ΚΥΠΡΙΑΚΕΣ ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΣ ΣΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ EΘΝΟΥΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΓΩΝΙΕΣ ΤΟΥ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
Φρικιαστικές οι σκηνές αναβιώνουν στην προκυμαία του τρόμου, του θαλασσοπνιγμού και του θανάτου και ραγισμένη η φωνή του ποιητή παραληρεί: η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί, καθώς τελετουργεί στα άδυτα της ψυχής το μνημόσυνο τόσων προσφιλών χαμένων πατρίδων
Τις μέρες αυτές του Σεπτέμβρη, που φέτος σηματοδοτούν την 95η επέτειο της Μικρασιατικής Καταστροφής, ξαναζωντανεύει μαζί με τον σπαραγμό της οδύνης και την οργή της νέμεσης ο άσβεστος καημός της Ρωμιοσύνης για τη μεγαλύτερη τραγωδία του νεότερου Ελληνισμού. Αναφλέγεται η μήνις της μνήμης μπροστά στη μαινόμενη φωτιά από την πυρπόληση της Σμύρνης κι ο νους θεριεύει στον δεινό απολογισμό της τουρκικής θηριωδίας, των ανηλεών διωγμών, της αρπαγής, των βανδαλισμών και της ατίμωσης, της σφαγής, του ολέθρου και του ξεριζωμού.
Φρικιαστικές οι σκηνές αναβιώνουν στην προκυμαία του τρόμου, του θαλασσοπνιγμού και του θανάτου και ραγισμένη η φωνή του ποιητή παραληρεί: η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί, καθώς τελετουργεί στα άδυτα της ψυχής το μνημόσυνο τόσων προσφιλών χαμένων πατρίδων, μνημονεύοντας την τελευταία πράξη του δράματος στην πανάρχαια κοιτίδα της Ιωνίας: την αρχή του τέλους τής Μεγάλης Ιδέας και του αλυτρωτικού οράματος με τον άδοξο επίλογο της Μικρασιατικής Εκστρατείας.
Η υποχώρηση της Ελληνικής Στρατιάς των εννέα μεραρχιών με την άτακτη φυγή μαχητών και αμάχων δεν σήμαινε μόνο την ταπεινωτική ήττα της Ελλάδας και την επιδείνωση του εθνικού διχασμού, αλλά και την κατάρρευση της Συνθήκης των Σεβρών, επίτευγμα μακρόπνοης πολιτικής του Ελευθερίου Βενιζέλου. Έτσι, δεν θα προέκυπτε μόνο η γεωγραφική συρρίκνωση της χώρας με την απώλεια της Ανατολικής Θράκης, της Ίμβρου και Τενέδου, αλλά και η μακροπρόθεσμη υπονόμευση των ευρύτερων γεωστρατηγικών της συμφερόντων στην περιοχή.
Ωστόσο, στους ατελέσφορους εκείνους αγώνες του έθνους των πολλαπλών αιτίων και των πολύπτυχων δυσμενών συνεπειών, όπως και στις αγωνίες επιβίωσης των χιλιάδων εκπατρισμένων ομογενών από τις πατρογονικές τους εστίες, η Κύπρος δεν έμεινε απαθής. Τουναντίον, ανήκοντας στην αλύτρωτη περιφέρεια της μητροπολιτικής Ελλάδας και προς εκπλήρωση των προαιώνιων πόθων της με την αποτίναξη του αποικιακού ζυγού, έσπευσε ποικιλοτρόπως να συνεισφέρει τον πολύτιμο οβολό της τόσο στο πολεμικό μέτωπο και το πολιτικό-διπλωματικό πεδίο όσο και επιτελώντας το ανθρωπιστικό της χρέος απέναντι στους αδελφούς πρόσφυγες Μικρασιάτες. Προανάκρουσμα της δικής της μετέπειτα ομοούσιας μοίρας με τον εκτοπισμό του μισού σχεδόν πληθυσμού της από τον ίδιο αδίστακτο κατακτητή.
Για τα πατριωτικά αισθήματα της ολόπλευρης αυτής στρατιωτικής, υλικής και ηθικής συμπαράστασης του κυπριακού Ελληνισμού κατά το μικρασιατικό εγχείρημα και μετά την ατυχή του έκβαση αδιάψευστα είναι τα τεκμήρια των καταγραφών σε αρχιερατικές επιστολές, κρατικά έγγραφα, μητρώα Στρατιωτικών Αρχείων και αξιόπιστες μαρτυρίες, καθώς και σε σωρείαν δημοσιευμάτων στον κυπριακό Τύπο της εποχής, που αποτυπώνονται σε ιστορικές έρευνες της «Μικρασιατικής» βιβλιογραφίας.
