Κυριακή των Βαΐων σήμερα ή της Ελιάς, όπως στα καθ’ ημάς τής απέδιδαν το αποκλειστικό δενδρωνύμιο οι ευσεβείς γονιοί κι οι παππούδες μας, οι πιστοί στις λατρευτικές ακολουθίες της Ορθοδοξίας και στα ήθη της τοπικής μας παράδοσης. Οι καμπάνες, όπου κι αν πανηγυρικά σήμερα ηχούν, από τους ιερούς ναούς της ελεύθερης Κύπρου μέχρι τον Άγιο Μάμαντα της κατεχόμενης Μόρφου για την εκεί τέλεση της δεύτερης αρχιερατικής θείας λειτουργίας, διαμηνύουν το προανάκρουσμα της Εβδομάδος των Παθών και της Αναστάσεως.
Η «προ εξ ημερών του Πάσχα» ανάμνηση, ωστόσο, της θριαμβευτικής εισόδου τού Ιησού στα Ιεροσόλυμα συνεορταζόταν αρχικά με το «Σάββατο του Λαζάρου», πριν από το 378 μ.Χ., σύμφωνα με τον Επίσκοπο Βόστρων Τίτο. Για τη διπλή αυτή Δεσποτική εορτή, που θέσπισε η Εκκλησία των Ιεροσολύμων, οι πρώτες περιγραφές αναφέρονται από τη φιλόσοφο Μοναχή Αιθερία σε επιστολή της προς τις συμμονάστριές της τον 4ον αιώνα μ.Χ.
Η έγερση του Αγίου και Δικαίου φίλου του Χριστού, Λαζάρου του τετραημέρου, που από θεολογική άποψη συνιστά την τελειότερη προτύπωση της τριημέρου πορείας του Χριστού από την εις Άδου κάθοδο στην αιώνια ζωή, συνδέεται άρρηκτα με την Εκκλησιαστική Ιστορία της Κύπρου· καθώς, όταν «διά τον φόβον των Ιουδαίων» μετά την ανάστασή του ο Λάζαρος κατέφυγε εδώ, χειροτονήθηκε πρώτος Επίσκοπος Κιτίου από τους Αποστόλους Παύλο και Βαρνάβα.Μαρτυρεί, επίσης, ο Άγιος Επιφάνιος Κύπρου (367-403):
«Εν παραδόσεσιν εύρομεν ότι τριάκοντα ετών ην τότε ο Λάζαρος ότε εγήγερται, μετά το αναστήναι αυτόν άλλα τριάκοντα έτη έζησε, και ούτω, προς Κύριον εξεδήμησεν κοιμηθείς κατά το έτος 63 μ.Χ.» στο Κίτιο. Το λείψανό του, ως γνωστόν, ανευρέθηκε σε κατακόμβη, κάτω από τη φερώνυμη περίλαμπρη βασιλική στη Λάρνακα, που ανεγέρθηκε στις αρχές του 10ου αιώνος από τον Λέοντα Στ΄ τον Σοφό ως αντίδωρο παραχώρησης μέρος των ιερών οστών στον Βυζαντινό αυτοκράτορα.
Το Σάββατο του Λαζάρου, εκτός από το ομώνυμο «τραούδιν» του και τα παλαιότερα δρώμενα της νεκρανάστασής του στα χωριά και στις πόλεις μας, ανακαλεί στη μνήμη τους παιγνιώδεις εκείνους στίχους της λαϊκής μας μούσας: «Ο Λάζαρος ο δίμητος/ο κοτσιηνοπεθύμητος/ακούσαν τον οι όρνιθες/τζ’ εκάτσαν να γεννήσουν/αυκά να κοτσιηνίσουν/το Πάσκαν να τσουγκρίσουν».
Εξίσου γραφικά και τα παραδοσιακά μας έθιμα την επαύριο, την Κυριακή της Ελιάς, που εμπλουτίζουν τις σελίδες της Κυπριακής Λαογραφίας. Ελιοφορούσαν, θα λέγαμε, οι πιστοί κατ’ αυτήν την ημέρα, καρφιτσώνοντας σταυροειδώς στο στήθος δυο φύλλα ελιάς, ενώ σε αρκετές περιοχές στερέωναν κλαδί ελιάς στα παράθυρα ή στην εξώπορτα του σπιτιού τους.
