Γιώργος Πετούσης

Αν το 2013 ο Γιώργος Πετούσης είχε εκδώσει το πολυσέλιδο αφήγημά του «Ταραγμένα και παγιδευμένα χρόνια», με πηγή έμπνευσης τη δεκαετία του 1950, ήτοι από την επαναστατική αφύπνιση του κυπριακού Ελληνισμού κατά της αγγλικής αποικιοκρατίας μέχρι την ηρωική εποποιία του 1955-59 και έως την κολοβή Ανεξαρτησία του ’60, το νεοεκδοθέν έργο του στήνει το σκηνικό της αφήγησής του στην πενταετία του 1960-1965. «Στα χρόνια της θητείας», όπως τιτλοφορεί την αυτοβιογραφική του μυθιστορία, συνεχίζοντας με τα άλλα «ταραγμένα» χρόνια τού εθνικού διχασμού, της Τουρκανταρσίας και της δημιουργίας της κυπριακής εθνικής φρουράς, αλλά και της αυτοπαγίδευσης σε χειρισμούς της πολιτικής μας ηγεσίας για τη ματαίωση του Ενωτικού εθνικού οράματος.

Ήταν τότε που ο συγγραφέας βρέθηκε να υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία στην 1η ΕΣΟ από τα στρατόπεδα της εντατικής εκπαίδευσης και της μονάδας του στις Διαβιβάσεις στην Αμμόχωστο, τη Λευκωσία και το Χαϊδάρι και έπειτα ως Δόκιμος Έφεδρος Ανθυπολοχαγός στον Σταυρό της Ψώκας και την Πάφο.

Το βιβλίο στο εκτενέστερο πρώτο μέρος του, που συναρθρώνεται σε σπονδυλωτά αφηγήματα ευθύγραμμης χρονολογικής δομής με αναδρομικούς συνειρμικούς εγκιβωτισμούς, συνυφαίνει τον ιστό της οιονεί μυθιστορηματικής του πλοκής γύρω από ανεξίτηλες βιωματικές εμπειρίες και απαράγραπτες μνήμες νευραλγικών καμπών της παλαιότερης και της πρόσφατης Ιστορίας μας. Η μυθοπλαστική έτσι γλαφυρή εξιστόρηση μέσα από τα συγκλονιστικά τεκταινόμενα της εποχής, που συστρέφουν τα νήματα στις απαρχές του ιστορικοπολιτικού τους άξονα και διανθίζονται από ενδιαφέροντα κοινωνικά στιγμιότυπα, απομυθοποιεί ταυτόχρονα ιδεοληπτικές μυθοπλασίες και προσωποπαγείς μύθους.

Με αιχμή του δόρατος το δεύτερο μέρος των έξι παραρτημάτων, όπου παρατίθενται αψευδείς μαρτυρίες και τεκμηριωμένες αποτιμήσεις ειδημόνων για το ζήτημα της Κύπρου προς επίρρωση των προσωπικών απόψεων και των υστερογενών αναστοχασμών του συγγραφέως, που προτάσσονται προϊδεαστικά στον πρόλογό του είτε παρεμβάλλονται στα κεφάλαια του πρώτου μέρους.

Ημερολογιακές οι αυτοβιογραφικές 500 σελίδες, που αποτυπώνοντας ανάγλυφα τα αλησμόνητα εκείνα χρόνια της θητείας, αποπνέουν την περηφάνια ενός Ελληνοκύπριου στρατιώτη, που είχε την προνομιακή τιμή να καταταγεί από τους πρώτους στον νεοσύστατο στρατό μας. Αυτόν που του έδωσε, εξάλλου, την ευκαιρία της γνωριμίας με Κυπρίους και Ελλαδίτες συστρατιώτες του, της συγκυριακής συνάντησης με σημαντικούς πνευματικούς ανθρώπους, της ανακάλυψης ξεχωριστών τόπων στη μικρή και τη μεγάλη πατρίδα, αλλά και της εγχάρακτης χαρτογράφησης των νεανικών τοπίων της ψυχής ανάμεσα σε πρωτόγνωρες εκπλήξεις ή δυσοίωνες αρνητικές καταστάσεις.

Το φως του αφηγηματικού προβολέα, ωστόσο, εστιάζεται σε όσα σημάδεψαν τα κατοπινά χρόνια με αποκορύφωμα την τραγωδία του ’74 και τις ανεπανόρθωτες καταστροφικές της συνέπειες, τουτέστιν τα πολιτικοστρατιωτικά δρώμενα της εποχής με επίκεντρο την κάθοδο της Ελληνικής Μεραρχίας, τις διπλωματικές ατελέσφορες διαβουλεύσεις μεταξύ Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και Γεώργιου Παπανδρέου, καθώς και τις χαμένες, κατά πολλούς, ευκαιρίες προταθέντων σχεδίων για επίλυση του προβλήματός μας.

Παρακολουθώντας με συνοπτικούς διασκελισμούς τα κομβικά σημεία της αυτοβιογραφικής πορείας, ο συγγραφέας, κατ’ αρχάς, μάς παραπέμπει στα μαθητικά του χρόνια, τα άρρηκτα συνδεδεμένα με τα πατριωτικά ιδεώδη του απελευθερωτικού μας αγώνα, σε υποδειγματικούς συμμαθητές και καθηγητές, τα πρώτα λογοτεχνικά διαβάσματα, μα και στους ανεκπλήρωτους πόθους για σπουδές σαν τα ναυαγισμένα όνειρα του νησιού του.

Από τις τελευταίες γυμνασιακές τάξεις μέχρι την αποφοίτηση και την εργοδότησή του στο εμπορικό του θείου του και έως τη στρατιωτική του κατάταξη θα γίνει δέκτης αλλεπάλληλων ειδήσεων, συνταρακτικών επεισοδίων και προειδοποιητικών μηνυμάτων, που προδιέγραφαν το ζοφερό αδιέξοδο του τόπου του: την άφιξη της ΕΛΔΥΚ και της ΤΟΥΡΔΥΚ, τον αδελφοκτόνο σπαραγμό μεταξύ Γριβικών και Μακαριακών, την προσχεδιασμένη πραξικοπηματική τουρκανταρσία και όσα ανεκλάλητα δεινά επακολούθησαν.

Εντούτοις, πολύ πριν από τις αιματηρές συγκρούσεις, προηγήθηκε η μυστική εκπαίδευση στον ΣΑΠΕΛ Λεμεσού, το προανάκρουσμα στο πρώτο στρατιωτικό κάλεσμα της πατρίδας στις 15 Ιουνίου 1964. Ο συγγραφέας το υπηρέτησε πιστά από την αρχή μέχρι το τέλος της θητείας του, ενωτιζόμενος το πρόσταγμα των τιμημένων Ελλήνων αξιωματικών και όσων γενναίων Ελλαδιτών φαντάρων ήθελαν να πολεμήσουν και να θυσιαστούν για την Κύπρο. Προπάντων, αναζωπυρώνοντας τη φλόγα από το καμένο σώμα του Αυξεντίου στο πρώην νεκροτομείο του BMH, λαμπάδιαζε μέσα του ο βωμός της αυτοθυσίας ως υπέρτατο χρέος προς την πατρίδα.