ΕΚΑΤΟΝ ΤΡΙΑΝΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΡΗΤΙΚΟΥ
ΥΠΕΡΜΑΧΟΣ ΕΝΟΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟΥ, ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΟΣ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΠΡΟΣΩΠΟ, Ο ΜΕΓΑΣ ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ ΚΑΙ Ο ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΤΟΥ ΝΕΟΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΔΙΑΝΥΣΕ ΤΗΝ «ΟΔΥΣΣΕΙΑ» ΤΗΣ «ΜΕΛΙΣΣΑΣ» -ΠΑΡΑΠΕΜΠΟΝΤΑΣ ΣΤΑ ΟΜΩΝΥΜΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ-, ΠΟΥ ΚΕΝΤΡΙΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΑΝΘΗ (ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ Ή ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ), ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΝΕΚΤΑΡ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΑΡΧΗΣ
«Δεν ανήκω σε μια ιδεολογία. Γι’ αυτό μπορώ να βλέπω καθαρά. Όταν ανήκεις σε κάποιο κόμμα, δεν βλέπεις καθαρά. Κι αν βλέπεις καθαρά, δεν μπορείς ν’ ανήκεις σε κόμμα»
Ο Καζαντζάκης (1883-1957) είναι σήμερα 134 χρονών, παρότι το φετινό έτος σηματοδοτεί την 60ή επέτειο της εκδημίας του. Γιατί ο μεγάλος Κρητικός δεν αποδείχθηκε απλώς πολυγραφότατος συγγραφέας παγκόσμιας εμβέλειας, αλλά και παραμένει ένας πρωτεϊκός διανοητής οικουμενικής ακτινοβολίας και διαχρονικής αναγνώρισης. Με το επικών διαστάσεων πολύκροτο ποιητικό, δραματουργικό, ταξιδιογραφικό και μυθιστορηματικό του έργο, υπερβαίνοντας τα συμβατικά όρια της ζωής και συνεχίζοντας την ατελεύτητη πορεία από τους γήινους δρόμους του στοχασμού μέχρι τους μεταφυσικούς προορισμούς του αέναου αναστοχασμού της, καταργεί τη ληξιπρόθεσμη πράξη του θανάτου.
Έτσι, η αθάνατη καζαντζακική φωνή, μεταφρασμένη σε περισσότερες από 40 γλώσσες του κόσμου, απηχεί όχι μόνο χτεσινές και συγκαιρινές αλήθειες, αλλά και μέσα από τις πολυφασματικές συνηχήσεις των διαλεκτικών της ανασυνθέσεων θα προσλαμβάνεται στο διηνεκές με επίκαιρες ερμηνευτικές επαναγνώσεις. Εξ ου, και διαρκώς εμπλουτίζεται η ελληνική και ξενόγλωσση βιβλιογραφία με ενδιαφέρουσες μελέτες νέων κριτικών προσεγγίσεων, εκ διαμέτρου αντίθετων ενίοτε, επιλεκτικών και μη σφαιρικών, αποτιμήσεων για τον περιπετειώδη βίο και την πληθωρική συγγραφική πολιτεία του Νίκου Καζαντζάκη.
Στο παρόν σημείωμα ας επιχειρήσουμε μιαν ενδεικτική αναδρομή στις αναζητήσεις της πολιτικής του φιλοσοφίας, όπως συμπεραίνονται από σύγχρονούς του αξιόπιστους βιογράφους και από τη δική του δοκιμιακή, μυθιστορηματική και επιστολική γραφίδα.
Κατ’ αρχήν, η σκέψη του φιλελεύθερου επαναστάτη και αεικίνητου αναζητητή νέων κοινωνικοπολιτικών ιδεών, έξω από στερεοτυπίες ιδεοληπτικών επαρχιωτισμών και δογματικών περιχαρακώσεων, είχε προκαλέσει την μήνιν της Εκκλησίας και της Πολιτείας με τις άκριτες κατηγορίες του «άθεου» και «κομμουνιστή». Επικρίνοντας το ελληνικό κατεστημένο της εποχής του, που εξοστράκιζε τους «αιρετικούς» και «αποσυνάγωγους» τού συστήματος, καθώς και κατά τη μετεμφυλιακή περίοδο τους ασύντακτους στα αντίπαλα στρατόπεδα τού έξωθεν και ένδοθεν διχαστικού στιγματισμού πατριωτών-προδοτών, γράφει απογοητευμένος στον Πρεβελάκη: «Οι άνθρωποι στην Ελλάδα είναι ακόμη ολότελα απροετοίμαστοι να ακούσουνε μια ιδέα και να ταραχτούν. Είναι μικροί, εμποράκοι, δασκαλάκοι, άναντροι».
