ΠΡΟΖΥΜΙΝ

Μπήξε μασιαίριν πας στην γην,
τζιαι κλώσ' τo για να σγάψει.
Πιάστω στην φούχτα σου σφιχτά,
σε κόκκαλα αν κάτσει...

να μεν κοπεί το σιέριν σου,
στης λάμας την αθέραν.
γοιον άλλους που δοτζίμασαν,
μα εν τα καταφέραν!

Μουσκoκαρκιών πας στην πληγήν,
θα φκει των μυρωδάτων...
ριζόγαιμαν σατές πηγήν,
πότισμα των πλασμάτων,

που εγεννήσαν στα παλιά
τον τζιύρην, τον παππού σου.
Τζι' ήρτεν σε σέναν η ριζιά,
μισίθκια τζιαι τανούν σου.

Μεν γελαστείς ν' απαρνηθείς,
προζύμια που κρατούμεν...
τζι' άλλα πορύζια αμματιστείς,
γιατ' εν να ξειλιφτούμεν.

Δάφνη η μάνα στεφανιών
τζιαι η παλλουρκά αγκάθκια.
κράτε την στράτα των γενιών
με αννοικτά τ' αμμάθκια!

Αντώνης Ττέκκης
Πρόσφυγας που τη Λύση. Αλάμπρα, 30 Μαρτίου 9.24 πμ.


Αγαπητέ μου Ανδρέα,

Είμαι καλά, το ίδιο θα ήθελα να πω ότι επιθυμώ και δι’ εσέ, αλλά εσύ δεν έχεις πια την ανάγκην να 'σαι καλά, καλά την έχεις, καθότι θα 'ναι τα μάτια σου κλειστά και δεν θα βλέπεις την κατάντια τούτου του τόπου, και με τ’ αυτιά σου γεμάτα χώμα, ούτε θ’ ακούς, θα φυτρώσαν από την κόγχη τους κυκλάμινα και λάζαροι στο καθένα, κοιμήσου, αδερφέ! Την τελευταία εικόνα σου, που κράτησα, ήταν εσύ σημαιοφόρος, έτσι σωματώδης και χοντρούλης που ήσουνα, όλοι φαινόμασταν καχεκτικοί δίπλα σου, και τόσο κορδωτός και περήφανος, σαν να 'ξερες πως όλοι σε κοιτούσαμε να κρατάς με καμάρι τη σημαία μας, γεμάτος ζωή, που ρόδιζε τα μάγουλά σου, ακόμα χωρίς χνούδι, κοιμήσου.

Εγώ είχα φύγει, αφήνοντας πίσω μου μια πόλη που έσφυζε και μοσχομύριζε μεσ’ στους ανθούς, στη δεξαμενή του περβολιού γυρόφερναν κάτι παχουλά κόκκινα ψάρια, ανέμελα κόβαν βόλτες βιαστικά και επί σκοπού, ο Λούξης έμενε στο σπίτι που το κρύβαν τ’ αγριόχορτα, πρόβαλλαν φίδια, σαύρες και σερπετά (ήμουν σίγουρη ότι τα έβλεπα), ο αδερφός μου λέει ότι μόνο εγώ τα έβλεπα, άρα δεν υπήρχαν, κι απ’ όπου αντηχούσε κλασική μουσική, φοβόμουν να κοιτάξω κατά κει, τον λέγαν τρελό τον κ. Λούξη, έπρεπε να τρέξω γρήγορα εκείνο το κομμάτι, δεν ήξερα τι πα να πει τρελός, αυτός που μένει σ’ ένα σπίτι με ψηλά χόρτα και φίδια, ή που ακούει κλασική μουσική, μα κι ο αδερφός μου κι εγώ ακούγαμε κλασική μουσική και η κα.

