Η συνείδηση της εθνικής μας ταυτότητας ως αυτογνωσία και επίγνωση αναγκαιότητας τού συνανήκειν στον συνεκτικό ιστό του έθνους, ήτοι στα κυρίαρχα ενοποιά γνωρίσματα της υπαρξιακής νομοτέλειας και της ιστορικής του διαχρονίας, καταυγάζει την ελληνικότητα της πολιτισμικής μας ιδιοπροσωπίας. Παρά τις νεωτερικές ιστορικιστικές θεωρητικολογίες, μαρξιστικής κυρίως έμπνευσης, που συστρατεύονται για να αποδείξουν την ανυπαρξία εθνικής ταυτότητας είτε με προθέσεις ισοπεδωτισμού και αγκυλωτισμού την απομείωσή της ως μιας παρωχημένης ιδεοληψίας ανάμεσα σε πολλαπλές ταυτότητες, προκρίνοντας μάλιστα τον εθνικισμό ως γενεσιουργό αιτία του εθνισμού.
Τι λανθάνει, εξάλλου, πίσω από τους ηπιότερους τόνους της εισήγησης κάποιων περί ανακαίνισης της εθνικής ταυτότητας ως εάν πρόκειται για ανανέωση ληγμένου πιστοποιητικού; Πώς ανακαινίζονται τα βασικά συστατικά της αν δεν αλλοτριωθούν και πώς μετασχηματίζονται τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά της ιδιοσυστασίας της, αν δεν παραχαραχθούν;
Την αποδόμηση του έθνους επιχειρεί ο Benedict Anderson, σύμφωνα με τον οποίο είναι ένα ουτοπικό κατασκεύασμα, μια «φαντασιακή πολιτική κοινότητα». Κοινότητα που βιώνεται φαντασιακά και όχι πραγματικά, «γιατί τα μέλη και του πιο μικρού έθνους δεν πρόκειται, ποτέ, να γνωρίσουν τα άλλα μέλη της κοινότητας, αν και τα φαντάζονται να συμμετέχουν σε αυτήν».
Τους «φαντασιακούς» και αντιφατικούς αυτούς αφορισμούς ανατρέπει η ελληνική κοινωνία από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα, παραπέμποντας στους πανομοιότυπους όρους της υστερογενούς δημιουργίας και κατονομασίας του έθνους, τουτέστιν στους Ηροδότειους άρρηκτους δεσμούς τού «όμαιμου, ομόγλωσσου, ομόθρησκου και ομότροπου», στην ενεργό αλληλοδραστική συμμετοχή των πολιτών της Αθηναϊκής Δημοκρατίας στα πράγματα της πόλεως, στην κοινότητα εκκλησιαστικού βίου κατά τους χριστιανικούς αιώνες, στη συνεργασία και την αλληλεγγύη σε προσωπικό επίπεδο όχι μόνο κατά τους εθνικούς αγώνες αλλά και στην ανθρωπιστική αντιμετώπιση κοινών προβλημάτων, όπως τους τωρινούς καιρούς της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης.
Ωστόσο, την ανασκευή των απόψεων του Anderson αναλαμβάνει ο επίσης Βρετανός Ιστορικός Anthony Smith, κορυφαίος μελετητής της εθνικής και εθνοτικής ταυτότητας, που άσκησε έντονη κριτική τις τελευταίες δεκαετίες στην «αντεθνική» σχολή του «μοντερνισμού», μελετώντας υπό νέο πρίσμα το ενδεχόμενο της ύπαρξης πολιτικών εθνών και κατά την προνεωτερική εποχή. Όσον αφορά την περίπτωση της ελληνικής ιδιαιτερότητας, ο Smith στο έργο του «National Identity» του 1991 σημειώνει μεταξύ άλλων:
«Μια ματιά στον κατάλογο των εθνοτικών γνωρισμάτων [κοινό όνομα - μύθος κοινής καταγωγής - κοινές ιστορικές μνήμες - στοιχεία κοινής κουλτούρας - πρόσδεση σε μια συγκεκριμένη «πατρίδα» - αίσθηση αλληλεγγύης που συνδέει σημαντικές μερίδες του πληθυσμού] αρκεί για να αποκαλύψει όχι μόνο το εν πολλοίς πολιτισμικό και ιστορικό τους περιεχόμενο, αλλά επίσης την έντονα υποκειμενική τους σύσταση. Και το σημαντικότερο: αυτό που παίζει αποφασιστικό ρόλο είναι ο μύθος της κοινής καταγωγής και όχι η ίδια η κοινή καταγωγή ως γεγονός (το οποίο, άλλωστε, συνήθως είναι πολύ δύσκολο να επαληθευτεί).
