ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΑΝΗΣ: ΕΝΑΣ ΚΥΠΡΙΟΣ ΕΡΜΗΝΕΥΤΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ ΠΟΥ ΚΡΑΤΑΕΙ ΨΗΛΑ ΤΟΝ ΠΗΧΥ ΚΑΙ ΣΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

Στάθηκε δίπλα από μεγάλους ερμηνευτές, τραγούδησε τα τραγούδια της πατρίδας και τα τραγούδια του έρωτα με μιαν απέραντη ευαισθησία. Τον πρωτογνωρίσαμε με το τραγούδι «Πορίζιν». Κι από τότε οι ρίζες του έπιασαν τόπο μέσα σε τούτη τη μικρή πατρίδα

Γνώρισα το χωριό μου, τη Λύση, μέσα από τις γλαφυρές αφηγήσεις των γονιών μου. Ξέρω σχεδόν κάθε καντούνι της Λύσης, κάθε δρόμο, κάθε σπίτι, τόσο πολύ που νομίζω πως αν βρεθώ κάποτε εκεί, όπως λέει και ο Μιχάλης Πασιαρδής, οι πέτρες θα φωνάζουν τ’ όνομά μου

Πλην ελαχίστων μουσικών παραγωγών ή παρουσιαστών, η πλειοψηφία των ανθρώπων στα ραδιόφωνα, αλλά και στα υπόλοιπα μέσα όχι μόνον αγνοούν, ενίοτε αρνούνται επιδεικτικά να υποστηρίξουν τις εγχώριες δουλειές

Όσες φορές μπήκα στη διαδικασία να εξηγήσω την έννοια της ποιότητας ενός τραγουδιού, πάντα κατέληγα στο συμπέρασμα ότι αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αντοχή στον χρόνο. Συνεπώς ένα τραγούδι πρέπει να κάνει τη διαδρομή του για να αποδείξει την αξία του


Αγαπά την πατρίδα του κι ας ήταν μωρό παιδί όταν ξέσπασε η εισβολή. Ένας Κύπριος ερμηνευτής και δημιουργός που κρατάει ψηλά τον πήχυ και στη ζωή και στην τέχνη. Στάθηκε δίπλα από μεγάλους ερμηνευτές, τραγούδησε τα τραγούδια της πατρίδας και τα τραγούδια του έρωτα με μιαν απέραντη ευαισθησία. Τον πρωτογνωρίσαμε με το τραγούδι «Πορίζιν». Κι από τότε οι ρίζες του έπιασαν τόπο μέσα σε τούτη τη μικρή πατρίδα.

Ένας από τους πιο αξιόλογους ανθρώπους της μουσικής της Κύπρου και όχι μόνο. Σταμάτησε να εμφανίζεται σε νυχτερινούς χώρους εδώ και χρόνια, για να υπηρετήσει το τραγούδι με τον τρόπο που ο ίδιος πιστεύει ότι υπηρετείται με αξιοπρέπεια. Αυτό τον καιρό τον πετύχαμε πάνω στις προετοιμασίες του για πολλά όμορφα και δημιουργικά πράγματα, για νέες συναυλίες που δρομολογεί, για νέα τραγούδια, για νέα δισκογραφία!.. Και μας απάντησε με τον ζεστό, αληθινό και σεμνό τρόπο που τον χαρακτηρίζει...

Ένας ερμηνευτής-δημιουργός, ο οποίος τη μέρα της εισβολής ήταν δεν ήταν ενός έτους, πώς είναι δυνατόν να είναι τόσο πολύ αφιερωμένος στην υπόθεση που λέγεται «Κύπρος», στην υπόθεση που λέγεται «κατεχόμενη πατρίδα», στην υπόθεση που λέγεται «αγωνιστικότητα» μέσα από το τραγούδι;

Γνώρισα το χωριό μου, τη Λύση, μέσα από τις γλαφυρές αφηγήσεις των γονιών μου. Ξέρω σχεδόν κάθε καντούνι της Λύσης, κάθε δρόμο, κάθε σπίτι, τόσο πολύ που νομίζω πως αν βρεθώ κάποτε εκεί, όπως λέει και ο Μιχάλης Πασιαρδής, οι πέτρες θα φωνάζουν τ’ όνομά μου.

