ΝΙΚΟΛΑΣ Κ. ΠΕΝΤΑΡΑΣ - ΜΟΥΚΚΟΥΡΟΣ
ΕΓΚΑΤΕΛΕΙΨΕ ΤΑ ΕΓΚΟΣΜΙΑ ΜΕ ΤΟ ΠΙΚΡΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΟΤΙ ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΘΥΣΙΕΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΜΑΣ ΔΕΝ ΔΙΚΑΙΩΘΗΚΑΝ. ΕΦΥΓΕ ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΙΑΤΡΕΥΤΟ ΚΑΗΜΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΑΞΙΩΘΗΚΕ ΝΑ ΔΕΙ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΕΛΕΥΘΕΡΗ, ΕΝΩΜΕΝΗ ΜΕ ΤΗ ΜΑΝΑ ΕΛΛΑΔΑ
Είχε καταδικαστεί σε τριετή φυλάκιση, αλλά μετά την αποφυλάκισή του, αντί να ησυχάσει και να καλοπερνά, γιατί ξόφλησε το χρέος του στην πατρίδα, προτίμησε να ξαναριχτεί στον Αγώνα, να βγει αντάρτης και ν’ αναπτύξει πλούσια αγωνιστική δράση μέχρι την κατάπαυση του πυρός
Ένας ακόμα πρωτοπόρος αγωνιστής του Απελευθερωτικού Αγώνα της ΕΟΚΑ, ο Νικόλας Κ. Πενταράς - Μούκκουρος, εγκατέλειψε τα εγκόσμια με το πικρό παράπονο ότι οι αγώνες και οι θυσίες του λαού μας δεν δικαιώθηκαν. Έφυγε με τον αγιάτρευτο καημό ότι δεν αξιώθηκε να δει την Κύπρο ελεύθερη, ενωμένη με τη Μάνα Ελλάδα.
Ο αείμνηστος Νικόλας Κ. Πενταράς, που ήταν γνωστός στους πολλούς συναγωνιστές, φίλους και συγχωριανούς του ως Μούκκουρος, ήταν ένας σκληροτράχηλος αγωνιστής, αγνός πατριώτης, που έμεινε πιστός στον όρκο του και τα ιδανικά του μέχρι την τελευταία του πνοή. Τον θαύμασα όταν συναντηθήκαμε και του πήρα συνέντευξη για το βιβλίο μου «Ροδαυγή της Λευτεριάς».
Ήταν ένας από τους πρωτοπόρους αγωνιστές της ΕΟΚΑ και είχε συλληφθεί με τους άλλους Χλωρακιώτες συναγωνιστές του τη νύχτα της 24ης προς την 25η Ιανουαρίου 1955 στα «Ροδαφίνια», κατά τη προδοσία του πλοιαρίου «Άγιος Γεώργιος» . Είχε καταδικαστεί σε τριετή φυλάκιση, αλλά μετά την αποφυλάκισή του, αντί να ησυχάσει και να καλοπερνά, γιατί ξόφλησε το χρέος του στην πατρίδα, προτίμησε να ξαναριχτεί στον Αγώνα, να βγει αντάρτης και ν’ αναπτύξει πλούσια αγωνιστική δράση μέχρι την κατάπαυση του πυρός.
Η πορεία του
Τον αείμνηστο Μούκκουρο τον γνώρισα πριν από δυο περίπου χρόνια, όταν άρχισα να γράφω το ιστορικό βιβλίο μου «Ροδαυγή της Λευτεριάς», που αναφέρεται στην προπαρασκευή του Απελευθερωτικού Αγώνα της ΕΟΚΑ. Συνοδευόμενος από τον ανεψιό του, στρατηγό Αντρέα Πενταρά, πήγαμε στην Αναβαργό, όπου κατοικούσε ο αείμνηστος αγωνιστής. Μας περίμενε στο καφενείο που διατηρούσε στο χωριό και μας υποδέχθηκε μ’ ένα χαρακτηριστικό ευγενικό χαμόγελο, που σκλάβωνε τον συνομιλητή του.
