Ελπίδα Γεωργίου
Με το πρώτο της λογοτεχνικό έργο η Ελπίδα Γεωργίου μπαίνει κατευθείαν στα βαθιά νερά του μυθιστορήματος. Και θα λέγαμε ότι παρά το δύσκολο του εγχειρήματος, η προσπάθεια δεν αποτυγχάνει, με την καρποφορία να αναμένει την ωρίμανσή της στην επόμενη συγκομιδή.
Ο τίτλος του βιβλίου σε συνδυασμό με τη φιλοτέχνηση του εξωφύλλου από πίνακα της Μαργαρίτας Μακρυγιώργη προϊδεάζουν για την πηγή έμπνευσης τού περιεχομένου. Σε έκταση 330 σελίδων, που κατανέμονται στα επιμέρους κεφάλαια τριών ανισοσκελών μερών, η ευθύγραμμη πλοκή μιας ρεαλιστικής μυθιστορηματικής αφήγησης ανελίσσεται με γοργούς ρυθμούς ευανάγνωστης εικονοπλαστικής πρόσληψης, αβίαστης εναλλαγής ζωηρών διαλόγων και τριτοπρόσωπης αναδιήγησης, καθώς και επαρκούς γλωσσικής ροής, που διανθίζεται με λυρικούς συνειρμούς.
Ποιος είναι, ωστόσο, «ο χαμένος παράδεισος» της συγγραφέως; Ποιος άλλος από την εμβληματική γραφική πόλη της Κερύνειας της πρώτης φάσης της τουρκικής εισβολής, που αποτέλεσε την απαρχή της εξορίας από τον επίγειο παράδεισο των άλλων κατεχόμενων πόλεων της Κύπρου. Σε ένα ονομαστό Κερυνειώτικο χωριό, συγκεκριμένα, τον Άγιο Επίκτητο, ανάμεσα στα δαντελένια ακρογιάλια και τις κατάφυτες πλαγιές του Πενταδακτύλου ξεκινά η νοερή περιδιάβαση στον αλλοτινό τόπο με τα ειδυλλιακά τοπία και τις ευτυχισμένες ειρηνικές μέρες μιας περασμένης εποχής. Εδώ συναντούμε τον πολυπρόσωπο κόσμο του μυθιστορήματος, που μέσα από την ψυχογραφία των χαρακτήρων και την εξιστόρηση των μυθοπλαστικών-αληθοφανών επεισοδίων απηχεί πραγματικά γεγονότα, ζωντανά βιώματα και πικρές εμπειρίες, στοιχειοθετώντας την πρόσφατη τραγική ιστορία της πατρίδας μας.
Στο επίκεντρο των δρώμενων μια εύπορη πενταμελής οικογένεια νοικοκυραίων, με μητέρα πλούσιας καταγωγής και πατέρα δενδροκαλλιεργητή-ελαιοπαραγωγό, που εργοδοτούν μέχρι και βοηθητικό προσωπικό. Ζώντας τη χαρά της ζωής στη θαλπωρή της αγάπης, της φιλίας, της φιλοξενίας και της ανιδιοτελούς προσφοράς, εκπροσωπούν τις παραδοσιακές αξίες κάτω από τον μετωνυμικό συμβολισμό του αρχοντικού τους με την παλιά αρχιτεκτονική, αλλά και τα αυστηρά ήθη της Κύπρου στις αρχές της δεκαετίας του ’70· στο μεταίχμιο, ακριβώς, της προ και μετά το 1974 περιόδου, ανάμεσα στην καθημερινότητα του βίου με τις βαθιές ρίζες της γηγενούς εντοπιότητας και την απότομη ανατροπή με τα παρεπόμενα δεινά του αναπάντεχου εκτοπισμού. Ιδού και ο θεματικός πυρήνας της υπόθεσης του «χαμένου παραδείσου», που παραπέμπει όχι στον απευκταίο οριστικό χαμό μιας πόλης, αλλά στη δοκιμασία της προσωρινής, έστω, απώλειας μετά τη βίαιη εισβολή στον παράδεισό της και την αλλοίωση της φυσιογνωμικής της ταυτότητας.
Μια απόπειρα σημειολογικής συμπερίληψης της μυθοπλαστικής ιστορίας ή της ιστορικής μυθοπλασίας του «Χαμένου Παραδείσου» στους κύριους και δευτερεύοντες αφηγηματικούς άξονες, συναρθρώνει στο νήμα των πολύχρωμων συνυφάνσεών τους τα εξής κομβικά σημεία: Στο πρώτο σκηνικό στιγμιότυπο, που συνδέεται με τη μαθητική ζωή, οι μαθητές και οι μαθήτριες του Γυμνασίου συσφίγγουν τις μεταξύ τους σχέσεις και με την καθηγήτριά τους, εκδηλώνοντας ακόμη τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα γύρω από τις δοκιμές της «Αντιγόνης», της σχολικής παράστασης, που θα ανεβάσουν με επιτυχία στο αρχαίο θέατρο των Σόλων.
Δεν είναι, ασφαλώς, τυχαίο που επιλέγεται εδώ η Σοφόκλεια τραγωδία, εφόσον οι συμβολισμοί της προοικονομούν τις ερμηνευτικές προεκτάσεις πολλαπλών θεματικών ιστών, όπως: τον «ακαταμάχητο έρωτα» του γνωστού χορικού, που συνεπαίρνει τις καρδιές της κεντρικής ηρωίδας Ναταλίας και του συμμαθητή της Αλέξανδρου, για να σμίξουν στο τέλος, υπερβαίνοντας πατρικές αυταρχικές αντιδράσεις δίκην Κρέοντος, σωματικές αναπηρίες, ατυχείς γάμους και μακροχρόνιους ξενιτεμούς.
Ο αδελφοκτόνος σπαραγμός, εξάλλου, Ετεοκλή και Πολυνείκη αντανακλάται στο εμφυλιοπολεμικό κλίμα με αποκορύφωμα το εγκληματικό πραξικόπημα, την αντίστροφη μέτρηση πριν από την εισβολή. Τα επόμενα κεφάλαια δραματοποιούν αντίστοιχες σκηνές, περιγράφοντας κυρίως τις αιματηρές συγκρούσεις στην περιοχή της Αρχιεπισκοπής, στη συνέχεια την τραγωδία του άνισου πόλεμου, του ξεριζωμού, του θανάτου και της εναγώνιας προσμονής των αγνοουμένων.
Σε επάλληλους κύκλους εγκιβωτίζονται αυτοτελείς ενδιαφέρουσες ιστορίες φίλων και συγγενών της οικογένειας των πρωταγωνιστών στα μετέπειτα χρόνια της προσφυγιάς. Συγκινητικό το κατόρθωμα της ηρωίδας να βρεθεί στην αγαπημένη γενέτειρα πριν από το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, όπου οι μνήμες του χτες ξυπνούν στο σήμερα και όπου το τέλος συμπίπτει με την αρχή σε ένα μυθιστορηματικό σχήμα κύκλου.