Για μένα η απάντηση στο ερώτημά σου είναι εξίσου απλή κι αυτονόητη. Θα το πω κι ας ακουστεί γραφικό ή παρωχημένο. Είναι το ελάχιστο χρέος απέναντι στον ταλαιπωρημένο τούτο τόπο. Όσο υπάρχει η σημαία της ντροπής στον Πενταδάκτυλο, όσο οι γονείς μου δακρύζουν κάθε φορά που συλλογίζονται το παρμένο διά της βίας βιος τους, όσο η πατρίδα παραμένει κατεχόμενη, άλλο τόσο κι εγώ θα συνεχίσω να αγωνίζομαι.

Το τραγούδι «Πορίζιν» είναι ένα τραγούδι με το οποίο πέρασες ένα μήνυμα. Πες μας γι' αυτό το τραγούδι. Μεγάλωσαν αυτές οι ρίζες μέσα στα χρόνια; Εισπράττεις ακόμα τους καρπούς της μοναχικής αυτής προσπάθειας μέσα σε ένα μικρό τόπο όπως η Κύπρος;

Το σίγουρο είναι πως αυτό το τραγούδι το αγάπησε πολύ ο κόσμος και αποτέλεσε για μένα το πρώτο όχημα με το οποίο έκανα μερικές ωραίες διαδρομές. Απ' εκεί και πέρα όμως, ο αγώνας, όπως καλά γνωρίζεις, είναι διαρκής και επίπονος. Αλίμονο σ’ αυτόν που επαναπαύεται στις δάφνες του.

Θαρρώ ότι το ταλέντο είναι το εισιτήριο που χαρίζει την ευχέρεια και την αξιοπρέπεια ώστε να μπορεί κάποιος να επιβιώνει με τη μουσική που αγαπά και υπηρετεί. Άλλαξε κάτι στην επαγγελματική σου καθημερινότητα μετά από την οικονομική κρίση στην Κύπρο; Μίλησέ μας για την καλλιτεχνική σου παρουσία στην Κύπρο και τις πιθανές δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίζει ένας επαγγελματίας καλλιτέχνης σαν εσένα.

Δεν ξέρω αν ήταν τυχαίο, αλλά με την κορύφωση της κρίσης πήρα την απόφαση να σταματήσω τις εμφανίσεις στους νυχτερινούς χώρους. Θεωρώ πως ο κύκλος αυτός ολοκληρώθηκε για μένα. Ανέκαθεν πίστευα πως μέσα από τις συναυλίες ο καλλιτέχνης μπορεί να εκφαστεί καλύτερα και να γίνει πιο δημιουργικός,
πιο παραγωγικός.

Το πρόβλημα βέβαια που προκύπτει εξαιτίας της περιορισμένης αγοράς, είναι τα μικρά ή τα μεγάλα διαστήματα αδράνειας ενός καλλιτέχνη που εξαρτάται μόνο από τις συναυλίες για να επιβιώσει οικονομικά. Αυτό είναι όμως ένα τίμημα που το γνωρίζουν εκ των προτέρων όσοι τολμηροί αποφασίσουν να ακολουθήσουν αυτό το δύσβατο αλλά ωραίο μονοπάτι.

Ανάμεσα στην πορεία σου στην Ελλάδα και την Κύπρο συναντήθηκες με τέρατα της ελληνικής μουσικής, όπως είναι ο Μάριος Τόκας, ο Γιώργος Νταλάρας, ο Μανόλης Μητσιάς, η Γλυκερία, ο Θαλασσινός και άλλοι. Τι κέρδισες μέσα από αυτές τις συνεργασίες;

Δικαίωση! Αυτή είναι η λέξη που μου έρχεται στο νου όταν τους σκέφτομαι. Δικαιώθηκα και μάλιστα με τρόπο θριαμβευτικό. Όλα αυτά τα «τέρατα», όπως τα αποκάλεσες, εγώ τα είχα πρότυπα όταν πρωτοξεκινούσα. Αυτοί μ’ έμαθαν να τραγουδώ. Αυτοί διαμόρφωσαν την αισθητική μου. Η γνωριμία και η συνεργασία μου μαζί τους, απλά μου επιβεβαίωσε πόσο δίκιο είχα όταν τους επέλεγα για δασκάλους μου. Αισθάνομαι ευγνώμων!

