Όσο κονιορτό κι αν σήκωσαν οι θυελλώδεις αντιδικίες γύρω από τη νομοθετική τροπολογία και την υπό την πίεση του κατοχικού ηγέτη ανατροπή της κατά πλειοψηφίαν απόφασης της Βουλής για υπόμνηση στα σχολεία μας του Ενωτικού Δημοψηφίσματος, δεν γίνεται να θολώνει μέχρι συσκότισης η μνήμη· μήτε μπορούν οι όποιες πολιτικές ή κομματικές σκοπιμότητες να αποπροσανατολίζουν τη μελέτη της Ιστορίας, παραγράφοντας πτυχές ή έστω υποβαθμίζοντας κομβικούς της σταθμούς στην απαράγραπτη καταγραφή εν προκειμένω του Ενωτικού Απελευθερωτικού μας Αγώνα.
Στο Μουσείο του, αψευδείς μάρτυρες διαφυλάσσονται οι τόμοι των υπογραφών σύσσωμου σχεδόν του κυπριακού λαού (95,71%), που αξίωσε το 1950 Αυτοδιάθεση και Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Κι αν ήταν αδύνατο τότε να ευοδωθούν οι μακροχρόνιοι εθνικοί πόθοι, πόσω μάλλον θα διενοείτο κανείς σήμερα τέτοιους απραγματοποίητους στόχους, η σχολική μνεία των οποίων έχει θορυβήσει κάποιους, ως μη ώφειλε, και άλλους, ως ανεμένετο, παράφορα εξοργίσει.
Ωστόσο, οι σημερινοί μαθητές επιβάλλεται να γνωρίσουν σε όλη την έκταση του επικού του μεγαλείου το σημαντικότερο κεφάλαιο της Νεότερης Κυπριακής Ιστορίας και όχι απλώς με επιλεκτικές, αποσπασματικές είτε επιφανειακές αναφορές στο πλαίσιο εορταστικών εκδηλώσεων ή επετειακών φυλλαδίων. Εφόσον, κατά τον Ευριπίδη, «όλβιος όστις ιστορίης έσχεν μάθησιν» και ολβιότερος της οικείας Ιστορίας, πρέπει να μάθουν και να εμπεδώσουν τόσο τα γεγονότα που προηγήθηκαν όσο και τα δρώμενα που ακολούθησαν κατά την τετραετία της λαμπρής εποποιίας του 1955-59, σημαντικοί πρωταγωνιστές των οποίων υπήρξαν συνομήλικά τους σχολιαρόπαιδα.
Εκείνα τα ηρωικά παλληκάρια φωτισμένων δασκάλων, που τους ενέπνευσαν τις διαχρονικές αξίες της αρετής και της τόλμης μέσα από τα οικουμενικά οράματα του Ελληνισμού, μεταλαμπαδεύοντάς τους το αγωνιστικό χρέος για την απελευθέρωση της πατρίδας τους από τον αγγλικό ζυγό και την Ένωσή της με τη μητέρα Ελλάδα.
Για την καταλυτική συμβολή των σχολείων στην παλλαϊκή εκείνη εθνική εξέγερση ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Σπυριδάκης τονίζει μεταξύ άλλων: «Οι μαθηταί των σχολείων διαπαιδαγωγηθέντες διά των εθνικών ναμάτων ανέλαβον την πρωτοπορίαν εις τον αγώνα. Εις αυτούς εστηρίχθη ο αγών, ότε ακόμη ο πολύς λαός δεν ήτο εύκολον να πεισθή ή να παρασυρθή εις αυτόν. Διότι, ενώ ο πόθος ήτο κοινός και εκαλλιεργείτο από μακρού χρόνου η ιδέα, η εξέγερσις δεν υπήρξεν εξ αρχής κοινή, αλλ’ έργον μιας μικράς δυναμικής ομάδος» («Μελέται, Διαλέξεις, Λόγοι, Άρθρα», τόμ.Β΄, Μέρος Β΄, σ.188).
Εξάλλου, την επανάσταση στα εκπαιδευτήριά μας είχαν προκαλέσει τα στυγνά αφελληνιστικά μέτρα των Άγγλων, όταν από το 1935 θέλησαν να περιορίσουν στα δημοτικά τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, εισάγοντας τη διδασκαλία της αγγλικής. Καταργήθηκε επίσης η Ιστορία, απαγορευόταν ο εθνικός ύμνος, η ανάρτηση της ελληνικής σημαίας και των εικόνων των ηρώων, τα εθνικά άσματα και ο εορτασμός των εθνικών επετείων. Οι απαγορεύσεις, όμως, του δυνάστη ενδυνάμωσαν το φρόνημα και όταν το 1956 έκλεισε τα Γυμνάσια, ξανάνοιξαν «τα κρυφά σχολειά» σε εκκλησιές και σπίτια καθηγητών.
