Κώστας Σωκράτους

Αν το ανθολόγιο της επικολυρικής μας μούσας για την ένδοξη εποποιία του 1955-59 σταχυολογεί πλειάδα αναθηματικών ποιημάτων στον ήρωα-ποιητή της Κυπριακής Ελευθερίας και τον τελευταίο εθνομάρτυρα της αγχόνης διά χειρός Μόντη, Ανθία, Παστελλά, Χαραλαμπίδη και πολλών άλλων, ο πολυγραφότατος πεζογράφος και ποιητής Κώστας Σωκράτους αφιέρωσε μιαν ολόκληρη σκηνική σύνθεση 590 στίχων στον Ευαγόρα Παλληκαρίδη με τον τιμητικό τίτλο, τον φερώνυμο του γενναίου παλληκαριού της ΕΟΚΑ, που κυκλοφόρησε το 2007 από τις εκδόσεις Επιφανίου.

Καθώς πλησιάζει η επέτειος της ένδοξης μνήμης του, συμπληρώνοντας φέτος 60 χρόνια από τότε που το ικρίωμα μεταρσίωσε την ψυχή του, υψώνοντάς το από το βαρβαρικό ικρίωμα στο πάνθεον της αθανασίας, η επαναφορά στο φως της ποιητικής κατάθεσης του Σωκράτους ας είναι και δική μας ελάχιστη απότιση φόρου τιμής στον ιδεολόγο εραστή της πανώριας θεάς.

Η μακρόστιχη αυτή δημιουργική σύλληψη, με δομικά στοιχεία δραματουργικής συνύφανσης, εμπνέεται από τα έργα και τις ημέρες τού Παλληκαρίδη, χωρίς να κατονομάζει με ακριβολογική παράθεση τα ιστορικά τους δρώμενα, παρά αποτυπώνοντας το μεγαλείο της ανδρείας των προμάχων υπερασπιστών της πατρίδας στο κατά συνεκδοχήν πρόσωπο του Ευαγόρα, τον κατ’ εξοχήν ενσαρκωτή των αγνών ιδεωδών και της ενσυνείδητης θυσίας στον ιερό βωμό του καθήκοντος.

Έτσι, από την ίδια την αστείρευτη πηγή των στίχων του ήρωα-ποιητή αντλείται η οιονεί ανελικτική πλοκή της ποιητικής μυθοπλασίας: η «ανηφοριά» όλων των ηρώων της ΕΟΚΑ, στα δύσβατα «μονοπάτια» του άνισου ανταρτοπόλεμου κατά της υπεροπλίας του δυνάστη κατακτητή προς τα κορφοβούνια του χρέους με μπροστάρη-εμψυχωτή τον «Τυρταίο» της κυπριακής εθνεγερσίας.

Εξάλλου, ο ίδιος ο ήρωας δεν είχε έμπρακτα προσκαλέσει τους συμμαθητές του, «γράφοντάς» τους «τα τελευταία λόγια» μέσα από το εμβληματικό του ποίημα, για να ακολουθήσουν τα χνάρια των δικών του πατριωτικών στόχων και των αμετάθετων εθνικών πόθων του κυπριακού λαού;

Επομένως, δεν είναι στο επίπεδο της μετα-ποιητικής φαντασίας η ανηφορική άνοδος από τα γήινα και χθαμαλά κράσπεδα στα υψίπεδα των γαλανόλευκων οραμάτων και από τα «άδεια θρανία» μέχρι την αγωνιστική δράση στα λημέρια της αντίστασης, της αρετής και της τόλμης κατά του αγγλικού ζυγού, καταυγάζοντας την ηρωική πορεία της προγονικής συνέχειας προς «τα σκαλοπάτια της λευτεριάς» των επιγόνων.

Αφηγητής της καταξιωμένης αυτής οδοιπορίας ο ποιητής-συγγραφέας, που κατ’ εξοχήν υπονοεί τον ίδιο τον ήρωα-ποιητή να ιστορεί με λυρικούς έως διθυραμβικούς τόνους έξαρσης το ανέβασμα από τους πρόποδες έως τις κορυφογραμμές του «παλατιού της κόρης», αλληγορική εικονοπλασία της απελευθέρωσης της Κύπρου και της Ένωσής της με τη μητέρα Ελλάδα. Στο επίκεντρο της ποιητικής αφήγησης ο Ευαγόρας, που συνομιλεί με τον ποιητή και στις πρώτες σελίδες με τον Α΄ Αγωνιστή και τον Β΄ Αγωνιστή, καθώς ταυτοποιούνται στο πρόσωπό του σε έναν ενδιάθετο λόγο έκφρασης σκέψεων, συναισθημάτων και φιλοσοφικών αναστοχασμών.

Ο Άγγλος παρεμβάλλεται μόνο μια φορά σε έναν ολιγόστιχο μονόλογο έπαρσης με το στόμα τού συμβολικού αγγλικού λέοντα. Προφανώς, τον παρακάμπτει ο ποιητής, αψηφώντας τους βρυχηθμούς του άγριου θηρίου και της «ένδοξης φήμης» του, που διαλαλεί στον πρώτο στίχο με την κομπορρημοσύνη της αποικιοκρατικής παντοδυναμίας. Σε αντιπαραβολή το ψυχικό σθένος και η επιβλητική μορφή του ήρωα, που δίδαξε στους ποιητές πώς η ποίηση, όταν γράφεται με το αίμα της αυθεντικής ποιητικής φλέβας, γίνεται πράξη ελευθερίας.

Θα πρότεινα ως επίλογο την αυτούσια φωνή του ποιητή, που ζωντανεύει μέσα από ενδεικτικούς στίχους το αθάνατο τραγούδι του Ευαγόρα Παλληκαρίδη:

«Ήπια νερό αδίψαστος και ώς που να βρω τη μέρα/πάω να βρω της ομορφιάς το ωραίο σκαλοπάτι,/κι ας έρθει ημέρα με αυλούς και με γλυκιά φλογέρα/για εκείνο που συνάντησα το μαγικό παλάτι./Την ημέρα εκείνη εστάθηκα κι είδα ψηλά τον ήλιο,/κι ήταν ένας ήλιος γελαστός που ’χε γαλάζια όψη,/κι είδα νεράιδες και στοιχειά να μπαίνουν στο βασίλειο/κι ένα τραγούδι αντήχησε εις του σπαθιού την κόψη./Αυτόν τον ύμνο θα λαλώ και τον σταυρό θα υψώνω/και θα ’ναι δισκοπότηρο στον θρήνο και στον πόνο,/να πίνουν οι σταυραδελφοί κι όσοι διψούν στο ρέμα».