Πέρα από τις ερμηνείες σου ενασχολήθηκες και με τη σύνθεση. Είσαι ένας από τους Κύπριους δημιουργούς που ζουν και δραστηριοποιούνται στο νησί. Τα τραγούδια που έγραψες εσύ, τα τραγούδια που σου έγραψαν φίλοι σου συνθέτες και στιχουργοί παρουσιάζονται, παίζονται μέσα στα γεωγραφικά, τουλάχιστον, πλαίσια της Κύπρου; Προωθούνται τα τραγούδια Κυπρίων δημιουργών από τα κυπριακά ραδιόφωνα;

Όχι όσο θα έπρεπε, γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε. Πλην ελαχίστων μουσικών παραγωγών ή παρουσιαστών, η πλειοψηφία των ανθρώπων στα ραδιόφωνα, αλλά και στα υπόλοιπα μέσα όχι μόνον αγνοούν, ενίοτε αρνούνται επιδεικτικά να υποστηρίξουν τις εγχώριες δουλειές. Δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω, γιατί αυτή η περιφρόνηση απέναντι στους Κύπριους δημιουργούς, όπως δεν μπόρεσα ποτέ να εξηγήσω και την ξενολαγνία των ανθρώπων που υπηρετούν τα μέσα. Εξαιρώ τον εαυτό μου απ’ αυτό, γιατί εγώ πια αρνούμαι εκ πεποιθήσεως να εμφανίζομαι στα μέσα ενημέρωσης. Μιλώ όμως για τους ανθρώπους που υπηρετούν επί της ουσίας τον πολιτισμό κι όμως κανείς δεν τους προσφέρει βήμα για να παρουσιάσουν τη δουλειά τους. Κι έχουμε τόσους αξιόλογους καλλιτέχνες σε τούτο τον μικρό τόπο.

Είναι γνωστή η αγάπη σου και η στήριξή σου στο ποιοτικό ελληνικό τραγούδι. Πώς ορίζεις εσύ το ποιοτικό τραγούδι; Ποια είναι η άποψή σου για το τραγούδι που προωθείται στο νησί, το τραγούδι που δεν εμπεριέχει την αισθητική που εσύ αγαπάς;

Αυτή είναι μια κουβέντα λίγο άκαρπη, υπό την εξής έννοια: τα κριτήρια που μπαίνουν είναι καθ’ όλα υποκειμενικά, για να καταλήξουμε σε τέτοιους χαρακτηρισμούς.
Όσες φορές μπήκα στη διαδικασία να εξηγήσω την έννοια της ποιότητας ενός τραγουδιού, πάντα κατέληγα στο συμπέρασμα ότι αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αντοχή στον χρόνο. Συνεπώς ένα τραγούδι πρέπει να κάνει τη διαδρομή του για να αποδείξει την αξία του. Και βεβαίως δεν αναφέρομαι στα τραγούδια κονσέρβες, που σωρηδόν παρελαύνουν από τους ραδιοφωνικούς ή τηλεοπτικούς δέκτες. Αυτά είναι επικίνδυνα απόβλητα, που βλάπτουν σοβαρά την υγεία των ακροατών. Και η Κύπρος δεν εξαιρείται του κανόνος. Δυστυχώς το πρόβλημα έχει παραγίνει.

Μήπως ήρθε ο καιρός να σταματήσουμε να εκφραζόμαστε για το θέμα της εισβολής και κατοχής της πατρίδας μας; Μήπως έχει κουράσει αυτό το ρεπερτόριο; Δώσε μας τη δική σου αίσθηση, μιας και βρίσκεσαι συχνά μπροστά από το συγκεκριμένο κοινό της μοιρασμένης και κουρασμένης πατρίδας...

Από τη μια μεριά αυτό που έχει κουράσει περισσότερο τον κόσμο είναι το γεγονός ότι εδώ και τέσσερεις δεκαετίες παρακολουθεί το ίδιο έργο σε επανάληψη. Με τη μόνη διαφορά ότι οι ηθοποιοί αλλάζουν με τα χρόνια και εμφανίζονται περισσότερο ατάλαντοι από πριν. Από την άλλη, εάν είτε λόγω κούρασης, είτε από λιποψυχία αποφασίσουμε να σταματήσουμε να μιλάμε για το θέμα της εισβολής και της κατοχής, την ίδια στιγμή αυτό θα σημάνει και το τέλος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τόσο απλά.

