ΑΝΑΓΩΓΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΟΠΕΡΑ ΤΟΥ ΜΟΤΣΑΡΤ
Στο φετινό τριήμερο των οπερατικών παραστάσεων του 19ου Φεστιβάλ Αφροδίτη Πάφου η συμπαραγωγή του ιταλικού οργανισμού Parma Opera Organization C.E.F.A.C. και του Θεάτρου της Πίζας με τη συμμετοχή της Συμφωνικής Ορχήστρας Κύπρου έδωσε την ευκαιρία σε ένα πλήθος ντόπιων και ξένων θεατών να παρακολουθήσουν το έργο-σταθμό στην ιστορία της υψηλής λυρικοδραματικής τέχνης και του κορυφαίου πολυσύνθετου θεάματος της μουσικής σκηνής.
Ωστόσο, αρκετοί και ειδικότερα οι ειδήμονες του είδους πρέπει να έμειναν όχι με την εντύπωση του υπερθεάματος, όπως εξαγγελλόταν σε συνεντεύξεις και δημοσιεύματα από τους υπεύθυνους συνδιοργανωτές, αλλά μάλλον με την αίσθηση της επιφανειακής προσέγγισης στις σκηνοθετικές απαιτήσεις των σημαινόντων και σημαινομένων.
Πλην μεμονωμένων εξαιρέσεων, ορατά και εύηχα τα ελλείμματα στην υποκριτική απόδοση τών, ως επί το πλείστον, νεαρών εκτελεστών, καθώς και στη φωνητική ερμηνεία των ρόλων τους. Ρόλων θεατρικά και τραγουδιστικά δύσκολων, από τους λαϊκότροπα εύθυμους και ανάλαφρα παιγνιώδεις έως τους πιο σοβαρούς στην έκφραση ρομαντικών ερωτικών συναισθημάτων και τραγικών ψυχικών καταστάσεων, που δεν έφτασαν σε κωμικές και δραματικές κορυφώσεις, όπως επιτάσσει η αριστοτεχνική δημιουργία του Μότσαρτ.
Όσο κι αν παρέσυρε το φανταχτερό περιτύλιγμα της σκηνογραφίας και της ενδυματολογικής ανατολίτικης πολυχρωμίας μέσα από την εναλλαγή των φαντασμαγορικών φωτισμών στην υποβλητική ατμόσφαιρα του πετρόκτιστου μεσαιωνικού κάστρου, που επισκίαζε την τρίπτυχη ξύλινη κατασκευή με τις ανθοστόλοστες θολωτές καμάρες του σεραγιού.
Πέρα όμως από τις όποιες προσωπικές αποτιμήσεις, η τρίπρακτη δροσερή όπερα του μεγάλου Αυστριακού μουσουργού «Η απαγωγή από το Σεράι» [«Die Entf?hrung aus dem Serail»], διασκευασμένη σε λιμπρέτο του Μπρέτζνερ και παραλλαγές του Στέφανι από την κωμωδία του Μπρέτονερ «Μπελμόντε και Κωνστάντζε», σηματοδοτεί αποφασιστικά την καθιέρωση της γερμανικής όπερας.
Μέχρι το 1778, που ο αυτοκράτορας Ιωσήφ Β΄ ιδρύει στη Βιένη την «Εθνική Όπερα», στην Αυστρία ανεβάζονταν μόνο ιταλικές όπερες. Αφού λοιπόν προηγήθηκαν η όπερα «Die Bergknappen» [«Οι Μεταλλωρύχοι»] του Ούμλαουφ και ακολούθησαν κάποιες άλλες, η πρεμιέρα στις 12 Ιουλίου 1782 της όπερας του Μότσαρτ, που σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία εδραίωσε στο ευρύτερο βιενέζικο κοινό τη φήμη του, εκπληρούσε την παλιά αυτοκρατορική επιθυμία: αντί των προσαρμογών ή μεταφράσεων ξένων έργων, να δημιουργηθεί ένας τύπος λαϊκής γερμανικής όπερας, το «Singspiel», παρόμοιο είδος της γαλλικής κωμικής όπερας, εξόχως δημοφιλούς στις γερμανόφωνες χώρες, όπου οι μελωδικές πηγές των παραδοσιακών τους τραγουδιών είχαν από καιρό στερέψει.
Εξάλλου, το μουσικό αυτό θέατρο, που έπλεκε τις ερωτικές ιστορίες με τη χαρά της ζωής, τα ευτράπελα στιγμιότυπα και την ελευθερία της σκέψης, δονούσε ταυτόχρονα τις ευαίσθητες χορδές και τις αισθητικές προτιμήσεις του μεγαλοφυούς συνθέτη.
Ο κεντρικός θεματικός πυρήνας
Ο κεντρικός θεματικός πυρήνας του ρομαντικού έρωτα στη διελκυστίνδα της διεκδίκησης της αγαπημένης από τους αντίζηλους ερωτευμένους αποτελεί κοινό τόπο σε πολλά μετέπειτα έργα του λυρικού δραματολογίου, όπως στους «Αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης» (1866), τη μόνη κωμική όπερα του Βάγκνερ.
