Η φιλοστοργία της απέραντης αγάπης και η μέχρις αυτοθυσίας αυταπάρνηση φιλοτεχνούν με τα ζωηρότερα χρώματα την καθαγιασμένη μορφή της Μάνας. Της Μάνας του παιδιού που με την ευλογία της μητρότητας φέρνει στον κόσμο είτε που με τον εναγώνιο πόθο ακόμη αλλά και, όπως υπαγορεύει η ηθική φιλοσοφία του Κant, με την ανιδιοτελή αυτοσυνείδητη βούληση της υιοθεσίας αποδεικνύεται αντάξια μιας τέτοιας θεάρεστης αποστολής.

Το ερώτημα, ωστόσο, που αβίαστα προκύπτει, είναι αν σήμερα και άλλοτε μπορούν με το ίδιο μέτρο, ισοπεδωτικά και αδιαφοροποίητα, να κριθούν όλες οι μητέρες του κόσμου, ώστε ανάμεσα στους αντίποδες των καλών και των «κακών» μητέρων να διαβαθμιστεί η αποτίμηση της μητρικής τους προσφοράς. Πόσο οι κοινωνικές και παιδευτικές συνθήκες, ο ενάρετος ή εγωκεντρικός έως κακοήθης χαρακτήρας αντανακλούν την απαστράπτουσα είτε ζοφερή εικόνα της μητέρας;

Εις τον τύπον των ήλων της καθημερινότητας στήνονται νοερά βάθρα αφηρωισμού της μαχόμενης μητέρας ν’ αναθρέψει τα βλαστάρια της για τον στίβο της ζωής, κι αν χρειαστεί, για τους αγώνες της πατρίδας· όπως και υποσκάπτονται ενίοτε τα θεμέλιά τους λόγω ηθελημένης ή αθέλητης φυγομαχίας από την κονίστρα του μητρικού προορισμού.

Η Λογοτεχνία, ως προέκταση της ζωής και έντεχνη απόδοσή της, έρχεται με τα εύγλωττα σύνεργά της να αποτυπώσει τα ιδανικά πρότυπα της μητέρας, να σκιαγραφήσει με πραγματιστικούς όρους την ποιότητα των σχέσεών της με τα παιδιά της σε συνάρτηση με τις χωροχρονικές διαστάσεις του βίου της, αλλά και από αληθινά γεγονότα, ιστορικές σελίδες είτε σε φαντασιακή αληθοφανή σύλληψη να αναπαραστήσει το αφήγημα της θλιβερής, άστοργης μέχρι και παιδοκτόνου μάνας.

Αρχίζοντας από το τελευταίο παράδειγμα προς αποφυγήν, ο συνειρμός παραπέμπει στο Παπαδιαμαντικό διήγημα «Στρίγγλα μάννα», όπου τον τρελό Ζάχο, που με το μπουζούκι του «επροσπάθει […] να διασκεδάση την ιδίαν τρέλαν του», «…έλεγαν ότι η ιδία η μάνα του τον είχε τρελάνει, με τις στριγγλιές και με τις βλασφήμιες της». Η χήρα Ζωγάρα, που καθώς την περιγράφει ο Παπαδιαμάντης με τους μελανότερους χαρακτηρισμούς, αυταρχική, σκληρή και απάνθρωπη προς τα παιδιά της, δεν αφήνει κανένα περιθώριο συμπάθειας ή αιτιολόγησης της συμπεριφοράς της. Τους δυο της γιους, που είχαν ξενιτευτεί, χωρίς να της γράψουν ένα γράμμα, «…αυτή με την αστοργίαν της τούς είχε αποξενώσει, αυτή τούς είχε κάμει να σουρτουκέψουν.», ενώ οι δύο θυγατέρες της είχαν πεθάνει από φθίση. «Έλεγεν ο κόσμος ότι αυτή τας είχε ψωμοφάγει με την γρίνια, με τη στριγγλιά της, με τις βλασφημίες και τις κατάρες…».

Στη «Μήδεια» του Ευριπίδη η απατημένη σύζυγος και «βάρβαρη φαρμακίδα» μέσα από το βάθος του πάθους της, που γίνεται απροκάλυπτη απερίσκεπτη οργή, κατ’ αντίφαση με το όνομά της [μέδομαι=σκέφτομαι], σφαγιάζοντας τα δυο της παιδιά, διαπράττει ειδεχθέστερο έγκλημα του ειδεχθούς Ιάσονα, προκειμένου να τον εκδικηθεί. Με την αποτρόπαια ευχή «παίδες όλοισθε στυγεράς ματρός», η Μήδεια προτάσσει της ανίερης παιδοκτονίας την ιεροδικία ένεκα της αδικίας, της ταπείνωσης και της λύσης από τη δέσμευση των μεγάλων όρκων.

