Μεγάλε της Κύπρου Πρόμαχε και Υπέρμαχε των Πανελλήνων Γενναίε!
Με ρίγη κατανυκτικής συγκίνησης και ελληνοπρεπή αισθήματα άκρατου θαυμασμού προσφεύγουμε στην αειθαλή σου μνήμη: πυρσός-οδοδείκτης από την πλάστρα άσβηστη φωτιά του ολοκαυτώματός σου και φωτεινό εσαεί ορόσημο των αρχέτυπων Ομηρικών σου οραμάτων: «εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης» και «αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων».
Ακριβώς, της αριστείας τούτο το μέτρο για την υπεράσπιση της πατρώας γης από τους επίβουλους βρυχηθμούς του θηρίου είναι που χρειαζόμαστε σήμερα περισσότερο παρά ποτέ. Επειδή δεν μπορούμε άλλο να ξεστρατίσουμε μήτε διαρκώς να παραπαίουμε σε θολά τοπία και σκοτεινά μονοπάτια, επισφαλείς μετα-στροφές και αδιέξοδους δρόμους, σε επικαλούμαστε οδηγό και μπροστάρη. Δένοντάς μας πρώτα τις χρόνιες αιμάσσουσες πληγές κι αποκαθαίροντας τα κακοφορμισμένα λάθη των παθών μας. Για να μας εμπνεύσεις ύστερα της καρδιάς το πύρωμα και την περίσκεψη του νου, παλινορθώνοντας απρόσβλητο το φρόνημα και απόρθητη χαλυβδώνοντάς μας τη βούληση ενάντια σε ορατές και απρόβλεπτες κακοτοπιές «στα πρόθυρα της Ασίας», κατά τον ποιητή.
Ζήδρο μας, Καπετάνιε μας!
Χρειαζόμαστε εδώ και τώρα σταθερή πυξίδα πλεύσης και πατριδογνωμόνιο πλοήγησης, καθώς κλυδωνίζεται της πολιτείας το σκάφος ανάμεσα στης Τουρκιάς τις άγριες συμπληγάδες, που καραδοκούν να το κόψουν στα δυο. «Το πλοίο της πατρίδος εν κινδύνω!». Όσο κι αν εσύ μαζί με τα λιονταρόψυχα παλληκάρια σου προειδοποιούσατε μην εξοκείλει και πέσει στα βράχια, τα μηνύματά σας, δυστυχώς, επισκίαζαν οι αλλότριες των σειρήνων πλανερές φωνές.
Κορυφαίε στις κορυφογραμμές της Λευτεριάς Σταυραετέ!
Κλίνουμε ευλαβικά το γόνυ, καταθέτοντας ως ελάχιστο φόρο τιμής κι ευγνωμοσύνης έναντι του ανεξόφλητου χρέους μας αμάραντο μυρτιάς στεφάνι εμπρός στην καθαγιασμένη μορφή της αρετής και της τόλμης σου. Αλλ’ όμως δεν τολμούμε να σου απευθύνουμε της εθιμοτυπικής, έστω, προσφώνησης το «Χαίρε!». Πώς να χαίρει και πώς ν’ αγάλλεται η ψυχή σου, αντικρίζοντας περίλυπος από τα υψίπεδα της δόξας και της αθανασίας σου το πάνθεον σκηνές απροσμέτρητης αλαζονείας και υποκριτικής παραφροσύνης, που μεταλλάσσουν σε θέατρο σκιών το ατελεύτητο δράμα της πατρίδας;
Ιερή αγανάκτηση και νέμεσης οργή σε κατακλύζουν για το άκρον άωτον της ύβρης του κατακτητή· μεθοδεύοντας γελοίες αντιδράσεις τού προβατόσχημου εγκάθετού του και δείχνοντας τα δόντια των γκρίζων λύκων του, μετά βδελυγμίας θα άκουσες τις πρόσφατες απειλές τής σκαιάς προπέτειας: «αν η ελληνοκυπριακή διοίκηση θέλει ένωση, να μεταναστεύσει στην Αθήνα. Οι Ελληνοκύπριοι να καταλάβουν καλά ότι η Κύπρος είναι τουρκική, είναι πατρίδα των Τούρκων».
Αν εμείς στο άκουσμα της βαρβαρικής αναισχυντίας μένουμε άναυδοι, Γρηγόρη, ο σταυραετός σου, ωστόσο, πάνω απ’ το κρησφύγετο του Μαχαιρά άγρυπνος και αεικίνητος γρηγορεί, ανοίγοντας διάπλατα τα φτερά του κι αποτινάσσοντας το μίασμα της ποταπής θρασύτητας. Κι εσύ, παρότι βράχος ακλόνητος πάνω στο βάθρο της μεγαλοσύνης σου κι ατάραχος ένοικος των Ηλυσίων της αιωνιότητάς σου, βλέπεις ξάφνου να μεγαλώνει το άνοιγμα της φλεγόμενης και μη καιόμενης σπηλιάς, για να χωρέσει το γιγάντιο ανάστημα του υπαρχηγού της ΕΟΚΑ.