Συγκεκριμένα, της «Απαγωγής από το Σεράι», το παλάτι του Σελήμ Πασά, προηγείται μια άλλη απαγωγή, των κουρσάρων, που ληστεύοντας το ισπανικό πλοίο του Μπελμόντε είχαν αρπάξει όλες τις γυναίκες, μεταξύ των οποίων την αρραβωνιαστικιά του Κονστάντζε, την υπηρέτριά της Μπλόντα και τον υπηρέτη του Μπελμόντε Πεντρίλο και τους πωλούν στη συνέχεια στον πασά.
Ο Μπελμόντε, διαφεύγοντας τη σύλληψη, ναυλώνει άλλο πλοίο και καταφθάνει στο σεράι, για να απελευθερώσει την αγαπημένη μου, η οποία αρνείται να ενδώσει στις ερωτικές εξομολογήσεις του «αφέντη» της. Με κατεργαριές ο Πεντρίλο όχι μόνο καταφέρνει να παρουσιάσει ως αρχιτέκτονα, τον πρώην στον νυν αυθέντη του, για να εξωραΐσει τους κήπους του, αλλά και να μεθύσει τον αρχιεπιστάτη Οσμίν, καταστρώνοντας σχέδιο απόδρασης των τεσσάρων αιχμαλώτων.
Κατά τη στιγμή της διαφυγής τους όμως συλλαμβάνονται και οδηγούνται στον πασά, που αν και αισθάνεται προδομένος και μολονότι μαθαίνει ότι ο Μπελμόντε είναι γιος του θανάσιμου εχθρού του, ακούγοντας την ιστορία τους τούς απελευθερώνει, οπότε όλοι εξυμνούν τη μεγαλοψυχία του. Ενώ, διαφορετικό, ευτυχέστερο τέλος, επιφυλάσσεται σε μιαν άλλη εκδοχή της ίδιας όπερας, με την αναγνώριση του Μπελμόντε ως γιου του Σελίμ πασά, που είναι Ισπανός χριστιανός εξισλαμισμένος.
Η όπερα, που διανθίζεται από κωμικά επεισόδια, για να απαλύνει την αγωνία, τον φόβο και τις επίφοβες απειλές του θανάτου, είναι ένας ύμνος στην πίστη του αιώνιου έρωτα και της αληθινής αμοιβαίας αγάπης, μέσα από τις άριες των δύο ερωτευμένων πρωταγωνιστών. Η ακαταμάχητη δύναμη ακόμη του έρωτα πλημμυρίζει τη ρομάντσα του Πεντρίλο και στο τέλος της δεύτερης πράξης κατακλύζει το φωνητικό κουαρτέτο, συνιστώντας πρότυπο δραματικού συνόλου. Τους ερωτικούς κραδασμούς των τραγουδιών ανάμεσα στους ποιητικούς διαλόγους πρέπει να αφουγκράστηκαν δύο ερωτευμένες, προφανώς, γάτες, που ξάφνου αναπήδησαν στη σκηνή διασχίζοντάς την και κλέβοντας την παράσταση του περασμένου Σαββάτου.
Συμβολικοί συσχετισμοί
Ωστόσο, πλην του απρόβλεπτου αυτού ζωντανού συμβολισμού, μπορούμε να επισημάνουμε και άλλους συμβολικούς συσχετισμούς: η ρομαντική όπερα του Μότσαρτ, που αποπνέει το πάθος ενός άκρατου ερωτισμού, συνδέεται άμεσα με την πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης, την Πάφο της θεάς του έρωτα Αφροδίτης. Εύγλωττη η εναρμόνιση του εμβληματικού Κάστρου στο λιμάνι της Κάτω Πάφου, που ανοικοδόμησε το 1592 ο Κυβερνήτης της Κύπρου Αχμέτ πασάς, με το παραθαλάσσιο σεράι του Σελήμ πασά.
Εδώ όπου ακούστηκαν όχι μόνο άριες και ρετσιτατίβα για τον έρωτα, αλλά και η βακχική εξύμνηση για το εξαίσιο κρασί μας: «Δες δυο ωραία φλασκιά κυπριακό κρασί! Αχ, θα τ’απολαύσω με την ψυχή μου! Αυτό θα πει κρασί! Αυτό θα πει κρασί!». Μόνο με αυτό το κρασί θα πεισθεί ο Μωαμεθανός Οσμίν, αρχιεπιστάτης του Σελήμ, να υπερβεί τις απαγορεύσεις της πίστης του.
Αν η όπερα ξεδιπλώνεται μέσα από αλληγορικούς συμβολισμούς, το σημαντικό αυτό μελόδραμα του Μότσαρτ αναδεικνύει τα σύμβολα και τις ιδέες του ευρωπαϊκού «Οριενταλισμού» στη μέθεξη με το κριτικό και ανθρωπιστικό πνεύμα του Διαφωτισμού.




