ΤΟ ΛΥΚΑΥΓΕΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΝΙΑΥΤΟΥ ΚΑΙ Η ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΜΙΑΣ ΣΘΕΝΑΡΗΣ ΠΙΣΤΗΣ

Καθώς από ώρα σε ώρα γυρίζει ο χρόνος και οι δείχτες των ρολογιών θα σημάνουν την αφετηρία ενός άλλου ενιαύσιου κύκλου, εύλαλες και ηχηρές έως σβησμένες φωνές αφουγκραζόμαστε τις λέξεις να συνωθούνται στα κατάστιχα των περασμένων ημερών. Αξιέπαινα επιτεύγματα ατομικών δρώμενων, συλλογικών διεργασιών και δημόσιων πεπραγμένων, όπως και λυπηρές αναφορές αναπολόγητων απολογισμών, κρίσιμων εκκρεμών ζητημάτων και ανεκπλήρωτων στοχεύσεων, αποτιμήσεις αγαθών προθέσεων και καρποφόρων προσπαθειών, αλλά και ατελέσφορων σχεδιασμών, άθλα αρετής, μα και επαίσχυντα αθλίων έργα.

Άηχες, ωστόσο, πλην εύηχες σιωπές δονούν μαζί τον χειμωνιάτικο αγέρα, σμίγοντας τις ψυχρές ριπές των τωρινών καιρών και των μελλοντικών ανέμων με μετέωρα αναπάντητα ερωτηματικά. Ποιες άραγε άγνωστες πορείες μάς επιφυλάσσει ο επικείμενος δρόμος αντοχής, πόσες αθέατες στροφές θα πρέπει να διαβλέψουμε και πώς θα διαβούμε τόσα δύσκαμπτα μονοπάτια;

Και πώς, εξάλλου, θα καταφέρουμε ν’ αποτρέψουμε τις επαπειλούμενες διαθέσεις και τις εχθρικές επιβουλές του Τούρκου κατακτητή, που επανέρχεται δριμύτερος με τα υποχθόνια και υποθαλάσσια σχέδιά του; Ανάμεσα σε νουνεχείς είτε τυχάρπαστους επίδοξους πλοηγούς ποιος εντέλει ενδείκνυται επιδέξιος οιακοστρόφος, για να οδηγήσει το διάτρητο μικρό μας σκάφος μέσα από συμπληγάδες και μαινόμενες θαλασσοταραχές; Μήπως θα το βουλιάξουν το κυματόδαρτο σκαρί αδίστακτοι πειρατές και άγριοι κουρσάροι;

Και όμως, το οσονούπω λυκαυγές του νέου ενιαυτού, όντας ασύμβατο με δυσοίωνα μηνύματα και αποθαρρυντικές προοπτικές, δεν κομίζει παρά μόνο την αφύπνιση μιας σθεναρής πίστης και της ανυποχώρητης εμμονής στα απαράγραπτα δίκαια των διεκδικήσεών μας, την απαντοχή της ελπίδας και την προσδοκία μιας αισιόδοξης αγωνιστικής προσμονής.

Αυτής, που στο φως του παντοδύναμου Ήλιου της Δικαιοσύνης, θα διαλύσει το πυκνό σκοτάδι ενός επίφοβου ενδοτισμού, συντρίβοντας συνάμα το έρεβος της ηττοπάθειας ενάντια στο βρυχώμενο θεριό με τα δόντια γκρίζου λύκου και τις δόλιες πλεκτάνες. Γιατί, όσο κι αν ακούγονται ρομαντικά ευχολόγια και παραμυθίας εναύσματα, δεν υπάρχουν άλλες λέξεις από τις ηδύφθογγες συνηχήσεις στα πανελλήνια κάλαντα της Πρωτοχρονιάς: «Αρχιμηνιά και Αρχιχρονιά/[…]/κι αρχή καλός μας χρόνος».