Ο συμπάσχων κυπριακός Ελληνισμός
Σταχυολογώντας ενδεικτικά, παραθέτουμε το μήνυμα αλληλεγγύης της Κύπρου στον μικρασιατικό λαό, που εκόμισε στη Σμύρνη τον Μάιο του 1922 ο Μητροπολίτης Πάφου Ιάκωβος Αντζουλάτος και που όπως έγραψε σε απάντησή του ο Χρυσόστομος «βάλσαμον παρηγορίας ενεστάλαξεν εις την αιμάσσουσαν καρδίαν των Μικρασιατών». Η επιστολή του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυρίλλου Γ΄ ανέφερε μεταξύ άλλων: «Η κραυγή του Μικρασιατικού λαού, απειλουμένου εις τα ιερότατά του, συναγείρασα το Έθνος, συναγείρει και το Παγκύπριον, έτοιμον να συνέγκη επί του βωμού των Μικρασιατικών θυσιών ό,τι η συναίσθησις και οι των δεσμών αυτού μετά του Ιωνικού αδελφού επέβαλεν αυτώ.
Εφ’ ω και το Εθνικόν Συμβούλιον της νήσου διασκεπτόμενον επί των καθ’ ημάς πραγμάτων έλαβε την απόφασιν σύμφωνον προς τα αισθήματα και τας αντιλήψεις του Κυπριακού λαού να καλέση τον λαόν τούτον όπως ενισχύση τους εν Ιωνία αγωνιζομένους αδελφούς εν τω περί των όλων αγώνι αυτών δι’ αποστολής εθελοντών και χρηματικών βοηθημάτων».
Σε σχέση με τους εράνους για τις ανάγκες και τα θύματα του πολέμου, που διεξήχθησαν από ερανικές επιτροπές σε όλες τις επαρχίες της Κύπρου από το 1918 έως το 1922, οι τότε εφημερίδες βρίθουν αλλεπάλληλων εκκλήσεων προς ενίσχυση του πανεθνικού αυτού σκοπού. Διαβάζουμε στην «Ελευθερία» (16/29.4.1922): «Επικροτούμεν ολοψύχως την ληφθείσαν απόφασιν του Εθνικού Συμβουλίου περί συνταυτίσεως των υπέρ του Κυπριακού αγώνος εράνων μετά των εράνων υπέρ των αλυτρώτων της Μικράς Ασίας […].
Έκαστος Κύπριος εις τον οποίον θα παρουσιασθή ο κατάλογος των εισφορών προς εγγραφήν ας ενθυμηθή όταν θα υπογράφη ότι συνεισφέρει διά να αποκτήση όχι μόνον την ιδικήν του ελευθερίαν, αλλά και διά να εξασφαλίση εις εκατομμύριον και πλέον Ελλήνων την ζωήν, την τιμήν και την περιουσίαν των».
Το εθνεγερτήριο όμως σάλπισμα ήχησε και για συστράτευση Κυπρίων εθελοντών, αξιωματικών και οπλιτών, οι οποίοι, έχοντας λάβει κυρίως μέρος στους Βαλκανικούς και στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, θα συνέχιζαν με ετοιμοπόλεμη διάθεση και ακατάβλητο σθένος την ανδραγαθία τους εναντίον των κεμαλικών στρατευμάτων στα μικρασιατικά εδάφη. Μεταξύ των ανυπολογίστου αριθμού γενναίων συμπατριωτών μας, που κατάγονταν από διάφορα μέρη της Κύπρου, κορυφαία θέση κατέχει ο Λαπηθιώτης «θρυλικός επίλαρχος» Ιωάννης Τσαγγαρίδης, η δράση του οποίου καταγράφεται σε πολλά βιβλία, όπως και στην προσωπική «ημερολογιακή» του κατάθεση.
Ο τραυματισμός του στα μέσα Σεπτεμβρίου 1921 δεν μένει ασχολίαστος από τον Τύπο. Η «Αλήθεια» (17.9.1921), παραστατικοποιώντας συμβολικά τις σταγόνες του γνήσιου κυπριακού αίματος στη μικρασιατική γη ως μάρτυρες της ενότητας του Έθνους, τονίζει σε αδρομερή περιγραφή του επεισοδίου την ευψυχία του τρανού πολεμιστή: «Κατά τινα επέλασιν της ίλης του κατά την μάχην του Σαγγαρίου, επληγώθη επανειλημμένως, χωρίς να παύση πολεμών μέχρι ου εξαντληθείς εκ της αιμορραγίας κατέπεσε λιπόθυμος μαζί με τον φονευθέντα ίππον του».
Η ειδησεογραφία και αρθρογραφία, ωστόσο, στις παγκύπριες και τοπικές εφημερίδες πυκνώνει με την άφιξη στα λιμάνια μας των ξεκληρισμένων Ελλήνων και Αρμενίων Μικρασιατών. Σε αντίθεση με τους Βρετανούς υπηκόους και τους κυπριακής καταγωγής πρόσφυγες, οι αγγλικές Αρχές απαιτούσαν για την αποβίβασή τους τα έξοδα λοιμοκαθαρτηρίου και διαβίωσής τους, που σε αρκετές περιπτώσεις ανελάμβαναν αστικές οικογένειες και η Εκκλησία. Για τη φιλόστοργη υποδοχή και την ενσωμάτωσή τους στους κόλπους της κυπριακής κοινωνίας μιλούν οι ίδιοι οι πρόσφυγες και οι απόγονοί τους στα Ημερολόγια του Συνδέσμου Μικρασιατών Κύπρου.