Σημασία για την αίσθηση της ταύτισης με την εθνότητα έχει η φαντασιακή καταγωγή και η ιδέα των κοινών προγόνων […] Χωρίς τον μύθο της καταγωγής, η επιβίωση της ethnie - για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα - είναι δύσκολη. Η αίσθηση τού “από πού ήρθαμε” είναι ουσιώδης για τον προσδιορισμό τού “ποιοι είμαστε”». Επισημαίνεται εδώ ο «προσδιορισμός», όχι ο αμφιλεγόμενος και τυχάρπαστος επαναπροσδιορισμός.
Σε αυτό ακριβώς το ζωτικό ερώτημα τού «ποιοι είμαστε», όχι σε αναφορά με μιαν επηρμένη εσωστρέφεια άγονης προγονοπληξίας, αλλά σε σχέση εποικοδομητικού διαλόγου τόσο με τους εαυτούς μας όσο και με τους άλλους και ιδίως με σταθερούς προσανατολισμούς μέσα στο ρευστό επισφαλές γίγνεσθαι της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης την απάντηση την έδωσε ήδη ο Ελύτης:
«Εγώ και η γενιά μου πασχίσαμε να βρούμε το αληθινό πρόσωπο της Ελλάδας. Αυτό ήταν αναγκαίο γιατί μέχρι τότε σαν αληθινό πρόσωπο της Ελλάδας εμφανιζόταν εκείνο που οι Ευρωπαίοι έβλεπαν σαν Ελλάδα». Παρόμοια και η αντίδραση του Σεφέρη στον προκατασκευασμένο και υβριδικό ευρωπαϊκό Ελληνισμό, προτείνοντας μετ’ επιτάσεως τον «ελληνικό Ελληνισμό» της δικής του ορολογίας.
Τις αυθεντικές συνιστώσες μιας τέτοιας ελληνικότητας, που υπαινίσσονται οι δύο Νομπελίστες Έλληνες Ποιητές, εξισώνοντας την πολιτισμική ιδιοπροσωπία με την εθνική μας ταυτότητα, πρέπει να αποτιμήσουμε ως τα συγκριτικά πλεονεκτήματα τού απαράγραπτου αξιακού μας κώδικα. Να μαθητεύουμε στα διδάγματα μιας μακραίωνης ιστορικής πορείας, από τις δύσκαμπτες αναβάσεις έως τις ένδοξες κορυφώσεις της.
Την εμβάθυνση στα σημαντικότερα γεγονότα, τις αιτιογενείς σχέσεις και τα πορίσματα αυτής της διαδρομής ίσως θα μπορούσαν να φωτίσουν οι πολύτιμες σελίδες του έργου τού Κωνσταντίνου Παπαρηγόπουλου «Τα διδακτικώτερα πορίσματα της ιστορίας του ελληνικού έθνους». Να εμπλουτίζουμε όχι απλώς με μουσειακές εκδηλώσεις ή φολκλορικές απομιμήσεις, αλλά με ελληνότροπα έργα πνευματικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας τις ζωντανές παρακαταθήκες της λόγιας και λαϊκής μας παράδοσης.
Μιας παράδοσης, που να συνάδει ταυτόχρονα με το ήθος της ελληνικής παιδείας και της οικουμενικής μέθεξης σε όλες τις εκφάνσεις της πολιτισμικής της παιδαγωγίας, όπως την όρισε ο Ισοκράτης στον Πανηγυρικό του: «…και το των Ελλήνων όνομα πεποίηκεν μηκέτι του γένους, αλλά της διανοίας δοκείν είναι μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας». Με τη διευκρίνιση εδώ, συναφώς με τα παραλειπόμενα, της υπεροχής των Αθηναίων έναντι των άλλων ανθρώπων, που θα ονομάζονται Έλληνες όχι λόγω φυλετικής καταγωγής αλλά ελληνικής παιδείας.
Αν κατάφερε, ωστόσο, το Γένος μας να επιβιώσει σε άλλες εποχές εν μέσω πολυεθνικών κρατικών μορφωμάτων και αλλοτριωτικών επιδράσεων, ανυπερθέτως οφείλεται στην καταλυτική συνεισφορά της ελληνορθόδοξης παράδοσής μας και στο πνεύμα της ανθρωποκεντρικής οικουμενικότητάς της. Τη συνέχεια τέλος του Ελληνισμού διέσωσε η αδιάσπαστη και ομιλούμενη επί δυόμισι χιλιάδες χρόνια ελληνική γλώσσα. Η γλώσσα της δημοκρατίας και του μέτρου, που έδωσε τα φώτα στην Ευρώπη, έπρεπε να ήταν η επίσημη γλώσσα της.




