Έλλη Παιονίδου

Στο μυθιστόρημα της γνωστής και πολυγραφότατης λογοτέχνιδας Έλλης Παιονίδου, που πρωτοκυκλοφόρησε το 2004 από τις αθηναϊκές εκδόσεις Μεταίχμιο, η αινιγματική επαναφορά του τίτλου με τα παρεμφερή αλλά και διαφορετικά στην απήχησή τους γυναικεία ονόματα μαζί με τη συνήχηση των αποσιωπητικών τους υποβάλλει την απορία γύρω από την ταυτότητα των κεντρικών προσώπων της μυθιστορηματικής δράσης.

Άραγε πρόκειται για την εξιστόρηση της ζωής τριών ξεχωριστών γυναικών ή μήπως οι τρεις καμπές του πολυκύμαντου βίου τής πρωταγωνιστικής ηρωίδας θα κινήσουν τα νήματα της ιστορίας, συνυφαίνοντας την πολυπρόσωπη πλοκή στην ανέλιξη της φαντασιακής σύλληψης με τους όρους μιας υπαρκτής πραγματικότητας μέσα από τις 366 σελίδες του βιβλίου; Όσες, προφανώς, και οι ημέρες του χρόνου στην αέναη ανακύκληση αλλά και την παλινδρόμησή του, εναλλάσσοντας το καθημερινό παρόν με το παρελθόν των αλλοτινών ημερών και προσβλέποντας στην ευοίωνη προοπτική του μέλλοντος.

Η ενδιαφέρουσα μυθοπλασία με τους κινηματογραφικούς ρυθμούς της αριστοτεχνικής αφηγηματικότητας, τους ασθματικούς τόνους μιας σφύζουσας χυμώδους γραφής και τη ρεαλιστική πειθώ της παραστατικής σκηνογραφίας των δρώμενων αποτυπώνουν τη σφραγίδα του έργου. Έτσι που η θελκτική του πρόσληψη τόσο στο υφολογικό πεδίο όσο και στα ποικιλόχρωμα τοπία της θεματικής του περιδιάβασης υποχρεώνει τον παντός επιπέδου αναγνώστη, από τον λιγότερο υποψιασμένο έως τον πλέον απαιτητικό, να μη διακόψει την αισθητική απόλαυση της αισθαντικής φιλαναγνωσίας.

Για να συνεχίσει όχι απλώς την αγωνιώδη εξέλιξη των περιπετειωδών επεισοδίων, που κορυφώνονται σε αστυνομικό θρίλερ, αλλά και στην άρρηκτή τους σύνδεση με την ψυχογράφηση των χαρακτήρων να καταδύεται ολοένα βαθύτερα στους λαβυρινθώδεις μαιάνδρους και στις συνειδητές είτε υποσυνείδητες διαδρομές του ψυχισμού τους. Να στηθοσκοπεί, προπάντων, και να ακροάζεται τους παλμούς της ευαίσθητης καρδιάς και της αεικίνητης ψυχής της ηρωίδας του έργου, εφόσον εξ αρχής έχει λυθεί ο γρίφος της ταυτοποίησης των τριών ονομάτων.

Είναι η Μάγδα με το συντετμημένο όνομα της γιαγιάς της από την πλευρά του πατέρα της, που την προσφωνεί Μαγδαληνή, μη θέλοντας μισή της μνήμης της μάνας του. Είναι η κόρη ενός δύστροπου δασκάλου παλαιών πατριαρχικών ηθών, που τον αφοπλίζει, ωστόσο, η μειλιχιότητα της αφοσιωμένης συζύγου και στοργικής μάνας, εξασφαλίζοντας τη γαλήνη στο οικογενειακό περιβάλλον μιας μικροαστικής κυπριακής οικογένειας· παρά τις αλλεπάλληλες μετατοπίσεις με τα δυο τους παιδιά και τις δοκιμασίες των αντίξοων καιρών.

Τότε, που περί το τέλος της δεκαετίας του ’50, η ανάγκη της επιβίωσης είτε ο ασυμβίβαστος πόθος των σπουδών άνοιγε τα πανιά της μετανάστευσης, κυρίως, στην Αγγλία. Εκεί θα βρεθεί η Μαγδαληνή-Μάγδα, σπουδάζοντας Αρχιτεκτονική στο Λονδίνο, ενώ θα τη σημαδέψει ο πρόωρος θάνατος της μητέρας της. Η Μάγκι θα κλείσει στο συρτάρι τής λήθης το πτυχίο της, μετά τον γάμο της με τον Άγγλο συμφοιτητή της, που τροχοδρομεί η αριστοκρατική αυταρχική πενθερά της.

Όχι μόνο απολαμβάνει τις ανέσεις, που της προσφέρει η επιτυχημένη σταδιοδρομία του μεγαλοαρχιτέκτονα συζύγου της, μα και τις χαρές της επαγγελματικής αποκατάστασης των τριών της παιδιών. Σε μιαν επανάληψη, όμως, της δικής της μοίρας η κόρη της ξενιτεύεται στην Αμερική, ακολουθώντας τον Αμερικανό σύζυγό της.

Και εκεί που νιώθει την οικονομική ασφάλεια και την τρυφερότητα κοντά σε έναν ευκατάστατο σύζυγο, καθώς και την ολοκλήρωσή της ως γιαγιάς δύο χαριτωμένων εγγονιών, οι ανατρεπτικές αλλαγές του βίου δεν αργούν να έλθουν: η συνάντηση ύστερα από τριάντα χρόνια με τον ερωτοχτυπημένο συμμαθητή της και τώρα πανεπιστημιακό καθηγητή στην Αμερική, ο πόνος για την πενθερά της, που την κλείνουν λόγω αλτσαχάιμερ σε ίδρυμα, η ανακάλυψη της γενετήσιας ιδιαιτερότητας του ζωγράφου γιου της, που βαρύνεται με την ανεξακρίβωτη ενοχή του αυτοπυροβολισμού τού συγκατοίκου του, οι ρωγμές στις συζυγικές σχέσεις του μεγάλου της γιου, καθώς και η καταπίεση του αδελφού της από την ιδιόρρυθμη γυναίκα του.

Σε μιαν επίσκεψή της στην Κύπρο θα ζήσει τις τελευταίες στιγμές μιας καρκινοπαθούς συμμαθήτριάς της, αλλά και θα επανασυνδεθεί με τις μητρικές και συγγενικές μνήμες της εντοπιότητάς της.

Το μυθιστόρημα της Έλλης Παιονίδου μέσα από πολυεπίπεδους αλληγορικούς συμβολισμούς θέτει τα διαχρονικά ζητήματα της αποδημίας, του νόστου στις ρίζες και της Προυστικής αναζήτησης του χαμένου χρόνου.