Ενώ η λαίδη «Μάκμπεθ» στην ομώνυμη Σαιξπηρική τραγωδία, παρά τα συνωμοτικά βασιλοκτόνα της σχέδια να πείσει τον σύζυγό της να δολοφονήσει τον βασιλιά της Σκωτίας Ντάνκαν, για να γίνει μονάρχης, δεν αποτάσσεται τη μητρότητα, μολονότι επιθυμεί να διαστρέψει τη γυναικεία της οντότητα. Στην ενδεικτική της διαπίστωση «τι τρυφερά το βρέφος αγαπάς που σε βυζαίνει», ο ρομαντικός ποιητής Κόλεριτζ σχολιάζει τη μεγάλη εκτίμηση που έτρεφε η λαίδη για συγκεκριμένες σκηνές της μητρότητας, όπως ο μητρικός θηλασμός.

Τα περισσότερα, εντούτοις, μεταγενέστερα έργα τής κορυφαίας παγκόσμιας Λογοτεχνίας βρίθουν από τις εμβληματικές μορφές της Μάνας-θυσίας και τα αρχετυπικά πρότυπα της ηρωίδας-Μάνας. Το πολιτικό, κατ’ αρχήν, μυθιστόρημα του Γκόρκι «Η Μάνα», που τοποθετείται μετά την ήττα της επανάστασης του 1905, ζωντανεύει την επαναστατική φωτιά των απλών ανθρώπων. Με την αυθεντικότητα του ανθρωποκεντρικού σοσιαλιστικού ρεαλισμού, που ο επιφανής Ρώσος συγγραφέας ανέδειξε και ως αισθητική κατηγορία, απεικονίζεται η γέννηση του νέου ανθρώπου μέσα από τους αγώνες της εργατικής τάξης.

Η Πελαγία Νίλοβνα, βγαίνοντας από τον εγκλωβισμό μιας μαρτυρικής οικογενειακής ζωής, θα αφιερώσει τις δυνάμεις της στην πολιτική δράση του μονάκριβου γιου της και των συντρόφων του ενάντια στην κρατούσα τάξη. Στα μάτια των συναγωνιστών της είναι η δική τους μάνα, έτοιμη να θυσιαστεί για τον κοινό σκοπό.

Ωστόσο, στη «Μάνα Κουράγιο» του Μπρεχτ η κεντρική αντι-ηρωίδα, αλλά βαθύτατα ανθρώπινη του αντιπολεμικού αυτού έργου είναι η αντιπροσωπευτική ενσάρκωση του λαού στη μαρτυρική πορεία του μέσα στις φλόγες του πολέμου. Με έντονο αίσθημα αυτοσυντήρησης, εμπορικό δαιμόνιο και αλάνθαστο αισθητήριο, στηλιτεύει αμείλικτα τα κίνητρα και τους στόχους των ισχυρών, που κατεδαφίζουν τις ηθικές αξίες της ειρηνικής ζωής μέσα στις συνένοχες πλεκτάνες των αδιέξοδων πολεμικών συγκρούσεων.

Ό,τι πιο όμορφο, δυνατό και ανθρώπινο για τη «Μάνα» ως αιώνια πηγή ζωής και δημιουργίας, υπομονετικής καρτερίας και αδιαπραγμάτευτης δοτικότητας συναντούμε, επίσης, στο ομότιτλο βιβλίο της Περλ Μπακ: «Αν κανένας τη ρωτούσε, θ’ άνοιγε διάπλατα εκείνα τα φωτεινά της μάτια και θα έλεγε: […] ναι, ακόμα και τα παιδιά αλλάζουν και μεγαλώνουν, και βρίσκω απασχόληση φτιάχνοντας κι άλλα, […] για να με κάνουν να δουλεύω από την αυγή ώσπου να πέσει το σκοτάδι, τ’ ορκίζομαι».

Ένας ακτινοβόλος ήλιος ζωοδότης τρυφερών αισθημάτων και βιωματικών εμπνεύσεων στάθηκε η μάνα και για τους δικούς μας λογοτέχνες: «Η μάνα μου, μια άγια γυναίκα. Με υπομονή, μ’ αντοχή κι όλη τη γλύκα της γης απάνω της», γράφει ο Καζαντζάκης, ενώ ο Ελύτης επισημαίνει αποφθεγματικά: «Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου».