο σπίτι των πνευμάτων» της Ιζαμπέλ Αλιέντε το μετεκλογικό πανηγύρι διαδέχεται η συναίσθηση της θυματοποίησης του λαού με τη διάψευση των ωραίων λόγων και των «εφικτών» εξαγγελιών.




