ΤΟ ΕΜΜΕΤΡΟ ΔΡΑΜΑ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΛΙΑΣΙΔΗ, ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΜΕΝΟ ΑΚΡΩΣ ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟ
Ἔστι δ´ ὁ μὲν κύκλος τῆς Κύπρου σταδίων τρισχιλίων καὶ τετρακοσίων ... δ´ οὐδεμιᾶς τῶν νήσων λείπεται· καὶ γὰρ εὔοινός ἐστι καὶ εὐέλαιος. Στράβων, Γεωγραφικά. 1ος αιω. π. Χ.
Ο ΑΛΑΒΡΟΣΤΟΙΣΕΙΩΤΗΣ, ΕΜΜΕΤΡΟ ΔΡΑΜΑ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΛΙΑΣΙΔΗ, ΣΕ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΝΙΚΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ. ΜΙΑ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ - ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΤΤΙΧΕΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ, ΜΕ ΤΗ ΣΤΗΡΙΞΗ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, ΑΘΗΝΑ. Η ΠΡΩΤΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΕΓΙΝΕ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ «Ο ΘΟΚ ΠΡΟΣΚΑΛΕΙ», ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ, 9 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2017
Μπορεί διαβάζοντας το έργο του μεγάλου διαλεκτικού μας Λυσιώτη ποιητή Παύλου Λιασίδη (1901-1986) να το πεις ‘’απλό’’, μολονότι βραβευμένο από το ΡΙΚ το 1960: Η πλοκή δεν είναι ιδιαίτερα δραματική, η φόρμα, συχνά αφηγηματική, δεν επιτρέπει πολλή δράση, αλλά θυμίζει αδύνατη δομή του αρχαίου δράματος με την ενίοτε αναπόφευκτη σύγκρουση του ‘ανθρώπινου’ με δυνάμεις υπέρτερες, του ‘θείου’ και του επέκεινα: της Ειμαρμένης.
Τι κάνει την παράσταση, που είδαμε την περασμένη βδομάδα στον ΘΟΚ, στο πλαίσιο ‘πρόσκλησης’, μιαν άκρως συγκινησιακή και αισθητικά αρτιότατη θεατρική πείρα; Ακούστηκε ότι στο Φεστιβάλ Αθηνών - Επιδαύρου όπου παίχτηκε, ως συνεργασία από το Σπίτι της Κύπρου, στην Αθήνα (στην Κωνσταντίνου), με το Παττίχειο της Λεμεσού, και με στήριξη από το Ίδρυμα Μιχάλη Κακογιάννη, άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις, και είχε πολύ καλές κριτικές.
Η Αθήνα κι η Επίδαυρος είναι πάντα ένα αυστηρότερο μέτρο, γιατί το θέατρο δεν είναι σαν τη... Γιουροβίζιον, με αμοιβαία χαριστική βαθμολογία, αλλά ένας φυσικά ευρύτερος χώρος, όπου δεν χωρά πολύ... εθνικό χατίρι, μα συχνά εισδύει η επαγγελματική έρις, άρα οι γνώμες που κυκλοφορούν είναι εξισορροπητικά διάφορες! Εδώ, για τον Αλαβροστοισειώτη ήταν μάλλον ομόφωνες, γεγονός που μας θύμισε τις παλιές δόξες του ΘΟΚ στην Επίδαυρο, στις παραστάσεις του Εύη Γαβριηλίδη και του Νίκου Χαραλάμπους, και άλλων καλών μας σκηνοθετών, στις οποίες θυμούμαι από κοντά τον, παιδί τότε, σημερινό σκηνοθέτη Νίκο Χατζόπουλο, μέσα στις κυπρο-καλαμαρο-παρέες μας.