Την ενθουσιώδη συμμετοχή στον Αγώνα διδασκόντων και διδασκομένων, εξίσου, επευφημεί ο Μιχαλάκης Μαραθεύτης: «…οι μαθητές των σχολείων μέσης εκπαίδευσης αποτέλεσαν με τις μαχητικές τους διαδηλώσεις την αιχμή του δόρατος. Αλλά και πλείστοι εκπαιδευτικοί, όχι μόνο της μέσης αλλά και της δημοτικής εκπαίδευσης, έλαβον ενεργητικό ρόλο στον αγώνα της ΕΟΚΑ».
Ο πρώην Διευθυντής της Παιδαγωγικής Ακαδημίας συνοψίζει εν συνεχεία τις βίαιες αντιδράσεις και τα τιμωρητικά μέτρα των Άγγλων εις βάρος της ελληνικής πλην αγγλοκρατούμενης τότε παιδείας: την απέλαση των εξ Ελλάδος εκπαιδευτικών στο τέλος του σχολικού έτους 1955-1956 και τη μη επανείσοδό τους, τη στέρηση της άδειας να διδάσκουν σε όσους Κυπρίους καθηγητές, κατά την κρίση τους, ασκούσαν πολιτική, τη διαγραφή σχολείων από το Μητρώο Μέσης Εκπαίδευσης λόγω μαθητικών διαδηλώσεων και κλείσιμο δημοτικών, όπου αναρτάτο η ελληνική σημαία» («Μνήμες και Δάφνες», σ. 30).
Εντούτοις, όχι μόνο στις σχολικές στέγες υψωνόταν περήφανα η σημαία από τους μικρότερους έως τους μεγαλύτερους μαθητές, αλλά και όταν το αποικιοκρατικό Διάταγμα επέβαλε την παράδοσή της στον κατακτητή, οι γυμνασιόπαιδες την επομένη της εθνικής επετείου, 29ης Οκτωβρίου 1955, γέμιζαν το απέναντι πευκόφυτο βουνό με γαλανόλευκα σημαιάκα. Τη ζωντανή αφήγηση του επεισοδίου μας μεταφέρει μέσα από το βιβλίο του («Το οδοιπορικό μιας ζωής»,σ.57) ο φλογερός εθνικός αγωνιστής, αείμνηστος Γυμνασιάρχης Κωνσταντίνος Γιαλλουρίδης, στο εξατάξιο Γυμνάσιο Πεδουλά, όπου οι 14 καθηγητές, έξι εκ των οποίων εξ Ελλάδος, υπήρξαν όλοι μέλη της ΕΟΚΑ.
Ήταν τότε που διδάσκοντας Αντιγόνη στη Στ΄ τάξη, οι μαθητές είχαν ορμήσει ομαδικά έξω, ενώ ο πρόεδρος των τελειοφοίτων, που έπεσε ηρωικώς μαχόμενος την 11η Μαρτίου 1956, Αριστείδης Χαραλάμπους, του εξηγούσε: «“Πάμε, κ. Γυμνασιάρχα, να εφαρμόσουμε αυτά που μας είπατε για τη γαλανόλευκη σημαία μας να μην την εγκαταλείπουμε, όταν την ποδοπατούν οι εχθροί μας!”. Και όρμησε μαζί με τετρακόσια παιδιά, για να πάρουν τις σημαίες, πετροβολώντας τους Άγγλους στρατιώτες».
Ο δάσκαλος-φωτοδότης είχε εμφυσήσει το ιδεώδες της ελευθερίας και το ήθος της εθνικής αξιοπρέπειας στον μπροστάρη μαθητή και ήρωα του Πεδουλά. Από τις επάλξεις ακόμη των σχολείων μας πήραν τον δρόμο της λευτεριάς ο ήρωας-ποιητής της αγχόνης Ευαγόρας Παλληκαρίδης, μαθητής του Ελληνικού Γυμνασίου Πάφου, και ο ευσταλής σημαιοφόρος του Ελληνικού Γυμνασίου Αμμοχώστου Πετράκης Γιάλλουρος.
Ατέλειωτες οι σελίδες και αξιοθαύμαστα τα κατορθώματα της μαθητιώσας νεολαίας, απ’ άκρη σ’ άκρη της Κύπρου. Όχι μόνο διαδηλώνοντας, αναγράφοντας συνθήματα και ρίχνοντας από φυλλάδια μέχρι βόμβες μολότωφ, αλλά και αναλαμβάνοντας επικίνδυνες αποστολές με τη μεταφορά μηνυμάτων, τροφίμων και οπλισμού. Η άλκιμος νεολαία της ΕΟΚΑ έδωσε μαχητικά το «παρών» της στο προσκλητήριο του Αγώνα με εμβληματικό αποκορύφωμα τη θρυλική μάχη του Παγκυπρίου.




