Σκέφτομαι, όταν βρεθώ σε χώρες της ηπειρωτικής, κυρίως, και βόρειας Ευρώπης, όχι όσους διαβάζουν, γιατί όλοι ως επί το πλείστον εκεί μετά μανίας διαβάζουν πάντοτε και παντού. Καθισμένοι αναπαυτικά σε αεροπλάνα, κρουαζιερόπλοια και τρένα έως και στριμωγμένοι σε λεωφορεία λες και κάνουν ένα διπλό ταξίδι: εκείνο του καθημερινού δρομολογίου ή του περιστασιακού προορισμού, διασχίζοντας νέφη, ποταμούς, βουνά και σήραγγες, κι εκείνο το ξεχωριστό, φτάνοντας σε μιαν άλλη ίσως άυλη ενδοχώρα, όπου βασιλεύει ο νους, η καρδιά και η ψυχή του ανθρώπου.

Κι ύστερα, παίρνοντας άγνωστα μονοπάτια μέσα από ερήμους, οάσεις, κοσμοπόλεις και μέρη εξωτικά, αποξεχνούν βάσανα και μοναξιά, εξάπτουν φαντασία και περιέργεια, εξερευνούν και ανακαλύπτουν, μαγεύονται και ξεκλειδώνουν μυστικά του έρωτα και μυστήρια της ζωής. Γιατί, κατά την Έμιλυ Ντίκινσον, «δεν υπάρχει φρεγάτα σαν ένα βιβλίο/να μας πάει χώρες μακριά». Ένα ταξίδι αναγνωστικής «Ιθάκης», από τη γη μέχρι το διάστημα, που μόλις αποβιβαστούν στην τελευταία σελίδα του, δεν μπορούν παρά να ψιθυρίσουν τους προτελευταίους στίχους του Ποιητή: «Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι./Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο».

Κι εσύ, που δεν έχεις συνηθίσει τέτοια μαζικά φαινόμενα στον τόπο σου, παρακολουθείς κατάπληκτος την ιεροτελεστία του διαβάσματός τους, που όρθιοι με αφοσίωση επιτελούν σε ουρές υπομονετικής αναμονής και διαβάσεις ακόμη δρόμων είτε γέρνοντας, αν είναι γεροντάκια, στο παγκάκι είτε νεαροί φοιτητές στο γρασίδι κάποιου δημόσιου πάρκου. Ένα κλειστό ή υπαίθριο αναγνωστήριο καταντούν τα επίγεια, θαλάσσια και εναέρια μεταφορικά μέσα, όπως και οι ανοικτοί χώροι σε μεγαλουπόλεις και πολίχνες του εξωτερικού. Κι αίφνης, ψυχανεμίζεσαι πως το ανήλιαγο πρωινό και ο μουντός ουρανός φωτίζονται από έναν πελώριο ήλιο, που αναδύεται μέσα απ’ τις γραμμές, διαλύοντας τη σκοτεινιά της κάθε συννεφιάς.

Βλέποντας, λοιπόν, όλον αυτό τον περισσότερο ή λιγότερο συνωθούμενο κόσμο να έχει τη νοερή μόνιμη συντροφιά του χειμώνα-καλοκαίρι κι όχι μόνο καλοκαίρι στις αμμουδερές παραλίες, όπως σποραδικά παρατηρείται σ’ εμάς τις τελευταίες δεκαετίες, κατά μιμητισμό μάλλον παρά από κεκτημένη ταχύτητα, διερωτάσαι: όχι τι διαβάζουν, αφού το υποθέτεις από τα χοντρά χαρτόδετα βιβλία τσέπης στις διαβαθμίσεις της αβάστακτης ελαφρότητας και της σοβαρής λογοτεχνίας, ενίοτε κάποια οιονεί «ευαγγέλια» ψυχολογικής λεγόμενης στήριξης· στις κατά συντριπτική πλειοψηφία περιπτώσεις σίγουρα όχι επιστημονικά, φιλοσοφικά και θρησκευτικά βιβλία, που προορίζονται για εντρύφηση από ειδικούς και επαΐοντες, πιστούς και άπιστους.

Η απορία σου εστιάζεται όχι ως προς τους προβεβηκότες την ηλικίαν-ξέρεις αυτοί τι μεταξύ ύπνου και ξύπνιου κρατούν στο χέρι, -αλλά σε σχέση με τους νεότερους, που διαβάζουν ό,τι διαβάζουν στις οθόνες των ηλεκτρονικών συσκευών τους. Κρίνοντας εξ ιδίων τα αλλότρια, δεν διανοούμαι πώς απολαμβάνουν, διαβάζοντας ολόκληρα κατεβατά ψηφιοποιημένων βιβλίων· μη έχοντας, δηλαδή, την ιδιαίτερη αίσθηση της αφής και της μυρωδιάς του χαρτιού, του κρουστού ακούσματος τού φυλλομετρήματος των σελίδων -όχι φυσικά του φυλλομετρητή ιστού-, του σελιδοδείκτη ή έστω του ανεπίτρεπτου τσακίσματός τους, του υπογραμμίσματος και της αναγραφής στο περιθώριο κάποιου μνημονικού σημειώματος.