Προ αμνημονεύτων χρόνων ιστορία
Υπάρχει πάντα μια προϊστορία. Ο Νίκος Χατζόπουλος δέχτηκε να σκηνοθετήσει το έργο αυτό, για μια ‘ομάδα’ Κυπρίων ηθοποιών που βρίσκονται αυτόν τον καιρό στην Ελλάδα. Με τον Γιώργη Τσουρή ως ενθουσιώδη εμπνευστή, καθώς συμμετείχε σε μια παραγωγή του ίδιου έργου σκηνοθετημένου από τον γνωστό μας βραβευμένο ηθοποιό και σκηνοθέτη Ανδρέα Τσουρή, τον πατέρα του, για τον ΘΟΚ, το 2002, αποφάσισαν πως ήθελαν να κάνουν ξανά αυτό το έργο. Η ομάδα Κυπρίων ηθοποιών στην παράσταση αυτή ήταν οι Δημήτρης Αντωνίου, Μαρίνα Αργυρίδου, Άντρη Θεοδότου, Κλείτος Κωμοδίκης και Γιωργής Τσουρής, που κάνει τον κύριο ρόλο και τον β’ σκηνοθέτη.
Στην Ομάδα των Ηθοποιών προστέθηκαν οι άλλοι συντελεστές:
Σκηνικά - κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Μουσική: Σταύρος Λάντσιας και συνοδεία επί σκηνής με πιάνο
Επιμέλεια κίνησης: Βάλια Παπακωνσταντίνου
Σχεδιασμός φωτισμών: Σάκης Μπιρμπίλης
Φωτογραφίες: Ελεωνόρα Λύτρα
Βοηθοί σκηνοθέτη: Γιωργής Τσουρής, Χριστιάνα Μπάτσιου
Συνοδεύει στο πιάνο ο Σταύρος Λάντσιας.
Σημειώνεται ότι στην παράσταση στην κυπριακή διάλεκτο, χωρίς υπότιτλους ούτε στην Ελλάδα, στο κείμενο συμπεριλήφθηκαν ποιήματα από συλλογές του Παύλου Λιασίδη.
Οι ηθοποιοί σε δηλώσεις τους μίλησαν για τη σκηνοθετική δουλειά του Νίκου Χατζόπουλου που επικεντρώθηκε στην εκφορά του ποιητικού ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου της κυπριακής διαλέκτου, που υπάρχει πολύ ζωντανός από τα βυζαντινά χρόνια και τα ποιητάρικα και δημοτικά τραγούδια, και στην αναγκαιότητα να αποτελέσει ο λόγος μια εσωτερική ισορροπία μεταξύ της γλώσσας της καθημερινότητας του Κύπριου αγρότη και της μεταφυσικής διάστασης της ιστορίας: Το στόρι του Παύλου Λιασίδη θα βασίζεται σε καμιά ιστορία μεταξύ παραμυθιού και κουτσομπολιού που άκουσε να κυκλοφορεί στη Λύση.
Θυμούμαι μικρή που μ’ έπαιρνε η βαθιά ευλαβής γιαγιά μου σε μοναστήρια, ημέρες της γιορτής κάποιου αγίου, κι εκεί στα πανηγύρια άκουσα πολλές φορές ποιητάρηδες που ανιστορούσαν, τραγουδιστά και μονότονα σαν ψαλμωδία, ένα θαύμα του εορτάζοντος αγίου ή ένα ειδύλλιο που κατέληγε σε διπλή αυτοκτονία ή σε στυγερό φόνο με μαχαίρι. Ο ποιητάρης τα ιστορούσε δραματικά με την μπροσούρα στο χέρι, συνήθως μια μεγάλη σελίδα διπλωμένη στα τέσσερα με εξώφυλλο την εικόνα του αγίου ή σκίτσο της σφαγμένης κοπέλας, χαρούμενης και καλοντυμένης, πριν από το φονικό...
