Κώστας Λυμπουρής

Μετά τα τρία βιβλία διηγημάτων του, ο Κώστας Λυμπουρής επανήλθε πρόσφατα στο λογοτεχνικό προσκήνιο με το μυθιστόρημά του «Επιβάτες φορτηγών», σε επιμέλεια καλαίσθητης αρτιότητας από τις εκδόσεις Πάπυρος και εικαστική φιλοτέχνηση εξωφύλλου της Νίτσας Χατζηγεωργίου.

Συγκεκριμένα, σε προέκταση της συστηματικής καλλιέργειας της γόνιμής του διηγηματογραφίας, πρόκειται για την ώριμη μακρόπνοη συγκομιδή μιας παλίμψηστης αυτοαναφορικής μυθ-ιστορίας. Με επιδέξια σύνεργα γλωσσικής και αισθητικής σκευής, ρέουσας σφριγηλής γραφής, εύληπτης αποτύπωσης και σκηνικής εικονοποιίας, ο συγγραφέας συνυφαίνει τα νήματα της σπονδυλωτής αφηγηματικής του πλοκής γύρω από τον ιστό της συγκροτημένης δομής 245 σελίδων, που διαβάζονται απνευστί.

Με ευρηματικές επίσης τεχνικές υποβλητικής αναδιήγησης μεταπλάθει ενδιαφέρουσες πτυχές του νεανικού βίου, πραγματικά γεγονότα και υπαρκτά πρόσωπα σε μυθιστορηματικά δρώμενα, σκιαγραφώντας μυθοπλαστικούς χαρακτήρες· αλλά και με έντεχνη εξιστόρηση της απομυθοποιητικής καταγραφής αδιάψευστων μαρτυριών μάς καθιστά κοινωνούς ζωηρών αναμνήσεων και έντονων βιωμένων εμπειριών στο αιχμηρό μεταίχμιο της σύγχρονης Κυπριακής Ιστορίας στις πιο δραματικές της καμπές: στα χρόνια πριν από το ’74, ήτοι από τον Αγώνα του 1955-59 έως την Τουρκανταρσία και τις παραμονές του Πραξικοπήματος, μέχρι τις τραγικές μέρες της τουρκικής εισβολής και της προσφυγιάς με τις ανεπούλωτες πληγές της χουντικής προδοσίας, της ηρωικής αντίστασης των παλληκαριών μας στα σφαγιασμένα χώματα της Κερύνειας και του Πενταδακτύλου, των πεσόντων, των αιχμαλώτων και των αγνοουμένων, αλλά και όσων συστρατιωτών τους επέζησαν με το σύνδρομο της απώλειας στις εφιαλτικές τύψεις των «σκοτωμένων φίλων» και τα βουβά ερωτηματικά του αδικοχαμού τους.

Κατ’ αρχήν, σε κυκλική συμμετρία το πρώτο και το τελευταίο κεφάλαιο, εν είδει προϊδεασμού και επιλόγου, μας μεταφέρουν στο Δίκωμο της κατεχόμενης γενέθλιας γης του συγγραφέως, στον τόπο της εκδίπλωσης και κατάληξης των γεγονότων, σηματοδοτώντας μαζί με τον πόθο ανεύρεσης του τάφου των θαμμένων φίλων τον «μνησιπήμονα πόνο» του νόστου στα πατρογονικά εδάφη.

Το δεύτερο κεφάλαιο καταλαμβάνει το εκτενέστερο μέρος της αφήγησης, γιατί πώς αλλιώς θα χωρούσαν οι μνήμες μιας ολάκερης ζωής, να πολλαπλασιάζονται σε ζωντανές οικογενειακές εικόνες και σημαδιακά στιγμιότυπα ανάμεσα στην ακούραστη υφάντρα και «νοσοκόμα» μάνα, τον λεωφοριούχο πατέρα και τον άρρωστο αδελφό, καθώς και σε φίλους-συμμαθητές, χαρακτηριστικούς τύπους της γειτονιάς και άλλους συγχωριανούς. Πού θα στοιβάζονταν, εξάλλου, τόσες θύμησες από χαρές και λύπες, παιγνίδια και διαβάσματα, εθνικές εξάρσεις και ερωτικά σκιρτήματα;

Πληθωρικές οι συνωθούμενες σκέψεις, οι αναστοχασμοί και τα πικρά συναισθήματα από τους βομβαρδισμούς της Τηλλυρίας στο χαράκωμα της γριάς Χατζήνας, την καταστροφική δράση της ΕΟΚΑ Β' και των πραξικοπηματιών, την απόβαση των τουρκικών πλοίων στις ακτές της Κερύνειας και τις άνισες μάχες μέχρι τη διάλυση στρατιωτικών σωμάτων και την πανικόβλητη φυγή από το χωριό τους.

Οι σελίδες ασφυκτιούν κάτω από τη συγκινησιακή φόρτιση του τριτοπρόσωπου αφηγητή, που μας υποβάλλει την ταύτιση με τον πρωταγωνιστή, το alter ego του συγγραφέως. Αν και καθηλωμένος μπροστά στην πόρτα του κατεχόμενου σπιτιού του, το μυαλό του με πυξίδα τη μνήμη τον ταξιδεύει σε μιαν ατέλειωτη αναπόληση: στον γέρο-Ζαντή με τις δελεαστικές του πραμάτειες, τη Μαρούλα που τον πετροβολεί, τον δόλιο Παύλατσο, ακόμη τον λουλουδοκλέφτη Κεραυνό, όπως και τον Νικολή Φαρρά, που κλέβει από σπίτια Τουρκοκυπρίων.

Γυναίκες «κόβουν φιδέ» στη βεράντα, όπου έρχονται τραγούδια εποχής από το κοντινό καφενείο του Νίκου. Σ’ έναν τοίχο η φωτογραφία του Μακαρίου ανακαλεί την απαρχή των δεινών. Ωστόσο, σκέφτεται τι να απέγιναν το μαντολίνο και το ημερολόγιό του, ο σκύλος του ο Αζωρής, όπως και «το μεταξωτό δημιούργημα της μάνας του», καμωμένο στον αργαλειό από μετάξι του δικού τους σηροτροφείου. Ήταν όμως και τα λεμονόδεντρα της αυλής, που ποτίζονταν με το «νερό της Μάνας, της πηγής στη ρίζα του Πενταδακτύλου» και που στέρεψε, καθώς στέρεψαν όλα με τον ξεσπιτωμό της προσφυγιάς.

Ήταν τότε που ο Στέφανος με τον παιδικό του φίλο Πάνο και άλλους στρατιώτες βρέθηκαν «επιβάτες φορτηγών» από περιπέτεια σε περιπέτεια μέσα στην κόλαση του Αττίλα, κινηματογραφικό θρίλερ, που προβάλλεται στα επόμενα κεφάλαια μαζί με πολλά άλλα επώδυνα επεισόδια της νεότερης κυπριακής τραγωδίας. Της τραγωδίας που στοιχειοθετεί ένα αντιπολεμικό επικό μυθιστόρημα με την αριστοτεχνική αντικειμενική αφήγηση του Κώστα Λυμπουρή.