Θέλουμε δεν θέλουμε, είμαστε θεατές μιας νέας πραγματικότητας στην τηλεόραση. Μιας νέας πραγματικότητας που έχει σχέση με την προώθηση νέων ταλέντων-τραγουδιστών. Αναφέρομαι στα πάμπολλα τηλεοπτικά «παιχνίδια» ή «διαγωνισμούς», όπου κριτές και κοινό ψηφίζουν τον καλύτερο ή την καλύτερη μέσα σε απέραντες «μονομαχίες». Θα ήθελες να εκφράσεις μια προσωπική σου άποψη γι' αυτή τη νέα μόδα στη ζωή μας; Mπορείς να καταλάβεις, μπορείς να ταυτιστείς με τα όνειρα αυτών των νέων παιδιών;

Αν δεν μας αρέσει αυτό που βλέπουμε, στο χέρι μας είναι να αλλάξουμε κανάλι ή ακόμα και να κλείσουμε εντελώς την τηλεόραση.

Δυστυχώς μεγάλοι και μικροί έχουν αμφότεροι αποχαυνωθεί απ’ αυτά τα τηλεσκουπίδια, τα οποία προβάλλουν λανθασμένα και ανάξια πρότυπα στους νέους, οι οποίοι τυφλώνονται από τη λαμπρότητα της οθόνης και «σφάζονται» για λίγα λεπτά δημοσιότητας.

Καταλαβαίνω την ανάγκη των νέων ανθρώπων να διεκδικήσουν ένα καλύτερο μέλλον, αλλά δεν μπορώ να ταυτιστώ με την ανούσια υποκουλτούρα που διέπει αυτές τις τηλεοπτικές αθλιότητες, που το μόνο που καταφέρνουν είναι να υποτιμούν τα αισθητικά μας κριτήρια και να ρίχνουν στον βούρκο αυτά τα ανυποψίαστα παιδιά.

Ποια είναι η σχέση σου με την ποίηση, ποια είναι η σχέση σου με τη μελοποιημένη ποίηση;

Τα πρώτα τραγούδια που έμαθα να τραγουδώ, χωρίς καλά καλά να καταλαβαίνω τη σημασία των στίχων, ήταν τα έργα των μεγάλων συνθετών Θεοδωράκη, Μαρκόπουλου, Λεοντή, Κοτσώνη, βασισμένα στην κορυφαία ποίηση των Ελύτη, Σολωμού, Ρίτσου, Βάρναλη. Μετά την εισβολή στο ραδιόφωνο αλλά και στην τηλεόραση παίζονταν κατά κόρον αυτά τα τραγούδια. Ο Μπιθικώτσης, ο Ξυλούρης, ο Νταλάρας, ο Μητσιάς, ο Καλογιάννης, ο Καμμένος, ακόμα αντηχούν στ’ αφτιά μου. Μ’ αυτούς ανδρώθηκα καλλιτεχνικά. Μεγαλώνοντας πια είχα την ευκαιρία να τραγουδήσω αυτά τα τραγούδια σε συναυλίες και μουσικά αφιερώματα.

Το κυπριακό μας ιδίωμα, η κυπριακή μας διάλεκτος βρίσκεται μέσα στο ρεπερτόριό σου; Παρακολουθούμε μια προσπάθεια ανάδειξης της ντοπιολαλιάς μας μέσα από ποίηση και τραγούδι. Θα βρούμε επιτέλους το τοπίο στο οποίο θα αισθανόμαστε περήφανοι σαν Έλληνες Κύπριοι;

Υπάρχουν αριστουργηματικά τραγούδια τα οποία είναι πάγια ενταγμένα στο ρεπερτόριό μου.

Είναι γεγονός ότι γίνονται κινήσεις για να στηριχθεί έμπρακτα το κυπριακό τραγούδι και μάλιστα από νέα παιδιά. Επιχειρούνται έρευνες πάνω στην παραδοσιακή κυπριακή μουσική που καταγράφουν τις ιδιαιτερότητές της. Νέα παιδιά μαθαίνουν να παίζουν, διασκευάζουν και τραγουδούν τα παραδοσιακά μας τραγούδια, χορευτικά συγκροτήματα αναβιώνουν, συντηρούν και εξελίσσουν τους κυπριακούς χορούς. Όλα αυτά είναι όντως πολύ ενθαρρυντικά.

Τι καλό μας ετοιμάζεις αυτό τον καιρό; Ποια είναι τα μελλοντικά καλλιτεχνικά σου σχέδια;

Από τον Μάιο και μετά αρχίζουμε τις συναυλίες και τις εμφανίσεις σε συναυλιακούς χώρους και κάποιες επιλεγμένες μουσικές σκηνές.