Μια εύηχη, μουσική παράσταση
Ο Νίκος Χατζόπουλος έστησε μια παράσταση ακουστικά σαν μουσική παρτιτούρα, όπως την ακούσαμε (απλός αόριστος εδώ, φευ) μωρά, στα χωριά, πράγματι να μιλιέται, έτσι όπως την ακούσαμε προχθές στον Αλαβροστοισειώτη του Λιασίδη, τραγουδιστά σχεδόν, με τις παρηχήσεις και τα γυρίσματά της, ευγενικά και... χρωματιστά, παρόλη τη σκληράδα των διπλών συμφώνων της.
Το λεξιλόγιο του Λιασίδη είναι ένας πολύχρωμος και ανάγλυφος θησαυρός με ήχους που μόνο στα παραμύθια ακούγαμε πια μεγαλώνοντας, όταν πηγαίναμε στα χωριά συγγενών μας, η αστική διάλεκτος που χρησιμοποιούσαμε παράλληλα στις πόλεις δεν είχε το ίδιο λεξιλόγιο, γιατί απλούστατα δεν είχε ανάγκη των λέξεων της αγροτικής οικονομίας, κτηνοτροφίας και γεωργίας και τρόπων κοινωνικής καλής συμπεριφοράς, φιλοξενίας και φιλοφρονήσεων, ευγενικής ή ερωτικής διαλεκτικής, πολύ πιο αισθησιακής από την αστική ερωτική έκφραση, πιο εκλεπτυσμένης μεν, αλλά και πιο επιτηδευμένης.
Την αστική αυτή διάλεκτο όταν ήταν πολύ επιτηδευμένη την λέγαν οι αγρότες περιπαιχτικά ‘’ελληνικουρίστικα’’ ή απλώς ‘’ευκενικά’’. Η διαφορά σε ύφος μεταξύ λ.χ. ενός μεγάλου Παύλου Λιασίδη κι ενός μεγάλου Βασίλη Μιχαηλίδη που προηγήθηκε και επηρέασε όλη τη διαλεκτική ποίηση είναι ότι ο Βασίλης Μιχαηλίδης γράφει με λέξεις - μεγάλες εικόνες και δυνατούς ήχους σε τεράστια οθόνη hifi:
«Τζι αντάν εφάνην η στραπή εις του Μοριά τα μέρη
τζι εξάπλωσεν τζι ακούστηκεν παντού η πουμπουρκά της,
τζι ούλλα ξηλαμπρατζιήσασιν τζιαι θάλασσα τζιαι ξέρη
είσιεν σγιαν είχαν ούλοι τους τζι η Τζιύπρου τα κακά της».
Ενώ ο Λιασίδης παίζει με μικρές, κοφτερές λέξεις-ήχους: Π.χ. ο Βασίλης Μιχαηλίδης υποβάλλει μια μεγάλη γκρίζα θύελλα σαν μιαν Ίρμα να κατεβαίνει σιγά-σιγά να πλακώνει το νησί - ενώ ο Παύλος Λιασίδης γράφει μουσικά, ρυθμικά:
«...Όσον τζι’ αν το ξημέρωμαν αρκεί,
τζι η νύχτα μαύρη κάρβουνον τζι αν δείξει,
ο νήλιος πάλαι με το ζόριν εν να φκεί
τη σκοτεινιά μέσα στα γαίματα να πνίξει».
