Με τη διάδοση της φωτογραφίας στα τέλη του 19ου αιώνα οι ξένοι περιηγητές κάτω από την οξύτητα του εξερευνητικού τους βλέμματος εξεικόνισαν το πρόσφατο πολιτισμικό και περιβαλλοντικό παρελθόν του τόπου μας, απαθανατίζοντας αξιοθέατα αρχαιολογικών χώρων και ιστορικών μνημείων, φυσικά τοπία και αρχιτεκτονικές όψεις αγροτικών είτε αστικών περιοχών μαζί με τους ανθρώπους, τις φυσιογνωμικές και ενδυματολογικές ιδιαιτερότητες, τα παραδοσιακά ήθη και τις επαγγελματικές τους ενασχολήσεις.
Τα ταξιδιογραφικά κείμενα ωστόσο άλλων επισκεπτών, πολλά εκ των οποίων ανάγονται σε πολύ παλαιότερους χρόνους, αποτυπώνουν με ζωηρά χρώματα παραστατικών δρώμενων, πέρα από τα μεμονωμένα φωτογραφικά στιγμιότυπα, γλαφυρές περιγραφές και πολύτιμες πληροφορίες των αλλοτινών καιρών της Κύπρου. Γιατί οι «ημερολογιακές» αυτές σελίδες των περιηγητικών οδοιπορικών δεν εκφράζουν μόνο πηγαίες συναισθηματικές σκέψεις ρομαντικών ενατενίσεων είτε τις υποκειμενικές διαθέσεις, θετικές ή αρνητικές, των συγγραφέων τους, αλλά και καταγράφουν διεισδυτικές λεπτομερείς παρατηρήσεις από την πολύμηνη έως ολιγοήμερη εδώ παραμονή τους, μη παραλείποντας ενίοτε συγκριτικές αποτιμήσεις σε σχέση με άλλες γειτονικές χώρες των ταξιδιών τους.
Ειδικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ταξιδιωτικές εκδόσεις Βρετανών περιηγητών, που αναφέρονται από τις αρχές μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα στην τότε αγγλοκρατούμενη αποικία, όπου όχι σπάνια το αντικειμενικό ταξιδιωτικό αισθητήριο επισκιάζουν ανυπόστατες θεωρίες και εσφαλμένες κρίσεις ανθελληνικών προκαταλήψεων.
Κατ’ αρχήν, ο Μπάζιλ Στιούαρτ ανάμεσα στις εκτενείς του «Εμπειρίες από την Κύπρο», που συγκροτούν το ομώνυμο βιβλίο του, καταφέρεται υβριστικά εναντίον των Ελλήνων της Ανατολής και της Κύπρου.
Εξ αφορμής μιας συναυλίας στη Λεμεσό, όπου αντί του αγγλικού ακούστηκε ο ελληνικός εθνικός ύμνος, θεωρεί υπεύθυνους τους Ελληνο-Λεβαντίνους για την απαξίωση της αποικιοκρατίας· ενώ, σύμφωνα με τη βρετανική πολιτική του διαχωρισμού Χριστιανών και Μουσουλμάνων, ο πληθυσμός αποτελείται από Τούρκους και ελληνόγλωσσους απλώς Κυπρίους, που δεν έχουν καμιά σχέση με την ελληνική φυλή παρά μόνο με τη θρησκεία της Ελληνικής Εκκλησίας.
Παρόλο που στον επίλογο του αφηγήματός του τονίζει τις αμερόληπτες και τεκμηριωμένες απόψεις του, ο επαρκής ανα-γνώστης τής υπό αγγλική κυριαρχία προηγούμενης Κύπρου μπορεί να διακρίνει πού ο ταξιδιογράφος εκθέτει αλήθειες και πού με επηρμένη εμπάθεια γίνεται τιμητής και κατήγορος. Όταν διαφωτίζει για την αξία των αρχαίων και μεσαιωνικών μας μνημείων, φωτίζοντας ταυτόχρονα τις φαντασμαγορικές ομορφιές της κυπριακής φύσης, όπως την οροσειρά της Κερύνειας μέσα από το μαγευτικό πανόραμα των παραθύρων του Μπελλαπαΐς και όταν δικαίως επικρίνει την ανεύθυνη λατόμευση των φρουρίων και των εκκλησιών, καθώς και την υλοτόμηση των πεύκων του Πενταδακτύλου.
Αλλά και όταν θεωρεί τους Κυπρίους άσχημους και απλοϊκούς, παρότι απόγονους της Αφροδίτης, διαγράφοντας ακόμη ζοφερό το μέλλον τους σε μιαν άνευ προοπτικής Κύπρο, που εγκαταλείπουν οι πλούσιοι καταφεύγοντας στην Αίγυπτο. Χωρίς να αποδίδει ευθύνες για την επικρατούσα κατάσταση του τουρισμού στην αγγλική διοίκηση παρά μόνο εισηγείται να τεθούν ξενοδοχεία και ατμόπλοια υπό κοινή διεύθυνση, αποτρέπει την έλευση Ευρωπαίων τουριστών στη νήσο, όπου δήθεν θα έχουν την ίδια μεταχείριση με Άραβες, Βεδουΐνους και άλλους Ασιάτες, που δεν διατρέχουν τον κίνδυνο μολυσματικών ασθενειών.