Γιατί απ’ εκεί, τρανός διαφεντευτής της ζωής και του θανάτου σου, καθώς θριαμβευτής πολέμαρχος κατά πάσης τυραννίας, ακούμε να τους βροντολαλείς, αντάξιος επίγονος του Λεωνίδα και των Θερμοπυλομάχων, το στεντόρειο «Μολών λαβέ». Γιατί, πρωτεργάτης του επικού απελευθερωτικού μας Αγώνα και τιμημένος πρωταγωνιστής της λαμπρότερης σελίδας της νεότερης Κυπριακής Ιστορίας, παραμένεις απαρέγκλιτος φρουρός και θεματοφύλακας των ιερών και των οσίων· αυτών που βίωσες μαθητής του Γυμνασίου Αμμοχώστου, ενσαρκώνοντας τον Εθνομάρτυρα Κυπριανό στην «9η Ιουλίου» του Βασίλη Μιχαηλίδη.
Για τούτο κι εξορκίζεις το άγος κάποιων «ημετέρων», που συγχέουν τα εθνικά ιδεώδη με ιδεοληπτικούς εθνικισμούς, απαξιώνοντας κεφαλαιώδη ιστορικά γεγονότα και αποποιούμενοι την ελληνικότητα της Κύπρου. «Γι’ αυτά πολεμήσαμε», τους υπενθυμίζεις με τη φωνή του πρόγονού σου Μακρυγιάννη, αν έχουν τη δύναμη να σε ακούσουν. Κι έπειτα, θλίβεσαι και θυμώνεις με τις αφελείς ψευδαισθήσεις περί εξευμενισμού της τουρκικής αδιαλλαξίας, τις συνειδητές-ασυνείδητες υποχωρήσεις στα υποχθόνια παίγνια της νεοσουλτανικής πονηρίας.
Του Ελληνισμού το κλέος και το καύχημα, αθάνατε Γρηγόρη Αυξεντίου!
Τι απ’ όλα λοιπόν που μας βαραίνουν ν’ αρκεστούμε να σου πούμε και τι απ’ όσα εφιαλτικά μάς πνίγουν να προλάβουμε να σου ιστορήσουμε τούτες τις κρίσιμες ώρες των αντίξοων καιρών μας, που συμπίπτουν με την εξηντάχρονη επέτειο της απαράμιλλης θυσίας σου. Αχρείαστα και φτωχά τα δικά μας λόγια μπροστά στους διθυραμβικούς ύμνους και τις Πινδαρικές ωδές, που εγκωμιαστικά σού πλέκουν οι ποιητές μας. Όλα όσα κομίζουν από τη θαυμαστή εποποιία του 1955-59 και από το έπος του άφθαστου ηρωισμού πάνω στα φτερά του Σταυραετού του Μαχαιρά, σηματοδοτώντας με παραινέσεις και υποθήκες το παρόν και το μέλλον του τόπου. Με δέος αφουγκραζόμαστε τους ποιητικούς αναπαλμούς, εμπνευσμένους από την τελείωση του μεγάλου ηρωομάρτυρος της Κυπριακής Ελευθερίας:
«Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου και το αίμα μου-το σώμα και το αίμα του/Γρηγόρη Αυξεντίου[…]πούμαθε στη Μεγάλη Σχολή του Αγώνα τόσα μόνο γράμματα όσα να φτιάχνουν τη λέξη/ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»(Γ.Ρίτσος). «Να πάρουμε μια σταγόνα απ’ το αίμα σου/να καθαρίσουμε το δικό μας,/[…]/να μη μπορέσει πια ποτές/να το ξεθωριάσει ο φόβος./Να πάρουμε το τελευταίο σου βλέμμα/να μας κοιτάζει μην ξεστρατίσουμε»(Κ.Μόντης). «“Όποιος τολμά ας ζυγώσει για να πάρη/το δώρο της ζωής μου μοναχός./Είμ’ Έλληνας, της Αρκαδίας βλαστάρι,/κι η λευτεριά ’ναι ο πρώτος μου Θεός”./Έτσι μουγγρίζει μέσα απ’ το θυμάρι/της Λύσης ο Γρηγόρης, σταυραητός»(Κ.Χρυσάνθης). «Όπου και να ’σαι ο Γρηγόρης θα πυρπολήσει το κυπαρίσσι του./Όπου και να ’σαι/ο μαύρος δείχτης του κυπαρισσιού/θα χοροπηδήσει ολόλαμπρος,/φωτιά και φλόγα»(Π.Μηχανικός).