Το λαούτο του Λιασίδη
Ο Λιασίδης έπαιζε λαούτο, ο αδερφός του ο ένας ήταν ψάλτης, ο άλλος αριστερόχειρας βιολιστής, που ο Παύλος Λιασίδης τον συνόδευε συχνά στο λαούτο. Παρά τις επαναστατικές του ιδέες, ο Λιασίδης, όπως όλοι οι καλλιτέχνες, παίζει συχνά με τον θάνατο και τη μεταφυσική. Ο Αλαφροΐσκιωτός του στο δράμα αυτό είναι άρρωστος από τις ‘’Καλές γυναίκες’’, στοιχειά που δεν τον αφήνουν να ζήσει κανονική ζωή, οι γονείς του τον αναγκάζουν να παντρευτεί, αναρρώνει για λίγο κι ύστερα οι καλές γυναίκες παίρνουν την εκδίκησή τους που τις απαρνήθηκε. Ο δεκαπεντασύλλαβος με ρίμα ή όχι είναι γεμάτος δύναμη και χάρη, αλλά και χιούμορ: Η σκηνή με την Αρετή την προξενήτρα και τη Μαρουλλού και τον άντρα της τον Κλεάνθη λ.χ. (εδώ το ‘’σφιχτά’’ σημαίνει ‘’δυνατά’’, ‘’μεγαλόφωνα’’, όπως φαίνεται):
ΜΑΡΟΥΛΛΟΥ: (μόλις την δει):
Τζιαι καλωσόρισες εδκειά. Τζιαιρόν για να σε δούμεν.
ΑΡΕΤΗ (παρακούει)
Ήντα μ’ που είπες Μαρουλλού; Λαλούν εν να χαθούμεν;
(Ο Κλεάθθης τζιαι η Μαρουλλού γελούν)
ΑΡΕΤΗ : ΄Ηντα γελάτε;
ΜΑΡΟΥΛΛΟΥ: (λλίον σφιχτά).
Είπα σου τζιαιρόν για να σε δούμεν
τζι εσού ετέρκασες τ’ αλλού… Εν τούτον τζιαι γελούμεν
ΑΡΕΤΗ: Σφιχτά μου συντηχάννετε νάσιετε την ευτζιήν μου
γιατί βαρυκουφά πολλά το γέρημον το φτιν μου!
Ακόμα και που οι χαρακτήρες είναι μονοδιάστατοι σαν σε θέατρο σκιών, με γενικά χαρακτηριστικά, που ο σκηνοθέτης δεν δελεάστηκε να τα κάνει... υπερφυσικά, μεταφυσικά, τα αφήνει να παίζουν κάπως υπερρεαλιστικά, μάλιστα, κι εδώ οι ερμηνευτές έδειξαν όλοι την τέχνη τους, σέβονται τον ήχο και τον στίχο. Τίποτε το ρεαλιστικό, παρόλες τις μπανάλ κουβέντες τους για το φαΐ, για το γαϊδούρι, για τις δουλειές του σπιτιού...
Οι χαρακτήρες είναι αρχετυπικοί κι ο Νίκος Χατζόπουλος τούς έβαλε να ’ναι απόλυτα μη-ρεαλιστικοί. Κανείς τους δεν είναι ό,τι στ’ αλήθεια δείχνει: Ακόμα και σαν... φιζίκ, είναι έτερον-εκάτερον: Πρόκειται για ένα μυθοποιημένο συμβάν, τραγικό, σαν αυτά που ακούμε σε ταινίες αφιερωμένες σε στοιχειωμένα σπίτια και κλωνοποιημένα παιδιά σαν στο Godsend (2004) με τον Ρόμπερτ ντε Νίρο.
Ο (Γιώργης Τσουρής) Αντώνης, ο Αλαβροστοισειώτης, σε παραμυθιάζει ότι είναι... κούκου κι ύστερα σε πείθει ‘’μην κλαίς, κάνω ό,τι πέθανα. Θα με δεις ύστερα έξω, ολοζώντανο’’. Η Αρετή (Μαρίνα Αργυρίδου) έχει πολύ πολύ ταλέντο, πρώτο βραβείο ΘΟΚ πριν από δύο χρόνια, μα έχει και χάζι, μαθαίνει το σώμα της να συμπεριφέρεται... αρθριτικά, με ένα βάρος 75 δήθεν κιλών, ξέρω τι λέω, η μάνα του Τσουρή, μια σπουδαία Άντρη Θεοδότου, όχι σπουδαία, παιδαγωγικά, μάνα, Μαρούλλα ή Μαρουλλού (είναι και τα ΔΥΟ ονόματα πιστέψτε με) σε κάνει να δεχτείς το απαράδεκτο ότι θέλει το καλό του γιου της, αν τον πείσει να τον παντρέψει (με το ζόρι) πριν να ’ναι πολύ αργά και χάσει τα λεφτά (όλη η οικογένεια), ο πατέρας, Κλεάθθης (Δημήτρης Αντωνίου) είναι σκληρός, πίνει, αλλά είναι... καλούλης, ο δε αδερφός Γιαννής, ένα κτήνος που σκοτώνει στο ξύλο τον μάλλον σχιζοφρενή αδερφό, είναι ένα... γλυκό παιδί κατά βάθος...