Στις 17 και 18 Μαΐου θα γίνει μια επανασύνδεση με τους παλιούς μου συνεργάτες 23 χρόνια μετά, για να αναβιώσουμε την «Ελλοπία», που ήταν ένας από τους πρώτους και πολύ πετυχημένους χώρους όπου εμφανίστηκα.

Μέσα στον Ιούνιο θα συμμετέχω σε μια συναυλία του φίλου συνθέτη Αχιλλέα Τσαγγαρίδη, που θα παρουσιάσει προσωπικά του τραγούδια γραμμένα για τους ήρωες της Κύπρου.

Αρχές Ιουλίου θα συμμετέχω σε δύο συναυλίες αφιερωμένες στον μεγάλο συνθέτη Χρίστο Λεοντή μαζί με τον Μίλτο Πασχαλίδη και τη χορωδία της Δερύνειας υπό την διεύθυνση του φίλου Γιώργου Καλογήρου.

Τέλος Σεπτεμβρίου θα παρουσιάσουμε μαζί με μια μεγάλη ομάδα συντελεστών, μουσικών, ηθοποιών και χορευτών μια μουσική παράσταση με τίτλο: «Ένας αιώνας ελληνικό τραγούδι».

Τέλος, θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθώ στη νέα δισκογραφική δουλειά που ετοιμάζουμε σε μουσική του Γιώργου Καλογήρου και στίχους της Έλενας Σιούφτα και του Παναγιώτη Θωμά, με τον τίτλο «Θεραπευτήριο μελαγχολίας». Μια δουλειά με 13 λαϊκά τραγούδια, δουλεμένα με πολύ μεράκι, που πατούν με το ένα πόδι στο στέρεο παρελθόν και το άλλο στο ελπιδοφόρο μέλλον.

Δυο λόγια για όλους αυτούς που όλα τα χρόνια της καλλιτεχνικής σου παρουσίας σε ακολουθούν και σε θαυμάζουν, όπου κι αν παρουσιάζεις τη δουλειά σου...

Δεν έχω ακόλουθους, έχω φίλους στους οποίους χρωστώ ένα μεγάλο ευχαριστώ! Χωρίς αυτούς εγώ δεν θα υπήρχα. Προσπαθώ πάντα να είμαι αντάξιος των δικών τους απαιτήσεων και προσδοκιών.

Βιογραφικό σημείωμα

Ο Δημήτρης Φανής γεννήθηκε το 1973 στο κατεχόμενο χωριό Λύση, της επαρχίας Αμμοχώστου.

Τελειώνοντας το σχολείο και τη στρατιωτική του θητεία αποφάσισε ότι δεν θα ακολουθήσει τα παιδαγωγικά, για τα οποία προετοιμάστηκε από το σχολείο κι έτσι το 1992 βρίσκει την πρώτη του νυχτερινή δουλειά, ως τραγουδιστής, στη μουσική σκηνή «Αντιθέσεις» και παράλληλα ξεκινά μαθήματα φωνητικής.

*Τον Δεκέμβρη του 1994 λαμβάνει μέρος στον τρίτο παγκύπριο διαγωνισμό κυπριακού τραγουδιού, με το τραγούδι «Το πορίζιν», των Γιώργου Καλλή και Αντρέα Λουκά, και παίρνει το πρώτο βραβείο.

*Το καλοκαίρι του 1996 κυκλοφορεί την πρώτη δισκογραφική του δουλειά με τίτλο: «Σαν Οδυσσέας σε ταξίδι το μυαλό μου», σε μουσική του ιδίου και στίχους του Αντρέα Καρανικόλα.

Την περίοδο 1994-1997 δουλεύει στη μουσική σκηνή «Ελλοπία». Μ’ αυτό το μουσικό σχήμα, συμμετέχει σε μεγάλες συναυλίες με τους αδελφούς Κατσιμίχα, τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα και τον Διονύση Τσακνή.

*Συμμετέχει επίσης σε διάφορες κυπριακές δισκογραφικές παραγωγές:

(α) «Φωνές και μνήμες» της Νίκης Μενελάου σε στίχους Μιχάλη Χ''Μιχαήλ και Μαρίας Βασιλείου Χοίρα.

(β) «Έσιει τέρτιν η αγάπη» του Γιώργου Αδάμου, με το τραγούδι «Κύπρος πατρίδα μου γλυτζιά», σε στίχους του Λεωνίδα Πιτσιλλίδη.