Πότε ήταν, αλήθεια, που ακούσαμε τα ηχηρά συνθήματα «ο κόσμος ανήκει στους αναγνώστες» και «το βιβλίο ένα παράθυρο στον κόσμο» κι ο νους μας πήγαινε στα έντυπα βιβλία; Τώρα, ο κόσμος δεν ανήκει απλώς, αλλά εξουσιάζεται από τον κυβερνοχώρο και χειραγωγείται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή καλύτερα πιάνεται ανυποψίαστος στα δίκτυα μιας αόρατης παντοδύναμης αράχνης. Τώρα, άλλα παράθυρα ανοίγουν μ’ ένα κλικ στους υπολογιστές και στα έξυπνα τηλέφωνα της ολοένα υψηλής και υψηλότερης τεχνολογίας.

Ωστόσο, δεν μπορεί κανείς να τη δαιμονοποιεί, επειδή δεν μυήθηκε στον στοιχειώδη χειρισμό της, για να αξιοποιεί τα όσα ευεργετικά προσφέρει, μήτε να την εξορκίζει για την κακή και επιζήμια διαχείρισή της· όπως δεν πρέπει να κακίζει τους εθισμένους στα ηλεκτρονικά βιβλία. Εφόσον δεν διαβάζουν πλέον σε έντυπη μορφή, φτάνει που διαβάζουν τα «e-books» ή τα «ψηφιακά διαδραστικά» είτε δωρεάν είτε κατά πολύ φθηνότερα, όπως διαβεβαιώνουν τα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία και ενθαρρύνουν οι οικολόγοι. Ας αυξάνονται και πληθύνονται οι αναγνώστες της ηλεκτρονικής οθόνης, παρά να αποβλακώνονται μπροστά σε άλλες οθόνες απορριμμάτων.

Προσωπικά, αν και ποιος με ρώτησε, χωρίς να αποφεύγω το ηλεκτρονικό διάβασμα, παραμένω αθεράπευτη λάτρις των έντυπων εκδόσεων· και δεν μπορώ να φανταστώ πως μια μέρα οι βιβλιοθήκες της συσσωρευμένης σοφίας αιώνων θα μεταμορφωθούν σε σκονισμένα και σκωροφαγωμένα ράφια, αν δεν καταλήξουν σε παλαιοντολογικά μουσειακά εκθέματα. Ας αρκεστούμε με την παρηγοριά διαβεβαίωσης κάποιων ότι το χάρτινο βιβλίο δεν θα χάσει ποτέ την αξία του, όπως την έχουν οι δίσκοι βινυλίου, που ουδείς, όμως, ειμή ελάχιστοι, δεν τους παίζει πλέον.

Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου η σημερινή, που καθιερώθηκε από την UNESCO το 1995 σε ένδειξη τιμής στην ταυτόχρονη εκδημία (23 Απριλίου 1616) τριών μεγάλων συγγραφέων, των Σαίξπηρ, Θερβάντες και Γκαρθιλάσο ντε λα Βέγκα. Μαζί με τα βιβλία γιορτάζουν επίσης και οι δημιουργοί τους: οι όπου γης συγγραφείς, μείζονες και ελάσσονες, και οι βιβλιόφιλοι κάτω από το φετινό σύνθημα «διαβάζω και αλλάζω», που παραπέμπει στην αποφθεγματική προτροπή του δικού μας μεγάλου Νίκου Καζαντζάκη: «Δεν μπορούμε να αλλάξουμε την πραγματικότητα, αλλά μπορούμε να αλλάξουμε τα μάτια που βλέπουν την πραγματικότητα».

Για να επέλθει, εντούτοις, η αλλαγή, πρωτίστως στην παιδεία και τον πολιτισμό σε έναν οικουμενικό εξανθρωπισμένο κόσμο, πρέπει να έχουμε «ανοιχτά πάντα κι άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μας», κατά τον εθνικό μας ποιητή, έτσι που οι περιδιαβάσεις μας να φωτίζονται σε εύφορα και ανθηρά βιβλιοτοπία. Να επιλέγουμε και να διαβάζουμε τα ποιοτικά βιβλία όχι μόνο για τους εαυτούς μας, αλλά και για τους άλλους, διαβιβάζοντας και μεταλαμπαδεύοντας το φως τους για το κοινό καλό.