Μια αρχή, που για να ευοδωθούν οι υποσχέσεις ισχυρών πεποιθήσεων και ελπιδοφόρων προβλέψεων επιβάλλεται, το δίχως άλλο, να εδράζεται σε αμετάθετες αρχές και απαρασάλευτα ήθη της ελληνοπρεπούς χριστιανικής μας παράδοσης· όπως αυτής, που μέσα από κυριολεκτικά συμφραζόμενα και συνειρμικούς συμβολισμούς διαμηνύουν τα εδώ πρωτοχρονιάτικά μας κάλαντα:

«Πάλιν ακούσετε άρκοντες/τζι’ ήρταμεν να σας πούμεν/πως αύριον είναι γιορτή/τζιαι πρε…τζιαι πρέπει να χαρούμεν./Αύριον εν Αρχιχρονιά/πρώτη Ιανουαρίου/όπου γιορτάζεται παντού/τ’ Αγί…τ’ Αγίου Βασιλείου./Ζητώ χάριν που τον Θεόν/τα λόγια μου να δέσω/ τον Άγιον Βασίλειον/να σας… τον επαινέσω./Που τον αφέντην τον Θεόν/ήτανε φωτισμένος/τζιαι στων γραμμάτων την σπουδήν/σοφί… σοφίαν πλουμισμένος./Γέννημαν της Καισάρειας/βλαστός Καππαδοκίας/τζιαι ποιητής θεόπνευστος/της θει… της θείας λειτουργίας./Πρωτομηνιά, Πρωτοχρονιά/τζιαι πάλ’ αρχή του Λόγου/τζιαι ’μεις καλώς σας ήβραμεν/να ζιει…να ζιείτε τζιαι του χρόνου./Εις πολλά τα έτη!».

Αυτή λοιπόν η πανεόρτια αρχή δεν σηματοδοτεί απλώς την έναρξη του ημερολογιακού έτους αλλά και του Θείου Λόγου, τη θεοπνευστία του οποίου με ιερή ευλάβεια επικαλούνταν οι παλιοί μας καλαντιστές εν ονόματι του εορτάζοντος μεγάλου πατέρα της χριστιανοσύνης Αγίου Βασιλείου. Του ενός εκ των Τριών Ιεραρχών των Ελληνοχριστιανικών Γραμμάτων, της οικουμενικής φιλανθρωπίας και της πανανθρώπινης αγάπης, που, όσο κι αν είναι ο απανταχού δημοφιλής άγιος των παιδιών, η βυζαντινή ασκητική του μορφή δεν μπορεί ασεβώς να μεταλλάσσεται στον δυτικό «Σάντα Κλάους», την ευτραφή εκείνη κοκκινοφορεμένη φιγούρα της καταναλωτικής μεταμφίεσης, των φαιδρών μαζικών παρελάσεων και των σαχλών αμερικανικών ταινιών με ανθρωπόμορφους ταράνδους, ξωτικά και ποικιλώνυμες «Μrs Claus», των καμινάδων, των εναέριων έλκηθρων μέχρι και των υποβρύχιων καταδύσεων.

Σε αντίθεση με όλες αυτές τις ψευδεπίγραφες παραποιήσεις, ιδού πώς με ευφάνταστη θεοσέβεια εξυμνεί τον Άη Βασίλη το γραφικό δημώδες άσμα της δικής μας αυθεντικής παράδοσης: «Άης Βασίλης έρκεται από την Καισαρείαν/εβάσταν εις το σιέριν του Χριστόν τζιαι Παναγίαν./Οι λιόντες τον επιάσασιν μέσα στα μερσινάτζια/Βασίλη ξέρεις γράμματα πε μας τ’αρφαβητάτζια./Εκούμπησεν στην βέρκαν του να πει τ’ αρφαβητάτζια/τζιαι πάνω εις την βέρκαν του κλωνάρκα εφυούσαν/τζιαι πάνω σ’τζιείνα τα κλωνιά πουλιά ετζειλαδούσαν./Η τζίκλα παίρνει το νερό, η φάσσα το σαπούνι/τζι η πέρτικα τα ρούχα του τα μουσκομυρισμένα,/τζιαι καλημέρα για γιορτή δώστε μας… πουλουστρένα».

