Αν η Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και η αντικειμενική ερμηνεία των αιτίων και αιτιατών της αντλεί από τις πρωτογενείς της πηγές, όπως τις προκηρύξεις, τα «Συντάγματα του Αγώνα», τα έγγραφα της Πελοποννησιακής Γερουσίας, τις επιστολές του Κοραή και την αλληλογραφία των οπλαρχηγών, τις εφημερίδες της εποχής και τις κυβερνητικές αποφάσεις, η παράλληλη μελέτη των Απομνημονευμάτων των Αγωνιστών του ’21 δεν εμβαθύνει μόνο μέσα από τη διασταύρωση του περιεχομένου τους στα επαναστατικά δρώμενα, αλλά και σηματοδοτεί το πνεύμα της Επανάστασης, φωτίζοντας το ήθος των πρωταγωνιστών της.

Παρά τις υποκειμενικές κρίσεις και τις μεροληπτικές ενίοτε υπερβολές ή τις αντιφατικές ανακρίβειες, την ως επί το πλείστον μη διά χειρός των αγράμματων οπλαρχηγών καταγραφή των γεγονότων και τη μετά από κάποια χρονική απόσταση γραπτή τους εξιστόρηση από τους απομνημονευματογράφους τους, τα γραπτά εντούτοις αυτά μνημεία του λόγου δεν παύουν να αποτελούν ζωντανές βιωματικές μαρτυρίες των επαναστατικών και μετεπανεστατικών χρόνων. Είναι η άλλη όψη της Ιστορίας και της φυλετικής της συνείδησης, αυτής που χάραξαν με το αίμα τους οι υπέρμαχοι της ελληνικής παλιγγενεσίας και οι θεμελιωτές του νεότερου Έθνους των Ελλήνων.

Αν ο εθνικός μας ποιητής ύμνησε την Ελευθερία του ύστερα από 400 χρόνια οθωμανικής σκλαβιάς, τα Απομνημονεύματα των Έργων και των Ημερών τού αθάνατου ’21 απηχούν τη συλλογική ψυχή των ηρώων του. Καθώς μελετούμε τις σελίδες τους, αφουγκραζόμαστε κάθε φορά εντονότερη τη φωνή της σθεναρής έξαρσης και του νικητήριου ενθουσιασμού τους, αλλά και της απογοητευτικής δυσθυμίας από τις κατάφωρες αδικίες εις βάρος των φτωχών λαϊκών αγωνιστών τόσο από την κυβέρνηση του Καποδίστρια όσο και του Όθωνος επί Βαυαροκρατίας.

Η περιφρόνηση όμως και η κακομεταχείριση, αντί της αποκατάστασης και της καταξίωσης των θυσιών και των ηρωικών τους κατορθωμάτων από τις εξουσιαστικές δυνάμεις της αλαζονικής αχαριστίας, δεν στάθηκαν ικανές να συντρίψουν μέσα τους το ανώτερο αίσθημα του χρέους προς την πατρίδα και τα υψηλά ιδεώδη που το ενέπνευσαν. Υποθήκες και παραινέσεις, που μας υπομιμνήσκουν προπάντων σήμερα, όπου πάσχουμε από τη βαρύτατη ασθένεια της υποβάθμισης των εθνικών αξιών μέχρι βαθμού πατριωτικής αφασίας.

Ανάγκη πάσα σε χαλεπούς καιρούς και κρίσιμες ώρες, όπου διακυβεύεται η εθνική και κρατική μας υπόσταση από την αδίστακτη έπαρση της δεύτερης τουρκοκρατίας, να επανεύρουμε την καθαρή όραση και να τη στρέψουμε στα οράματα της πατριδογνωσίας και του γνήσιου αγωνιστικού ήθους, όπως αποτυπώνονται στα μνημειώδη Απομνημονεύματα.

