Ν. Παναγιώτου - Πρ. Παναγιώτου

Το βιβλίο αναδεικνύει την πολιτισμική φυσιογνωμία του ιστορικού αυτού προαστίου της Λευκωσίας, όπως τη διαμόρφωσαν τα πολυσχιδή έργα και οι φιλοπρόοδες ημέρες των παλαιότερων κατοίκων του, από τα τέλη του 19ου αιώνος μέχρι το χρονικό μεταίχμιο του 1960

Ένα ολιγόγραμμο σημείωμα σίγουρα θα αδικούσε το εξόχως ενδιαφέρον νεοεκδοθέν έργο «Η Έγκωμη Λευκωσίας πίσω στο χτες και στ’ αχνάρια του σήμερα», συγγραφικό επίτευγμα καλαίσθητης εκδοτικής αρτιότητας και επίπονης χρονοβόρας έρευνας του Νίκου Παναγιώτου με την εργώδη συνέργεια του αδελφού του Προκόπη Παναγιώτου: δύο επιφανών Εγκωμιτών, που μέσα από τις 357 ευμεγέθεις δίστηλες σελίδες (23χ31) του βιβλίου τους, διανθισμένες με μαυρόασπρες και έγχρωμες φωτογραφίες, αναδεικνύουν την πολιτισμική φυσιογνωμία του ιστορικού αυτού προαστίου της Λευκωσίας, όπως τη διαμόρφωσαν τα πολυσχιδή έργα και οι φιλοπρόοδες ημέρες των παλαιότερων κατοίκων του, από τα τέλη του 19ου αιώνος μέχρι το χρονικό μεταίχμιο του 1960.

Οι μικρότερες δυσκολίες πρόσβασης σε γραπτές και προφορικές πληροφορίες για μιαν ελεύθερη κοινότητα σε σχέση με τις κατεχόμενες, που ενέπνευσαν σημαντικό αριθμό ομώνυμων οδοιπορικών, το προγονικό χρέος και η παρακαταθήκη προς τους επιγόνους συνιστούν τα εμφανή κίνητρα του εγχειρήματος, όπως τα προτάσσει στον πρόλογό του ο Ν. Παναγιώτου· ενώ στην εισαγωγή, πέραν της βοηθητικής βιβλιογραφίας παραθέτει τις πηγές, που συγκροτούν τη σφαιρική παρουσίαση της γενέτειράς του:

«Μέσα από εφημερίδες, έγγραφα του Κρατικού Αρχείου, δημογραφικές εκθέσεις, έγγραφα από τα αρχεία του σχολείου, της εκκλησίας, των σωματείων, τις δέλτους του δημοψηφίσματος, τα γενεαλογικά δέντρα, τους καταλόγους εισφορών σε εράνους που έγιναν σε διάφορες περιπτώσεις, με επισκέψεις στο παλιό κοιμητήριο του χωριού, προφορικές μαρτυρίες άλλων και την προσωπική μνήμη…».

Στο Μέρος Α΄ δίδεται, κατ’ αρχήν, η σύντομη γεωμορφολογική περιγραφή της Έγκωμης, η πρώιμη δημογραφική και οικονομική εικόνα του πληθυσμού της και ο αρχικός οικιστικός της πυρήνας στον «Μετσιήτη». Σημειώνονται επίσης οι ιστορικές απαρχές της, που ανάγονται επί Ενετοκρατίας, κατά την επικρατούσα εκδοχή, το 1567, όταν οι άστεγοι λόγω κατεδαφίσεων των υποστατικών τους από τους Βενετούς ίδρυσαν έξω από την πρωτεύουσα τη Νέα Κώμη>Νέγκωμη>Έγκωμη. Ο συγγραφέας, ωστόσο, παρενθέτει ως εισήγηση τη δική του τοπωνυμική ετυμολόγηση από το «Εν κώμη» του γειτνιάζοντος Αγίου Δομετίου, του οποίου η Έγκωμη υπήρξε άλλοτε συνοικία.

Στο κεφάλαιο «Εκκλησία» εξετάζεται τόσο η περιπετειώδης ιστορία της παλιάς εκκλησίας του Αγίου Νικολάου της Έγκωμης από τον καταστροφικό ανεμοστρόβιλο στη Λευκωσία το 1901 και της πυρκαγιάς στο εικονοστάσι της το 1933, όπως και η στελέχωση του ναού με εκκλησιαστικούς επιτρόπους, ιερείς, ψάλτες και νεωκόρους. Εκτενείς λεπτομέρειες περιλαμβάνει το κεφάλαιο «Εκπαίδευση» από τη λειτουργία του πρώτου μεικτού δημοτικού Έγκωμης, κτισμένου στον περίβολο του ναού τού αγίου Νικολάου, μέχρι την ανέγερση του νέου σχολικού κτηρίου σε γη που δώρισε η Μονή Κύκκου το 1931.

Μεταξύ 1923 και 1934 μαρτυρείται επίσης η ύπαρξη Αρρεναγωγείου και Παρθεναγωγείου. Δημοσιεύματα και αναφορές επιθεωρήσεων παραπέμπουν σε σχολικά δρώμενα, την επιδημία μηνιγγίτιδας που έκλεισε το σχολείο για ένα μήνα σχεδόν το 1937, καταστάσεις κτηριακού και διδακτικού εξοπλισμού, μαθητικές επιδόσεις και βραβεύσεις, αντιδράσεις γονέων και μαθητών εναντίον της προσπάθειας των Άγγλων να περιορίσουν τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και ιστορίας, εισφορές υπέρ του ταμείου προνοίας και για άλλες ανάγκες, αριθμούς κατ’ έτος μαθητών και ονόματα διδακτικού προσωπικού, όπως εμφαίνουν οι σχετικοί πίνακες και ενδεικτικές φωτογραφίες τάξεων ορισμένων ετών.

Η συμμετοχή της Έγκωμης στα ενωτικά δημοψηφίσματα του 1921, 1930 και 1950, όπου και τα παρεμβαλλόμενα φύλλα από τους τόμους τού «Αξιούμεν», στον απελευθερωτικό αγώνα του 1955-1959, στους εθνικούς εράνους κατά τους βαλκανικούς πολέμους, καθώς και στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τεκμαίρεται στο αντίστοιχο κεφάλαιο. Γίνεται επίσης λόγος στη συνέχεια για το διοικητικό σύστημα από το τέλος της τουρκοκρατίας μέχρι τη δεκαετία του '60.

Ένα ευρύ φάσμα θεμάτων πραγματεύονται τα υπόλοιπα κεφάλαια, παρουσιάζοντας πτυχές της κοινωνικοοικονομικής, πολιτιστικής και καθημερινής ζωής, φτάνοντας στις σημερινές εκδηλώσεις και τις πολύπλευρες δραστηριότητες των κατοίκων και των δημάρχων της Έγκωμης.

Στο Μέρος Β΄ καταγράφονται τα Γενεαλογικά Δέντρα των οικογενειών με τα σημαντικότερα βιογραφικά στοιχεία των μελών τους, όπου ήταν δυνατόν να εντοπιστούν με τις άοκνες προσπάθειες του Πρ. Παναγιώτου.

Το πόνημα των δύο αξιέπαινων δημιουργών αποτελεί έργο αναφοράς για την Έγκωμη του χτες, που συνεχίζει τις ποικιλώνυμες δημιουργικές επιδόσεις της στο σήμερα με προοπτική το αύριο…