Λίγο αργότερα, η περιηγήτρια Εθέλντρετ Άλλεν, αν και περιοδεύοντας σε πολλά μέρη της Κύπρου θα θαυμάσει μέσα από τις «Επιστολές» της τη μοναδικότητά τους, θα ακολουθήσει όμως την πεπατημένη των πολεμίων της εθνικής μας υπόστασης, αμφισβητώντας την ελληνικότητα της Αμαθούντας και εξισώνοντας τον πόθο της Ένωσης με υποβολιμαία κραυγή από επαγγελματίες προπαγανδιστές. Καθ’ οδόν προς τη Μόρφου μιλά για την ήρεμη διαδρομή του σιδηροδρόμου, που την ενώνει με τη Λευκωσία και την Αμμόχωστο. Ατενίζοντας ακόμη τα κριθαρόσπαρτα και λιναρόσπαρτα χωράφια της Μεσαορίας να τα χρυσώνει ο απογευματινός ήλιος, επαινεί τους συμπατριώτες της που δημιουργούν συνθήκες ευημερίας.
Ο Ρόμπερτ Μπάυρον, ένας από τους σημαντικούς ταξιδιωτικούς συγγραφείς τής υπό εξέτασιν περιόδου, στο βιβλίο του «Ο δρόμος προς την Οξιάνα», συσχετίζοντας το τοπίο της Κύπρου με εκείνο της Ασίας παρά με των ελληνικών νησιών, μας μεταφέρει μεταξύ άλλων το μελωδικό τραγούδι των ανεμομύλων μέσα στα περιβόλια στα περίχωρα των πόλεων.
Ο τελευταίος στη σειρά στο τρίτομο έργο του Άντρου Παυλίδη «Η Κύπρος ανά τους αιώνες μέσα από τα κείμενα ξένων επισκεπτών της» (Φιλόκυπρος) είναι ο Ρίτσαρτ Γκουλντ-Άνταμς, ο οποίος, μετά τη συνοπτική αναδρομή στην Ιστορία της Κύπρου και τη μνεία στο Μουσείο της Λευκωσίας, αναφέρεται στα χαρούπια και το κρασί ως τα κυριότερα εξαγωγικά της προϊόντα, που παρά τη λειψυδρία και τις σιτοδείες διατηρούν σταθερό το εμπορικό ισοζύγιο. Πιστεύει προσέτι ότι η ίδρυση ενός καλού καθ’ ολοκληρίαν αγγλικού σχολείου μέσης παιδείας θα διεύρυνε τους περιορισμένους ορίζοντες, εφόσον η φοίτηση στο πανεπιστήμιο Αθηνών «δεν ευνοεί την ανάπτυξη της αφοσίωσης στα βρετανικά ιδεώδη».
Από τους Γάλλους περιηγητές, ο Ρενέ Ντελαπόρτ στο ομότιτλο βιβλίο του για την Κύπρο καταλήγει στη συγκριτική διαπίστωση ότι η Λεμεσός είναι πιο ενδιαφέρουσα από τη Λάρνακα αλλά λιγότερο ιδιαίτερη από την Αμμόχωστο, καθότι ο τρούλος και το καμπαναριό του καθεδρικού ναού και των μιναρέδων της «δεν έχουν τη γλύκα και την ποιητικότητα των ερειπωμένων γοτθικών εκκλησιών και των τειχών της Αμμοχώστου».
Από τους Έλληνες επισκέπτες μας ο Μυριβήλης στο ταξιδιωτικό του «Απ’ την Ελλάδα» (1954), γράφει για την επική ψυχή της Κύπρου, όπου ζει ακόμα το έπος του Διγενή Ακρίτα, και ακούγοντας τη φωνή του Χότζα στην Αγια-Σοφιά στη Λευκωσία θλίβεται για τον κολοσσιαίο χριστιανικό ναό, «που έχασε τον Θεό του και τούρκεψε». Γι’ αυτό τον «καημό της Ρωμιοσύνης» ο «Νεόφυτος ο Έγκλειστος μιλά» στο ποιητικό οδοιπορικό του Σεφέρη για την Κύπρο.
«Η Κύπρος είναι η αληθινή πατρίδα της Αφροδίτης», προτάσσει στο σύντομο «κυπριακό» ταξιδιωτικό του ο Καζαντζάκης, ενώ ο Ουράνης θέλγεται από «το άρωμα της Φαμαγκούστας», «τις ώρες της Λευκωσίας» και «την ομορφιά του Μπελλαπαΐς». Για τον Βενέζη, ωστόσο, το ευλαβικό προσκύνημα στην Κύπρο νοηματοδοτεί «Η Σπηλιά» του Αυξεντίου και για τον Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο «τα κελιά των μελλοθανάτων» με τον «στενό χώρο σε σκότος και σκιά θανάτου», όπου «η αγχόνη έχει εξαγιαστεί».
Αυτοί και πλειάδα άλλων περιηγητών σκιαγραφούν το παλιό πρόσωπο της Κύπρου, που κανένας κατακτητής δεν μπόρεσε να αλλοιώσει την ελληνικότητά της.