Μυροφόρα είπε στην Αθηνά να μη μας αφήνει ν' ακούμε τέτοια μουσική, θα παλαβώναμε. Μια μαθήτρια πιο μεγάλη από μας, είπαν, παλάβωσε, γιατί διάβαζε πολύ, όλοι μες στο σπίτι διαβάζαμε τα ίδια βιβλία, μάλιστα, Ρομαίν Ρολλάν, και Τολστόι και Καζαντζάκη και δώστου Λουντέμη και Βενέζη κι εγώ ‘’έκλεψα’’ και διάβασα το ‘’Υπόγειο’’ του Ντοστογιέφσκυ από τη βιβλιοθήκη του Πατέρα, επειδή μου είπε δεν θα το καταλάβω και διάβασα κι άλλα απαγορευμένα βιβλία σαν εκείνα του Σταυρινού- Οικονομίδη, που αλήθεια είναι ότι με τάραξαν πολύ, τόσο διαφορετικά γράφουν οι μεγάλοι από τους μικρούς, γιατί έγραφα κι εγώ, μέρα-νύχτα πράματα, εσύ όχι, εσύ καθόσουν στο τελευταίο θρανίο, γιατί ήσουν ψηλός, εγώ στο πρώτο για να βλέπω και ν' ακούω καλά, μ’ αρέσαν όλα τα μαθήματα να σου πω, αλλά δεν διάβαζα ιδιαίτερα δεν είχα καιρό!

Το Προζύμι.

Η μάνα ρωτούσε ‘’Κόρη μου, πού πας;’’. Κι εγώ ‘’έχω δουλειά’’. Παίζαμε θέατρο, μαθαίναμε χορούς, ζωγράφιζα, βγάζαμε εφημερίδα πολύ καλή, ρίχναμε φυλλάδια ενάντια στους Εγγλέζους, τα βάζαμε κάτω από τη ζακέτα μας ή στη μικρή τσαντούλα στο πίσω μέρος του ποδηλάτου μας, αλλά θυμάμαι δεν φοβόμουν. Οι Εγγλέζοι γυρόφερναν με τζιπ, σαν να μην είχαν τίποτε άλλο να κάνουν παρά να φέρνουν βόλτα ολημερίς, και στις 6 μας μάντρωναν, κέρφιου, τις νύχτες συχνά ακούγαμε στρατιωτικά αυτοκίνητα, και όταν σταματούσαν ήταν για κακό, ακούγαμε και κραυγές και το πρωί στον τοίχο είχε αίματα, φοβόμουν μην πάθει ο αδερφός μου κακό, τα αγόρια ήσασταν όλα σε κίνδυνο πιο μεγάλο, αν και αργότερα η φιλενάδα μου, η Πίτσα, καταδικάστηκε σε φυλάκιση.

Ανδρέα μου, θα μπορούσε να 'σουν εσύ, γιατί ήσουν κι εσύ, όπως εγώ, όλο φωτιά και μπαρούτι εναντίον των Εγγλέζων. Ο πατέρας μου μάς είχε απαγορεύσει να πάμε στο Δημοτικό, στη Στέψη της Βασίλισσας, που είχαν τάξει στα παιδιά δώρα και γλυκά. Γιατί; Οι Εγγλέζοι είναι εχθροί της πατρίδας μας. Θα ήμασταν τα μόνα παιδιά, σ' όλη την πόλη που δεν πήγαμε σχολείο εκείνη τη μέρα, για να μη γιορτάσουμε τη Βασίλισσα. Ο πατέρας είχε κρύψει κάμποσα βιβλία στην πίσω αυλή, θα φύτρωσαν κι αυτά έκτοτε και θα βγάλαν λουλούδια σαρκοβόρα, όπως και τα λουλούδια στον δικό σου τάφο, αγαπητέ Ανδρέα.

Τον είδα που έκρυβε ένα πιστόλι, τυλίγοντάς το πρώτα σε διαφανές πλαστικό, μαζί έθαψε το πιστόλι και τα βιβλία, δεν ξέρω τι βιβλία, ξέρω πως μια φορά έβαλαν έγγραφα μέσα στην κούνια του αδερφού μου, κι όταν ήρθαν οι Εγγλέζοι για έρευνα στο σπίτι, η μητέρα μάσησε και κατάπιε κάτι χαρτιά, την είδε η μεγάλη μου αδερφή και μού το 'πε και μού 'πε θα μού κοβε τη γλώσσα αν το 'λεγα, πρώτη φορά στο λέω. Αντρέα μου, και γω που με βλέπεις, αν με βλέπεις, ήξερα δύο σκοτωμένους καλά, πριν από σένα.

Δύο σκοτωμένοι Συν Εσύ!