(γ) «Όπου παιδί και φως», του Γιώργου Καλλή, με τα τραγούδια «Γλυκύτατέ μου», σε στίχους Λεωνίδα Μαλένη και «Η παλιά βάρκα» σε στίχους του Κύπρου Χρυσάνθη.

(δ) «Τόποι σε χρώμα λουλακί» του Ευαγόρα Καραγιώργη, με το τραγούδι εκατό λογιών τόποι.

Την περίοδο 1997-2003 ο Δημήτρης Φανής βρίσκεται στην Ελλάδα, όπου συνεργάζεται μέσα από συναυλίες, με μερικούς από τους πιο σπουδαίους Ελλαδίτες, αλλά και Κύπριους καλλιτέχνες: Μάριος Τόκας, Μανόλης Μητσιάς, Γιώργος Νταλάρας, Γλυκερία, Μιχάλης Βιολάρης, Σοφία Βόσσου, Αλέξια, Κωνσταντίνα, Στέλιος Διονυσίου, Γιάννα Κομνηνού και άλλοι.

Την ίδια περίοδο, κυκλοφορεί και τη δεύτερη προσωπική του δισκογραφική δουλειά, με τίτλο «Θ' αντισταθώ». Ένας ειδικός δίσκος αφιερωμένος στην Κύπρο, σε μουσική Νεοκλή Νεοφυτίδη και στίχους Αντρέα Νεοφυτίδη και Φώτη Βασίλη. Μια δουλειά, της οποίας όλα τα έσοδα δόθηκαν για τις ανάγκες του Lobby for Cyprus, στο Λονδίνο.

Αξιοσημείωτο στο βιογραφικό του Δημήτρη Φανή είναι οι συναυλίες που έδωσε στο Λονδίνο για την Κύπρο (1998-2000-2001) κάτω από την αιγίδα του Lobby for Cyprus και άλλων τοπικών ομάδων και οργανώσεων.

Το 2003 επιστρέφει στην Κύπρο και συνεργάζεται για τέσσερα χρόνια με τη μουσική σκηνή «Εναλλάξ».

*Τoν Σεπτέμβρη του 2004 κυκλοφορεί την τρίτη δισκογραφική του δουλειά με τίτλο:

«Δημήτρης Φανής, ζωντανή ηχογράφηση στο 'Εναλλάξ' και 4+1 νέα τραγούδια». Μια παραγωγή του ιδίου και της μουσικής σκηνής«Εναλλάξ». Μια αμιγώς λαϊκή δουλειά, με επανεκτελέσεις τραγουδιών που σφράγισαν το ελληνικό πεντάγραμμο στις δεκαετίες '60 και '70 καθώς επίσης και νέα τραγούδια, συνθέσεις του Νεοκλή Νεοφυτίδη και στίχους του Αντρέα Νεοφυτίδη.

*Τον Ιούνιο του 2005 επιμελείται της παραγωγής και συμμετέχει ως τραγουδιστής στη δισκογραφική δουλειά του συνθέτη Στέλιου Πισή, που έχει τον τίτλο: «Κασταλίας και Σειρήνων».

*Τον Απρίλη του 2006 συμμετέχει φιλικά στη δισκογραφική δουλειά με τίτλο «Νοστά π’ αγαπηθήκαμεν». Ένας ξεχωριστός δίσκος με κυπριακά παραδοσιακά τραγούδια, του οποίου τα έσοδα από τις εισπράξεις διατίθενται στο ταμείο του συλλόγου «Μικροί εθελοντές».

Μέχρι και σήμερα συνεχίζει τις εμφανίσεις του σε μουσικές σκηνές αλλά και συναυλιακούς χώρους, συνεργάζεται κατά περιόδους με Ελλαδίτες καλλιτέχνες όπως ο Αντώνης Βαρδής, ο Δημήτρης Μπάσης, ο Βασίλης Λέκκας, ο Γεράσιμος Ανδρεάτος, ο Παντελής Θαλασσινός, η Μελίνα Ασλανίδου.

Ο Δημήτρης Φανής ετοιμάζει μια καινούργια δισκογραφική δουλειά με τίτλο: «Θεραπευτήριο μελαγχολίας», σε μουσική του εξαίρετου νέου Κύπριου συνθέτη Γιώργου Καλογήρου και σε στίχους των επίσης Κυπρίων στιχουργών Έλενας Σιούφτα και Παναγιώτη Θωμά.