Σταχυολογώντας ενδεικτικά αποσπάσματα, στεκόμαστε κατ’ αρχάς στον διάλογο του Κολοκοτρώνη με τον στρατηγό Χάμιλτον, όπως τον αναδιηγείται ο υπασπιστής του Φωτάκος: «Μίαν φοράν, όταν επήραμεν το Ναύπλιον, ήλθε ο Άμιλτων να με ιδή. Μου είπε ότι: “Πρέπει οι Έλληνες να ζητήσουν συμβιβασμόν και η Αγγλία να μεσιτεύση”. Εγώ του αποκρίθηκα ότι: “Αυτό δεν γίνεται ποτέ, ελευθερία ή θάνατος. Εμείς, καπετάν Άμιλτων, ποτέ συμβιβασμόν δεν εκάμαμεν με τον Τούρκο. Άλλους έκοψε, άλλους εσκλάβωσε με το σπαθί και άλλοι, καθώς εμείς, εζούσαμεν ελεύθεροι από γενεά εις γενεά. Ο βασιλεύς μας εσκοτώθη, καμμία συνθήκη δεν έκαμε. Η φρουρά του είχε παντοτινόν πόλεμον με τους Τούρκους και δύο φρούρια ήταν πάντοτε ανυπότακτα”. Με είπε: “Ποία είναι η βασιλική φρουρά του, ποία είναι τα φρούρια;”. “Η φρουρά του βασιλέως μας είναι οι λεγόμενοι κλέφτες, τα φρούρια η Μάνη και το Σούλι και τα βουνά”. Έτσι δεν με ομίλησε πλέον».

Ένας από τους σημαντικότερους αγωνιστές-ιστορικούς της Επανάστασης, ο Νικόλαος Κασομούλης, συνεργάτης του Στουρνάρη και Καραϊσκάκη, που το 1826 βρίσκεται μεταξύ των πολιορκημένων στο Μεσολόγγι, γράφει στα «Ενθυμήματά» του: «Προβλέποντες εις πόσην αδράνειαν έμελλεν να πέση η κυβέρνησις προσέχουσα (διά της εκλογικής επιτυχίας) να βασταχθή και εις το μέλλον, έχοντες (και) τόσα (άλλα) παραδείγματα, ότι όσαις φοραίς συνήρχετο (εις Συνέλευσιν) το Έθνος, εχάναμεν ένα μέρος (της Ελληνικής Επικρατείας) από την αφροντισίαν των πολιτικών αρχών και από τας προσωπικάς μεταβολάς του Εκτελεστικού, όλοι οι οπλαρχηγοί και οι στρατιώται σχεδόν αγανάκτησαν λέγοντες ότι:-Τι θέλουν (την) Συνέλευσιν, και δεν αφίνουν να εξακολουθούν να μας προμηθεύουν αυτοί (ημείς να πολεμούμεν) έως να διώξωμεν τον εχθρόν-και τότες να κάμουν όπως θέλουν;».

Αλλά και τη διαχρονική τακτική της αυθαιρεσίας και της κατακτητικής βουλιμίας των Τούρκων μάς υπενθυμίζει ένα ανέκδοτο, προφανώς, των «Στρατιωτικών Ενθυμημάτων»: «Εν τω μεταξύ τούτω ήλθεν είδησις ότι ετοιμάζεται η εχθρική Αρμάδα και ότι το πρώτον αντικείμενόν της θέλει είναι η νήσος Ψαρά-να την εξοντώση· διότι ο Σουλτάνος, βλέπων ταύτην εις την χάρταν τόσον μικρήν και θαυμασίαν, την ξέγραψεν με το μαχαιρίδιον…».

Το κορυφαίο, ωστόσο, παράδειγμα της πεζογραφίας του Αγώνα συνιστούν τα «Απομνημονεύματα» του Μακρυγιάννη, «του πιο σημαντικού πεζογράφου της νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας», κατά τον Σεφέρη. Οι αφυπνιστικές προτροπές του κομίζουν μηνύματα άκρως επίκαιρα:

«Εγώ έχω να σας ειπώ ότι πρέπει να κάμωμεν[…]εκείνο οπού είναι συνφέρον εις την πατρίδα μας.[…]Κι αν φαντάζεστε οπού ’στε δυνατοί εσείς οι μεγάλοι πολιτικοί κ’ εμείς αδύνατοι, θα κάμωμεν το χρέος μας κ’ εμείς οι αδύνατοι·[…].Ότι μας έφαγαν πλέον οι ξένοι ως γλάροι. Και καλύτερα βάλτε τη θέλησή σας εις ενέργεια μίαν ώρα αρχύτερα να μπούμεν σε καλόν δρόμον». «…γράφω δυστυχήματα αναντίον της πατρίδος[…]οπού της προξενήθηκαν από την ανοησίαν μας και ’διοτέλειά μας και από θρησκευτικούς και από πολιτικούς και από ’μάς τους στρατιωτικούς,[…]σημειώνω τα λάθη ολωνών και φτάνω ως την σήμερον, οπού δεν θυσιάζομε ποτές αρετή και πατριωτισμόν και είμαστε σε τούτην την άθλια κατάστασιν και κιντυνεύομεν να χαθούμεν».