Μπορεί προς στιγμήν να επηρεάστηκε από κομμουνιστικές θεωρίες ή και ακόμη από εθνικιστικές εξαγγελίες, αρχής γενομένης από τον Μπαρές και τον Νίτσε, που άσκησαν καταλυτικές επιδράσεις σε ουκ ολίγους Έλληνες διανοούμενους των αρχών του 20ού αιώνος, ποτέ όμως δεν ασπάστηκε εξτρεμιστικές ιδεολογίες μήτε προσχώρησε σε μονολιθικούς κομματικούς σχηματισμούς, όπως στον ΕΑΜ/ΕΛΑΣ ή στον ΔΣΕ. Έστω και αν διαλαλούσε «παλεύουμε, κηρύσσουμε επιστράτευση, σηκώνουμε στρατό» και «Όλοι είμαστε κομμουνιστές», επισύροντας την «ύβριν» του κομμουνιστή από την «εθνικόφρονα» όχθη, στην ανειρήνευτη μαχητικότητα του πνεύματός του και στην αγωνιστικότητα της πανανθρώπινής του συνείδησης κανένα είδος νοσηρού φανατισμού δεν επέτρεπε να εμφιλοχωρήσει.
Πέραν των όσων εξηγήσεων καταθέτει στο αυτοβιογραφικό του αριστούργημα «Αναφορά στον Γκρέκο», η Έλλη Αλεξίου, που τον ήξερε καλά ως αδελφή της πρώτης του συζύγου Γαλάτειας και μια από τις πρωτοπόρους της Αριστεράς, επιβεβαιώνει: «Ο Νίκος δεν υπήρξε ποτέ κομμουνιστής. Για τον απλούστατο λόγο γιατί ποτέ κανείς κομμουνιστής δεν τον είπε κομμουνιστή».
Στο βιβλίο της επίσης για τον Καζαντζάκη «Για να γίνεις μεγάλος» παραθέτει τα ίδιά του τα λόγια: «Δεν ανήκω σε μια ιδεολογία. Γι’ αυτό μπορώ να βλέπω καθαρά. Όταν ανήκεις σε κάποιο κόμμα, δεν βλέπεις καθαρά. Κι αν βλέπεις καθαρά, δεν μπορείς ν’ ανήκεις σε κόμμα». Παρόλο που το 1945, μετά τη ναζιστική κατοχή και έχοντας ζήσει τα τραγικά Δεκεμβριανά, ιδρύει τη Δημοκρατική Ομάδα και τη Σοσιαλιστική Εργατική Ένωση, προκειμένου να ενώσει τους αποσχισθέντες δημοκρατικούς της μη Κομμουνιστικής Αριστεράς. Στόχος του η αφύπνιση και η αποτροπή του εμφύλιου σπαραγμού, «για τη Δημοκρατία, την κοινωνική και οικονομική δικαιοσύνη και τον Σοσιαλισμό».
Αποστασιοποίηση
Στις αλλεπάλληλες ωστόσο επισκέψεις του στη Ρωσία ως επίσημος προσκεκλημένος του σοβιετικού καθεστώτος πίστεψε πως η επανάσταση των μπολσεβίκων θα έφερνε την κοσμογονική αλλαγή της απόλυτης ελευθερίας και δικαιοσύνης, αν και μετά την επιστροφή του από τη Σοβιετική Ένωση είναι εμφανής η αποστασιοποίησή του από τα κομμουνιστικά ιδεολογήματα. Μιλώντας τον Γενάρη του 1928 στην Αθήνα, στο θέατρο «Αλάμπρα», για τα δεκάχρονα της Οκτωβριανής Επανάστασης, μεταξύ άλλων δεν θα παραλείψει να δηλώσει:
«Δεν βρήκα στη Ρουσία μήτε τον Παράδεισο, όπως διαλαλούσαν οι απλοϊκοί από τους κομμουνιστές, μήτε την Κόλαση, όπως εβεβαίωναν οι χαιρέκακοι και τρομαγμένοι αστοί», ενώ έγραφε την ίδια χρονιά στην Ελένη Σαμίου, τη μετέπειτα σύζυγό του: «Τις ιδέες μου για τον κομμουνισμό τις ξέρετε και τις διατύπωσα κατά τρόπο δύσκολο, μα λαγαρό τρόπο στην “Ασκητική”. Δεν είμαι επιπόλαιος, μήτε στενοκέφαλος, μήτε μαρξιστής… Η δουλειά μας στη Ρουσία δεν θα μας επιβάλει καμία σκλαβιά και μήτε είμαστε όργανα κανενός».