Οι καλότυχοι της βασιλόπιτας

Ο Μέγας Βασίλειος, λοιπόν, της θείας πανσοφίας και της άκρας ταπείνωσης, που στη φιλοδωρία της κοινωφελούς μέριμνας και στη θυσιαστική του προσφορά προς τον συνάνθρωπο, όπως και στα δώρα των Τριών Μάγων προς τον νεογέννητο Χριστό παραπέμπει η «πουλουστρένα» του πρωτοχρονιάτικου φιλοδωρήματος, φραγκικής ετυμολογίας (=pour estrennes) και εθιμικής διαιώνισης. Και το φλουρί στη βασιλόπιττα; Αν και έχει τις ρίζες του στα αρχαιοελληνικά Κρόνια και στα ρωμαϊκά Σατουρνάλια, ανάγεται κατά τους χριστιανικούς χρόνους στα ίδια καθαγιασμένα πρόσωπα.

Το έθιμο συναντάται τόσο στους Φράγκους, που αφιέρωναν την πρωτοχρονιάτικη πίττα στους Τρεις Μάγους-Βασιλείς, όσο και στην Καισάρεια, σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση. Όταν δεσπότης στην περιοχή ήταν ο Άγιος Βασίλειος, ζήτησε από τους χριστιανούς να προσφέρουν χρυσαφικά, για να τα δώσει στον άπληστο έπαρχο-τύραννο, που απειλούσε να λεηλατήσει την πόλη, ο οποίος ως εκ θαύματος εξουδετερώθηκε. Έτσι, οι πιστοί βρήκαν ο καθένας το δικό του τιμαλφές μέσα στα ζεστά ψωμάκια, που ο Άγιος με τη φώτιση του Θεού είχε παρασκευάσει, «χρυσώνοντάς» τα.

Έκτοτε, μετά την επιστροφή όχι από «ρεβεγιόν», αλλά από την πρωτοχρονιάτικη θεία λειτουργία του Μ. Βασιλείου, καλότυχος για όλη τη χρονιά όποιος βρίσκει το συμβολικό νόμισμα της βασιλόπιττας, που στο κυπριακό σπίτι τοποθετείται την παραμονή στο τραπέζι μαζί με κόλλυβα, ένα αναμμένο κερί, ένα ποτήρι κρασί και το πορτοφόλι του νοικοκύρη, για να έλθει ο Άγιος να φάει, να πιει και να τα ευλογήσει. Ευλογημένα και τα χλωρά φύλλα της ελιάς, όταν πετάγονται «τσακριστά» από τ’ αναμμένα κάρβουνα, προς εκπλήρωση του πόθου αυτού/ής που βαθιά παρακαλεί τον Άγιο: «Άη Βασίλη βασιλιά, δείξε τζιαι φανέρωσε αν μ’ αγαπά ο/η...».

Κρίμα που δεν μπορούμε να γιορτάσουμε τα πατροπαράδοτα έθιμά μας στις γειτονιές που μοσκοβολούσαν «σισαμωτά» και στις ενορίες, όπου αντιλαλούσαν του Δωδεκαήμερου οι καμπάνες. Άλλη μια Πρωτοχρονιά μακριά από τα σκλαβωμένα χωριά και τις κατεχόμενες πόλεις μας· χωρίς Αμμόχωστο, Καρπασία και Κυθρέα, δίχως Μόρφου και Κερύνεια. Κι ο Πενταδάκτυλος στέκει βουβός και περιμένει…

Καλή Πρωτοχρονιά!