Ο Επίτροπος Εκπαίδευσης, Πολιτισμού, Νεολαίας και Αθλητισμού, Τίμπορ Νάβρατσις, κηρύσσοντας την επίσημη έναρξη του φετινού Ευρωπαϊκού Έτους Πολιτιστικής Κληρονομιάς, επισήμανε μεταξύ άλλων ότι η πολιτιστική κληρονομιά καθορίζει την αυτογνωσία μας, δημιουργεί μιαν αίσθηση κοινής ταυτότητας και συναποτελείται επί πλέον από τις χειροτεχνικές δεξιότητες που μαθαίνουμε.
Το παραινετικό του μήνυμα ως προς τη διατήρηση και την προστασία της για τις επόμενες γενεές, εφόσον «μας δίνει τη δυνατότητα να κατανοήσουμε το παρελθόν και να οικοδομήσουμε το μέλλον μας», απηχεί τις πρώτες γραμμές στην εισαγωγή του αξιόλογου συγγραφικού πονήματος της Ανδρούλας Χατζηγιασεμή «Λευκαρίτικα-Τέχνη και Παράδοση», που εξέδωσε το 2016: «Η ιστορία και η παράδοση ενός τόπου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τον πολιτισμό που παράγει και ο οποίος καθορίζει τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτιστικές πτυχές της ζωής, καθώς και τη διάρκεια της ταυτότητας, των αξιών και της διανόησης ενός λαού».
Τονίζοντας στη συνέχεια τη σημασία και τον ρόλο μιας από τις αυθεντικότερες μορφές της κυπριακής χειροτεχνίας ή ό,τι ο Ευρωπαίος Επίτροπος αποκαλεί σε γενικά πλαίσια διαχρονική εκμάθηση χειροτεχνικών δεξιοτήτων, η συγγραφέας, που κατά τον Διευθυντή των Πολιτιστικών Υπηρεσιών Παύλο Παρασκευά έχει αποδειχθεί «αυθεντία στον τομέα της κεντητικής τέχνης της Κύπρου» και ειδικότερα ως η κατ’ εξοχήν ειδήμων περί το λευκαρίτικο κέντημα, αποφαίνεται ότι η παρακαταθήκη του λαϊκού μας αυτού πλούτου «καταμαρτυρεί την πολυδύναμη και βαθιά σχέση που υπάρχει ανάμεσα στο χθες και το σήμερα, δημιουργώντας έναν ενεργειακό χώρο μέσα στον οποίο συνυπάρχουν ύλη και πνεύμα, μορφή και καλαισθησία, μόχθος και συνέπεια, ευαισθησία και ψυχική κατάθεση».
Πόσω μάλλον που η ιστορία της παράδοσης και της πλατιάς διάδοσης του λευκαρίτικου κεντήματος είναι συνυφασμένη μέσω του Leonardo da Vinci με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, νοηματοδοτώντας έτσι ως Κύπρος μαζί με τις άλλες φυσιογνωμικές της εκφάνσεις το Ευρωπαϊκό Έτος Πολιτιστικής Κληρονομιάς.
Οι 334 ευμεγέθεις σελίδες, που διανθίζονται από έγχρωμες φωτογραφίες προσώπων, μνημειακών χώρων, εικαστικών έργων και κεντητικών σχεδίων σε μιαν καλαίσθητη και δομικά εύχρηστη εκδοτική αρτιότητα, συναρθρώνουν τις ενότητες για τους πρωταγωνιστές της πολιτισμικής ανάπτυξης των Λευκάρων, τα είδη και την κεντητική τεχνική της επιτόπιας Δαντέλας, την ιταλική της επίδραση, όπως και τις αλληλεπιδράσεις της με άλλους τόπους, τα Ασπροπλούμια και τη δημιουργική τους εξέλιξη στα Λευκαρίτικα μέσα από την πολύμορφη και ποικιλώνυμη Τεχνική τους και τέλος την Περιποίηση και συντήρηση του λευκαρίτικου κεντήματος. Στο βιβλίο επιτάσσεται επεξηγηματικό Γλωσσάριο και η σχετική ελληνική και ξενόγλωσση Βιβλιογραφία.
Κατ’ αρχήν, στο σύντομο ιστορικό οδοιπορικό στους γειτονικούς οικισμούς των Πάνω και Κάτω Λευκάρων, που η ύπαρξή τους ανάγεται προ της Φραγκοκρατίας, δίδεται έμφαση στην πετρόκτιστη γραφική αρχιτεκτονική των σπιτιών, στις φροντισμένες αυλές των οποίων συναντούμε μέχρι σήμερα κατά ομάδες τις κεντήτριες να σκύβουν με ιερό ζήλο στα αριστοτεχνικά εργόχειρα των ευρηματικών τους συνδυασμών δαντέλας και «ξεφτιστών ασπροπλουμιών». Δεν είναι τυχαίο που το αντιπροσωπευτικότερο αυτό είδος της παραδοσιακής κεντητικής μας τέχνης, όπως κληροδοτήθηκε από τις παλαιότερες στις νεότερες γενιές με κυριότερες πηγές έμπνευσης εικόνες της φύσης και εμβληματικά δρώμενα της καθημερινότητας, έχει καταχωρίσει η UNESCO το 2009 στον κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας.