Ο ένας ήταν ο Πέτρος Γιάλλουρος που περνούσε συχνά από το σπίτι μας με το ποδήλατο, στην οδό Πλουτάρχου στην Αγία Ζώνη, στην Αμμόχωστο, πιο μεγάλος από μένα και τον μικρό μου αδερφό, και πολύ όμορφο ‘’παιδί’’, ξανθός με σπαστά μαλλιά και γαλανά μάτια, θυμούμαι που 'γινε μια διαδήλωση και μεγάλο κακό και φασαρία και κατέβηκαν οι Εγγλέζοι, πάντα ένοπλοι και κακιασμένοι, και πάνω στη διαδήλωση τον σκότωσαν οι Εγγλέζοι. Μπαμ και κάτω. Μαθητής ήταν, τι κακό έκανε να φάει σφαίρα;

Ο Πετράκης εμένα μου 'μεινε, όπου πήγαινα, σε ό,τι έγραφα ερχόταν, κι ας δεν μου μίλησε ποτέ, ήταν σαν να 'ταν συγγενής, ας πούμε, αλλά πιο συγγενής ήταν ο Αλέκος Κωνσταντίνου, ο γιος της κυράς Ευτέρπης, αδερφός της Μαρούλλας, αυτοί μέναν στην Ξενοφώντος, δίπλα στης θείας μου της Αντριάνας το σπίτι. Ο Αλέκος φορούσε μπλε πουκάμισο, άρα ήταν της ΕΟΚΑ, και είχε μουστακάκι, σίγουρα της ΕΟΚΑ, ένα πολύ πολύ ήσυχο και σκεφτικό αγόρι, πολύ πιο μεγάλος μας φαινόταν, δεν ξέρω, ήμασταν φίλοι με την οικογένεια όλη, και ύστερα ...με πήρε ένα απόγευμα η ώρα τρεις, η μάνα μου στην κηδεία του, σκοτώθηκε από έκρηξη πυρομαχικών, έξω από το Βαρώσι.

Πάει κι αυτός - ο ωραίος Αλέκος μας, έγινε ξαφνικά ήρωας, εγώ θα τον προτιμούσα ζωντανό, η γειτονιά έγινε πολύ θλιβερή χωρίς αυτόν, η μάνα του μαυροφόρεσε και δεν ήταν πια χαρούμενη, όπως πριν, και η Μαρούλλα, η αδερφή του, το ίδιο και η Μαρούλλα, είπαν, αρρώστησε πολύ, είπαν, τα νεύρα της.

Σαν τα παιδιά του λα(γ)ού!

Κι εμείς, όπως πολύς κόσμος, φύγαμε οικογενειακώς για την Αγγλία, όπου σπούδαζε ήδη ο αδερφός μου και η μάνα μου μάς άφηνε συχνά να πάει να δει τον κανακάρη της, στο τέλος μας κουβάλησε κι εμάς: ο μεγάλος αυτός αδερφός, ξανθός, μόνο εγώ ήμουν η μαύρη στο σπίτι, τα αγόρια ήταν ξανθά και η αδερφή μου πολύ όμορφη, εγώ ένα τέρας. Σκούρα.

Τη νύχτα σκεφτόμουν ότι με άφησε μια τσιγγάνα έξω από το σπίτι και με λυπήθηκε η Αθηνά και με πήρε, ο πατέρας μου δεν με πρόσεξε, για να πει και όχι, και όταν άρχισα να μεγαλώνω λίγο, μαζί μου συζητούσε μόνο Ιστορία και πολιτικά και μόνο βιβλία. Ποτέ δεν χαμογελούσε, μόνο τραγουδούσε ιταλικά τραγούδια που είχε μάθει στον πόλεμο ‘’Μάμμα σον τάντο Φελίτσιε’’, και 'γω τον άκουγα κι έκλαια και πολύ μισούσα τον πόλεμο κι ήξερα από τους γονιούς ΠΟΛΥ καλά τι ήταν ο πόλεμος!

Αλλά, δεν ξέραμε λεπτομέρειες, μόνο ο πατέρας είχε όλες αυτές τις φωτογραφίες, στην Ιταλία, ένα κοιμητήριο στο Ρίμινι, στη Νάπολι, στην Αίγυπτο και οι Εγγλέζοι από σύμμαχοι γίναν ο εχθρός, γιατί οι Εγγλέζοι δεν αφήναν την πατρίδα μας ελεύθερη που οι γονιοί μας πολέμησαν για την ελευθερία του κόσμου όλου, και ο κόσμος είχε ξεσηκωθεί και όλοι κάναν πράματα αναγκαία, επικίνδυνα και μυστικά.