Στην ερώτηση τι έκανε μόλις αποφυλακίστηκε, απάντησε: «Η πρώτη μου έγνοια ήταν να δω τον Νικόλα Αζίνα, να τον ρωτήσω τι έγινε μετά τη σύλληψη και την καταδίκη μας. Ήθελα να ξέρω, για να πάρω απόφαση πώς θα ενεργούσα, για να μην ξαναπέσω στα χέρια των Βρετανών. Πήγα στη γενέτειρά μου Χλώρακα, όπου συναντήθηκα με τον ‘Άτλαντα’ της ΕΟΚΑ Νικόλα Αζίνα. Συζητήσαμε για όλα κι ο Αζίνας μ’ έστειλε στη Γιωργούλα Ευστάθιου Χριστοδουλίδη. Πήγα και την βρήκα. Με ενημέρωσε κι αυτή και με παρέπεμψε στον Σταυράκη Βάκη και τον εργοδότη του Κώστα Θεοδοσίου. Έκανα όπως μου είπε. Πρώτα μίλησα με τον Βάκη και μετά είδα τον κύριο Θεοδοσίου, ο οποίος με προσέλαβε στις εμπορικές του επιχειρήσεις. Σύντομα, όμως, έφυγα διότι τσακώθηκα με Τουρκοκύπριους εργάτες της ΤΜΤ, που καταφέρονταν εναντίον της ΕΟΚΑ».
Στην ερώτηση τι έκανε μετά, απάντησε χαμογελώντας: «Ήρθα πίσω στην Αναβαργό. Αφοσιώθηκα ψυχή τε και σώματι στον Αγώνα. Άρχισα να οργανώνω την γύρω περιοχή. Με εκτιμούσαν όλοι οι κάτοικοι των χωριών και δεν βρήκα πουθενά δυσκολίες. Ακόμα και αριστεροί συμμορφώνονταν στις υποδείξεις μου. Μερικοί, μάλιστα, έγιναν μέλη της ΕΟΚΑ. Στην αρχή ήταν υπεύθυνος ΕΟΚΑ του χωριού, σύνδεσμος-ταχυδρόμος και υπεύθυνος μεταφοράς οπλισμού και εκρηκτικών υλών».
Η σύλληψη κι ο εγκλεισμός στα κρατητήρια
Στο ανθρωπομάζωμα του Αυγούστου 1958 ο Μούκκουρος συνελήφθη και κλείστηκε για λίγο στα κρατητήρια. Εκεί τον ευνόησε η τύχη και απολύθηκε κατά λάθος. Έπρεπε να απολυθεί ο Νικόλας Κυριάκου από την Τάλα, αλλά η σύγχυση ονομάτων τον ευνόησε κι αφέθηκε αυτός ελεύθερος. Καθημερινά, όμως, πήγαινε στην Αστυνομία και έδινε το «παρών» του. Μια μέρα τον ρώτησε ο Νιταή τσαούσης αν είναι ο Νικόλας Κυριάκου από την Τάλα και προτού απαντήσει, η αγωνίστρια Γιωργούλα Χριστοδουλίδη, που ήταν εκεί, του έγνεψε να πει «ναι».
Τότε ο Νιταής έσβησε το όνομά του με κόκκινο μελάνι από τον κατάλογο των κρατουμένων. Λίγο αργότερα διαπιστώθηκε το λάθος και ο Μούκκουρος καταζητήθηκε πάλι. Πήγαν στην Αναβαργό να τον συλλάβουν, αλλά οι κάτοικοι έστειλαν τους αστυνομικούς και τους ένοπλους στρατιώτες στο σπίτι του αδελφού του, για να του δοθεί η ευκαιρία να διαφύγει.