Στα Λεύκαρα, που είναι γνωστά και για την περίφημη αργυροχοΐα τους, η τοπική τέχνη του κεντήματος εμπλουτίστηκε από τις βενετσιάνικες δαντέλες κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας, σύμφωνα με αρχειακά έγγραφα της Βενετίας, που αναφέρονται στην Αικατερίνη Κορνάρο και σε ένα αντρόγυνο «παροίκων» Λευκαριτών στην υπηρεσία της. Την καλλιτεχνική, εξάλλου, ανάπτυξη της συστηματικής αυτής ενασχόλησης ευνόησε η, κατ’ αντίθεση με άλλες αγροτικές περιοχές, κλειστή ζωή των γυναικών και η μεταξύ τους άμιλλα σε επίδειξη κεντημάτων την ημέρα του γάμου όχι μόνο με ποσοτικά αλλά και ποιοτικά κριτήρια δημιουργικής επιδεξιότητας.
Πέρα από τις Λευκαρίτισσες και τις κεντήτριες των άλλων χωριών και την εξειδίκευσή τους σε ένα ή δύο διαφορετικά σχέδια, εκτενής αναφορά γίνεται για τις γυναίκες και τους άντρες κεντηματέμπορους, που από το τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνος συνέβαλαν προοδευτικά στην κοινωνικοοικονομική και πολιτισμική ανάπτυξη των Λευκάρων. Εντός Κύπρου καταγράφεται η πρωτοπόρος Αλισαβού του Καραολά, που με το γαϊδούρι της έφτασε στο Τρόοδος, για να πουλήσει κεντήματα στις συζύγους Άγγλων αξιωματούχων, που παραθέριζαν στις εκεί κυβερνητικές κατοικίες.
Το 1898-1899 ταξίδεψε μέχρι την Αλεξάνδρεια, ενώ προηγήθηκε σε δυο αλλεπάλληλα ταξίδια της στην ίδια πόλη, το 1896 και 1897, μια άλλη κεντηματέμπορος, η Θεοφίλα του Χατζηαντώνη Κυριάκου, που πρώτη μετέφερε το κέντημα από τα βαμβακερά στα λινά υφάσματα και επέστρεψε στην Κύπρο με το αστρονομικό ποσό των 500 χρυσών λιρών. Πολύ περισσότεροι, ωστόσο, ήταν οι «κεντητάρηδες», που αψηφώντας τις αντιξοότητες της ξενιτιάς, έκαμαν γνωστά τα λευκαρίτικα από την Αίγυπτο, τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη μέχρι τις χώρες της Ευρώπης και έως την Αμερική.
Δραστηριοποιούμενοι στο εξωτερικό, συμμετείχαν σε εμπορικές εκθέσεις, ενέπνευσαν την αγάπη για το λευκαρίτικο κέντημα στην αγγλική βασιλική αυλή, ίδρυσαν στο Λονδίνο την «Ένωση Λευκαριτών», καθώς και παροικία στη Νέα Υόρκη. Δεν ανεδείχθησαν μόνο σε διάσημους επιχειρηματίες, όπως ο Sir Reo Stakis από τον Κάτω Δρυ, νυμφευμένος με Λευκαρίτισσα, αλλά και κατέστησαν μεγάλοι δωρητές του τόπου τους, συμβάλλοντας παντοιοτρόπως στην ευημερία των συντοπιτών τους και κομίζοντας μιαν κοσμοπολίτικη πνοή στην παραδοσιακή ατμόσφαιρα της γενέτειράς τους με την κάθοδό τους ως απόδημοι.
Στις επόμενες ενότητες μέσα από τα επί μέρους κεφάλαια η Ανδρούλα Χατζηγιασεμή ως εμπειρογνώμονας και προπάντων ως λάτρις του λευκαρίτικου κεντήματος κεντά κυριολεκτικά και μεταφορικά βελονιά προς βελονιά, ήτοι με επιστημονική ακριβολογία και περιγραφική παραστατικότητα τα απλά και σύνθετα αρχετυπικά σχέδια, όπως και τις επινοητικές τους προεκτάσεις: από τις προδρομικές δαντέλες βενίζ ή «πιττωτά», τις δαντέλες ρετιτσέλλα, τις σκαλιώτικες, μελινιώτικες, αθηενίτικες και τις πιπίλλες, στα ασπροπλούμια και στα λευκαρίτικα με τα διάφορα είδη ποταμών, ταγιάδων, ξωλουριών, τα καρούλια, τα καρέ, τις μαργαρίτες, τα μηλούδια-μακουκούδια και τα τριγωνικά ανεβατά.
Για την Τεχνική του λευκαρίτικου, που συγκροτεί ένα αυτοτελές εγχειρίδιο πρακτικής είναι ως να παραδίδει στον αναγνώστη επί χάρτου εύληπτα μαθήματα κατανόησης των σχεδίων και για πρωτόπειρες κεντήστριες στο «μαξιλαράκι κεντήματος» πρακτικές οδηγίες του σχεδιασμού, του «κοψίματος» και της περίτεχνης κατασκευής τους από τις αθασωτές μαργαρίτες μέχρι τους ματσωτούς, αρβαλωτούς και βραγκωτούς ποταμούς και ίσαμε τα ταλειώματα στις άκρες.
Ένα αξιέπαινο έργο για την ιστορία και τεχνογνωσία του λευκαρίτικου και ένας συγγραφικός σταθμός στην παγκόσμια λαογραφική βιβλιογραφία του κεντήματος.