Η απομυθοποίηση περί κομμουνιστικού μυθεύματος, που εξύφαναν μέχρι και ομότεχνοί του σε στεγανά ακραίων συντηρητισμών, στοιχίζοντάς του την κατάφωρη αδικία για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, καταδεικνύεται και από τις διευκρινίσεις του σε κατοπινότερη ομολογία: «Από το 1923 - 1933 περίπου περνούσα την ίδια συγκίνηση και φλόγα στην αριστερή παράταξη, αλλά ποτέ κομμουνιστής, καθώς ξέρετε, την πνευματική αυτή ψώρα δεν την έπαθα».
Ο πρώτος όμως σταθμός στα δρώμενα της πολιτικής του οδοιπορίας ήταν το 1910, όταν, εμφορούμενος από τις ιδέες του ελληνικού εθνικιστικού πατριωτισμού του Ίωνος Δραγούμη, σε κριτική του μελέτη με τίτλο «Για τους νέους μας», δημοσιευμένη στη «Νέα Ζωή» της Αλεξάνδρειας, εμφυσούσε στη νεολαία το χρέος της ευθύνης για τη συμμετοχή και την προσφορά στα κοινά μέσα από την αγάπη στην πατρίδα, γιατί: «…όσο περισσότερο ριζώνεις στο χώμα της Πατρίδας σου, τόσο ασφαλέστερα τελειοποιείσαι, υψώνεσαι να καρποφορείς. Δεν περιφρονείς τις άλλες Πατρίδες, μα δεν μπορείς να τις αιστανθείς τόσο πλέρια και δυναμογόνα μέσα σου. Γιατί κάθε ανώτερος νέος τίποτε άλλο δεν είναι παρά το συμπύκνωμα των δυνάμεων και των ορμών και των ονείρων της ιδικής του φυλής. Και γι’ αυτό μόνο την Πατρίδα του μπορεί να νοιώσει βαθειά και μόνο αυτή μπορεί να του χρησιμέψει όργανο στην τελειότατη εξωτερίκεψη τού εγώ του».
Δύο χρόνια αργότερα, το 1912, λόγω προσωπικής σχέσης με τον Βενιζέλο, ενστερνίζεται την κοινοβουλευτική δημοκρατία και το 1918 διορίζεται γενικός διευθυντής στο Υπουργείο Περιθάλψεως για τον επαναπατρισμό 150 χιλιάδων Ελλήνων, διωγμένων από τη Σοβιετική Ένωση. Όταν μετέπειτα και για σύντομο χρονικό διάστημα (Νοέμβριος 1945-Ιανουάριος 1946) διορίζεται υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στη φιλοβενιζελική κυβέρνηση Σοφούλη, συνεργάζεται με τον Σβώλο και άλλους σοσιαλιστές για την πραγμάτωση μιας ανεξάρτητης σοσιαλιστικής πολιτικής. Διαβάζουμε σε ένα από τα «Τετρακόσια γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη: «Να πλάσουμε έναν πιο δίκαιο και ηθικό κόσμο, όπου η υλική ευδαιμονία θα είναι το μέσον μονάχα για την ψυχική και πνευματική χειραφέτηση του ανθρώπου».
Υπέρμαχος ενός κοινοβουλευτικού, σοσιαλιστικού πολιτεύματος με ανθρώπινο πρόσωπο, ο μέγας Κρητικός της πανανθρώπινης συνείδησης και ο κορυφαίος συγγραφέας του νεότερου Ελληνισμού διάνυσε την «Οδύσσεια» της «Μέλισσας» -παραπέμποντας στα ομώνυμα έργα του-, που κέντρισε όλα τα άνθη (του κακού ή του καλού), αναζητώντας το νέκταρ μιας νέας αρχής. Ταξιδευτής πέρα από την Ιθάκη, τον νιώθουμε να πολεμά ακόμη για τη Δικαιοσύνη και την Ελευθερία του Ανθρώπου.