Ο Τομεάρχης Τεύκρος Λοΐζου, που γνώριζε πολύ καλά την ψυχική δύναμη και δράση του Μούκκουρου, τον δέχθηκε στο αντάρτικο και του ανέθεσε τον υποτομέα Αναβαργού. Ο ακούραστος αγωνιστής άρχισε αμέσως να οργανώνει ομάδες κρούσεως, σαμποτέρ και Νεολαίας. Στο έργο του τον βοηθούσε και ο μικρότερος αδελφός του, Κώστας Κ. Πενταράς, που ήταν ομαδάρχης της ΕΟΚΑ στη γειτονική γενέτειρά τους Χλώρακα. Τα δυο αδέρφια συνεργάστηκαν στενά και με τις ομάδες τους κτυπούσαν αλύπητα τον εχθρό. Είπε χαρακτηριστικά ο Μούκκουρος: «Οι ομάδες κρούσεως, οι σαμποτέρ και η ΑΝΕ επαλλάναμεν κυριολεκτικά τους Εγγλέζους με ενέδρες, ανατινάξεις στρατιωτικών και κυβερνητικών στόχων, καθώς και με μαχητικές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις».
Το τέλος του αγώνα και η δικαίωση που δεν ήρθε
Το τέλος του αγώνα βρήκε τον Νικόλα Κ. Πενταρά - Μούκκουρο, καταζητούμενο υποτομεάρχη. Γύρισε στην Αναβαργό τιμημένος και αγαπημένος απ' όλους τους κατοίκους των γύρω χωριών αλλά και της γενέτειράς του Χλώρακας. Στην ερώτηση πώς έβλεπε τα πράγματα γύρω από το εθνικό θέμα, απάντησε:
«Οι Εγγλέζοι δεν θα μας συγχωρήσουν ποτέ για την προσβολή που πάθανε από την ΕΟΚΑ. Μια δράκα απειροπόλεμα παιδιά, με αρχηγό έναν Συνταγματάρχη του Ελληνικού Στρατού, εξευτέλισε έναν στρατάρχη και τρεις στρατηγούς της μεγαλύτερης αυτοκρατορίας. Μας εκδικούνται ακόμα και δεν θα πάψουν ποτέ να μας εκδικούνται. Δεν πρόκειται να μας χωνέψουν ποτέ... Θα είναι πάντοτε εχθροί μας, ό,τι κι αν συμβαίνει, όμως, εγώ προσωπικά παραμένω αγωνιστής, πιστός στον όρκο μου, στις ιδέες μου και τα ιδανικά μου».
«Δηλαδή, τι εννοείς κύριε Κώστα, όταν λες ότι παραμένεις πιστός στον όρκο σου και τις ιδέες σου;», τον ρώτησα. Κι εκείνος μ' ένα ύφος δασκάλου προς μαθητή, απάντησε:
«Επίορκος δεν έγινα, ούτε θα γίνω. Εγώ δεν είμαι λινοπάμπακος, όπως πολλοί πρώην αγωνιστές. Δεν ζήτησα ούτε βοήθεια από κανέναν, ούτε αμοιβή για την προσφορά μου στον Αγώνα. Ό,τι έκαμα, το έκαμα για να ελευθερωθεί η πατρίδα μου, που ήταν και είναι σκλάβα τόσα χρόνια. Δεν είδε μια καλή μέρα. Δεν ενώθηκε με τη Μητέρα Ελλάδα. Είμαι, ήμουν και θα παραμείνω αγωνιστής της ΕΟΚΑ και της Ελλάδας. Μέσα μου η ελληνική φλόγα θα παραμείνει άσβεστη.Τα μάτια μου θα είναι στραμμένα στην Ακρόπολη, μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής μου. Έλληνας γεννήθηκα και Έλληνας θα πεθάνω…».
Αυτός ήταν, με λίγα λόγια, ο αγωνιστής Νικόλας Κ. Πενταράς - Μούκκουρος, που μας έφυγε με τον αβάστακτο καημό ότι δεν είδε την αγαπημένη του Κύπρο ενωμένη με τη Μάνα Ελλάδα. Έλληνας γεννήθηκε και Έλληνας πέθανε. Αιωνία του η μνήμη.