Στο σαλόνι της νιόπαντρης αδερφής μου απαγορευόταν να μπούμε, εγώ την έπαιρνα για λοξή με την καθαριότητα τόσο που δεν μας άφηνε να μπούμε, αλλά αυτή κι ο άντρας της κρύβαν έναν καταζητούμενο και δεν το ξέραμε, το 'μαθα, όταν έγινα μεγάλη πια, κι ελπίζω να μη διαβάσει το παρόν και με τσακώσει να μαρτυράω, τότε ήταν πολύ σοβαρό - όλοι κρύβαν κάτι, κάποιον, και στη γειτονιά μας κούρεψαν μιαν όμορφη κυρία για κάτι που είπε, δεν ξέρω ακριβώς τι, αλλά την κούρεψαν γουλί. Μόκο όλοι.

ΔΡ ΝΙΚΗ ΚΑΤΣΑΟΥΝΗ
Κριτικός πολιτισμού και πολιτικής

Ξέρω Τρεις Ήρωες!


Η οικογένειά μου ήμασταν αριστεροί και οι αριστεροί ήταν υπό υποψίαν, τρόπον τινά, διότι δεν είχαν συμφωνήσει σε ένοπλο αγώνα, και κινδυνεύαμε κι από τους Εγγλέζους κι από τους ΕΟΚΙΤΕΣ, τρόπον τινά, διότι οι Εθνικόφρονες μας κάναν τους σπουδαίους, ένεκα που είχαν όπλα και μας την έπεφταν, αλλά ήταν εντελώς ακαταλαβίστικο για μας τα μωρά, να 'χεις έναν κοινό εχθρό και να μην τον πολεμάς από κοινού. Αφού ΟΛΟΙ μαχόμαστε εναντίον των Εγγλέζων. Με, ή χωρίς όπλα. Και οι φυλακές γέμιζαν, αλλά τους είχαν ξεχωριστά, αριστερούς και δεξιούς.

Ο Ανδρέας ήταν συμμαθητής μου. Δεν θυμούμαι να μιλήσαμε ποτέ πολιτικά στην τάξη μας. Όλοι ήμασταν εναντίον των Εγγλέζων. Ήμασταν όλοι φοβεροί φίλοι... Δεν ξέρω τι ήταν ο Ανδρέας ιδεολογικά. Ξέρω τι ήταν... μαθηματικά. Έφυγα πριν τελειώσω το σχολείο. Όταν γύρισα πίσω, μετά τις σπουδές μου, ρώτησα πού ήταν ο Ανδρέας. Τι έκανε. Ήταν καλός στα Μαθηματικά. Έκανε φασαρία, όπως όλοι μας. Ήταν έξυπνος, όχι όπως όλοι μας. Πιο ψηλός, πιο γεμάτος απ' όλους μας!

Τι έπαθε ο Ανδρέας; Σιώπησαν όλοι, σαν να 'πεσε βαρύ σύννεφο. ‘’Δεν τόμαθες’’; ‘’Όχι’’. ‘’Τον σκότωσαν’’! ‘’Ποιοι;’’’’ Η ΕΟΚΑ’’. ‘’Γιατί’’; ‘’Ήταν Μακαριακός και έκανε κριτική στους Γριβικούς’’. Ο Ανδρέας; Ακόμα δεν το πιστεύω. Ίσαμε τώρα που το λέω. Να σας πω. Εγώ ξέρω προσωπικά τρεις ήρωες: τον Πέτρο, τον Αλέκο και τον Ανδρέα.

Όλοι σκοτώθηκαν στον ίδιο αγώνα ενάντια των Εγγλέζων. Δεν ξέρω τους γονείς του, αν ζουν. Μα το χρωστώ στον ίδιο, στην Τάξη μου, στην Πόλη μου: ο Ανδρέας ήταν ο σημαιοφόρος μας. Δυνατός στα Μαθηματικά. Μακαριακός. Σήμερα θ’ αγωνιζόταν μαζί μας ενάντια στους Τούρκους. Ξέρω προσωπικά τρεις ήρωες! ΝΚ