Στο προαύλιο, επίσης, είτε εντός της εκκλησίας, την ώρα που ακούγεται η ευαγγελική περικοπή, είθισται να μαδούν και να πετούν φύλλα ελιάς. Την ίδια μέρα, καθώς και τις επόμενες μέχρι τη Μεγάλη Πέμπτη προσκομίζουν στους ναούς ρούχινα σακούλια από ελιόφυλλα, που αφήνουν εκεί έως της Αναλήψεως, ώστε να αγιαστούν και να «καπνίζουν» (θυμιατίζουν) ολόχρονα, παρακαλώντας για κάθε καλό και ξορκίζοντας το κακό.
Για τον ίδιο σκοπό συνήθιζαν να μεταφέρουν σε εκκλησιαστικό χώρο ορισμένων χωριών ολόκληρο ελαιόδεντρο, που ανήκε στην εκκλησιαστική περιουσία, για να το μοιράζονται οι χριστιανοί. Αλλά και πόσο αναπολούν οι Αμμοχωστιανοί το πανηγύρι και τη μεγάλη ζωοπανήγυρη της Ελιάς ανάμεσα στους μυρωμένους ανθούς των πορτοκαλιών του Αγίου Μέμνονα και που γινόταν παλαιότερα στον Άη Λουκά. Μαζί με τους άλλους πρόσφυγες στους προσωρινούς τόπους της διαμονής τους λιτανεύουν επί 43 χρόνια μέσα από τις ικεσίες των δακρύων τους τις εικόνες της Βαϊοφόρου να τους βοηθήσει να επιστρέψουν επιτέλους στις πατρογονικές τους εστίες.
Την ελπίδα για αντίστροφη μέτρηση του χρόνου εμπνέει μια τέτοια αγιογραφία στο Βυζαντινό Μουσείο του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Γ΄, που χρονολογείται σύμφωνα με επιγραφή στα 1546 και προέρχεται από τον ναό της Παναγίας Χρυσαλινιώτισσας στη Λευκωσία. Ο καλλιτέχνης εδώ έχει τοποθετήσει το ανθίβολο αντίστροφα, ως εάν το γαϊδουράκι με τον Ιησού να παίρνει τον δρόμο της επιστροφής, έχοντας στα αριστερά της σύνθεσης την Ιερουσαλήμ, το κυκλικό κτήριο της οποίας στο κέντρο αναπαριστά τον ναό του Σολομώντος.
Στην καθιερωμένη θεματική της εικονογραφίας αποτυπώνονται οι συμβολισμοί και τα μηνύματα του ευαγγελικού αναγνώσματος: μπροστά στα τείχη της Αγίας Πόλης το πλήθος των Εβραίων, που υποδέχονται τον Χριστό με το «ωσαννά ευλογημένος ο ερχόμενος», ενώ κάποια παιδιά ανεβασμένα στο δέντρο κόβουν κλαδιά και κάποια άλλα τα στρώνουν μαζί με τους χιτώνες τους στο έδαφος, για να περάσει «ο βασιλεύς[…]καθήμενος επί πώλον όνου».
Με το ίδιο ακριβώς μεταφορικό μέσο που συνετελέσθη «η φυγή εις Αίγυπτον» της Αγίας Οικογένειας. Μέγα το δίδαγμα της άκρας ταπείνωσης, της μεγαλύτερης χριστιανικής αρετής, σε αντίθεση με τα ά-λογα της επίδειξης ισχύος και της ασύστολης έπαρσης των Ρωμαίων κατακτητών. Αλλά ας αφήσουμε την αγιόπνευστη υποβλητική γραφίδα του Κυρ-Κόντογλου να μας τα ιστορήσει καλύτερα:
«Οι πολέμαρχοι του κόσμου, σαν τελειώνανε τον πόλεμο και βάζανε κάτω τους οχτρούς τους, γυρίζανε δοξασμένοι και καθίζανε απάνω σε χρυσά αμάξια για να μπούνε στην πολιτεία τους.[…].Από πόλεμο ερχότανε και κείνος, μα έναν πόλεμο πολύ δυσκολοκέρδιστον, πόλεμο καταπάνω στην κακία και στην ψευτιά και στην υποκρισία και στη φιλαργυρία.[…].
Ο Χριστός αναποδογύρισε όσα είχε για σωστά και για αληθινά ο αμαρτωλός ο άνθρωπος. Ποιος, όμως, είναι σε θέση να νοιώσει την ελευθερία που μας έφερε και να ακολουθήσει το πουλάρι με το σκοινένιο καπίστρι κι όχι τ’ αφρισμένα τ’ άλογα που χλιμιντράνε καμαρωτά και να μην μπει στη Ρώμη με τα πολλά τα είδωλα, παρά να μπει μαζί με τον βασιλιά της ειρήνης στην Απάνω Ιερουσαλήμ;».