Οι ηθοποιοί είναι παρα-μυθικοί, αλλά όχι υπερβολικοί: Κινούνται βάσει της προσωπικότητάς τους, σαν νότες στον ρυθμό της μουσικής του Σταύρου Λάντσια, αγαπημένου μουσικού στην Κύπρο, που έγραψε μια μουσική που δεν τοποθετείται, είναι μάλλον σαν ηχητικό χρώμα, αλλά στιβαρό και κύριο. Τα κοστούμια είναι πολύ σωστά, καλαίσθητα και λειτουργικά, οι φωτισμοί αναδεικνύουν, δεν επιδεικνύουν.
Σκηνικό σαν καλό μάθημα Σκηνής
Το σκηνικό είναι ένα... αφηρημένο πηγάδι-λάκκος τετράγωνο τριγυρισμένο με μια πασαρέλα αρκετά πλατιά για να περπατούν όσοι δεν είναι μέσα στον λάκκο, δηλαδή όλοι πλην του Αντώνη (Γιώργη Τσουρή). Σκηνικά - Κουστούμια Βασιλική Σύρμα, σπουδαία και τα δύο, μεγάλο ποσοστό της όλης διάστασης του... sous σουρεαλισμού οφείλεται στο μεγάλο οπτικό αποτέλεσμα.
ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΥΠΟ... ΠΙΕΣΙΝ: Σταματώ ώς εδώ, κι ας οφείλω να γράψω ΚΑΙ για την κίνηση... μετρημένη εναρμονιστική, Βάλια Παπακωνσταντίνου, μα, αν αργήσω ακόμα λίγο (είναι 5.30 π.μ.), δεν θα προλάβω σελίδωση και δεν βρήκα ακόμα φωτό (της Ελεωνόρας Λύτρα). Υπάρχει ακόμα, τύποις, ο Τύπος! Κρίμα! Κρίμα και που δεν είχε θέσεις στον ΘΟΚ το περασμένο Σάββατο, και πολύς κόσμος δεν είδε την παράσταση...
Μερικές, είναι κρίμα να μην ξεπερνούν τις 2-3 και στα φεστιβάλ, τη μία... Η ποιότητα, ενός μέσου, όχι απλώς το τι είναι τέχνη, τι όχι, και ‘’τι... τ'ανάμεσό τους’’ κρατά σε φόρμα το ήθος ενός λαού, που εδώ είναι το ήθος της ανθεκτικής και αδιάλειπτα ομιλούμενης, επί τρεις, τουλάχιστον, χιλιετίες, Ελληνικής Κυπριακής Διαλέκτου: Το ανέδειξαν οι εμπνευσμένοι συντελεστές αυτής της παράστασης, ως μοναδική εμπειρία του κόσμου μέσα από τον έμμετρο, διάτονο τρόπο μας, στον εύηχον, εύοινον και ευέλαιον τόπον μας, κατά την φώτισιν του θείου Στράβωνα. Είεν!
ΔΡ ΝΙΚΗ ΚΑΤΣΑΟΥΝΗ
Κριτικός πολιτισμού και πολιτικής




