Μαρία Σωφρονίου
Δεν είναι εύκολο το εγχείρημα της έντεχνης γραφής, ούτε και αυτής με τη μορφή της απλής λογοτεχνικής έκφρασης έως και της βραχύπνοης αποτύπωσης και της ολιγότερο απαιτητικής δημιουργικής της σύνθεσης. Πόσω μάλλον όταν αφορά στο πολυσύνθετο εκτενές είδος του μυθιστορήματος, που προϋποθέτει επινοητικότητα σύλληψης, συγκρότηση εύρυθμης πλοκής, πρόκληση εναγώνιας ανατρεπτικής έκβασης, υποβλητική, εντέλει, δύναμη συγκινησιακού νοήματος και εύληπτου λόγου· κι ας μη θηρεύει την πρωτοτυπία υψιπετούς ευφάνταστης έμπνευσης είτε την υφολογική ιδιαιτερότητα αριστοτεχνικής σφραγίδας.
Ιδού γιατί οι 475 σελίδες του νεοεκδοθέντος βιβλίου της Μαρίας Σωφρονίου, παρά τη διακινδύνευση της κοινοτοπίας του τίτλου, που παραπέμπει σε «ευπώλητες» ελαφρότητες, κομίζουν, απεναντίας, ποιοτικά στοιχεία στέρεης μυθιστορηματικής γραφής, επιδεκτικής, ασφαλώς, καλών οιωνών για την παραπέρα καλλιέργειά της.
Το επιβεβαιώνει η αβίαστη ανέλιξη του μύθου μέσα από τις αφηγηματικές σύμμετρες δομές της ενδιαφέρουσας ιστορίας της, χωρίς πολυπρόσωπους, δαιδαλώδεις και φυγόκεντρους πλατυασμούς, παρά τις τοποχρονικές εναλλαγές της δράσης. Στα θετικά πρόσημα του μυθιστορήματος υπάγεται η αναπαραστατική εικονοπλασία στα σκηνικά δρώμενα και τα φωτογραφικά στιγμιότυπα κινηματογραφικής ροής, οι ζωντανοί καθημερινοί διάλογοι και οι λεπταίσθητες σκιαγραφήσεις στην ψυχογράφηση των χαρακτήρων. Όλα όσα με φακό πολλαπλής εστίασης και επιδέξιο χρωστήρα μάς εξιστορεί μυθοπλαστικά η συγγραφέας, αξιοποιώντας τα βιωματικά σύνεργα της φωτογραφικής και ζωγραφικής ερασιτεχνικής της ενασχόλησης. Αλλά και την αγάπη της για τα ταξίδια μεταφέρει στον πολύτροπο μυθιστορηματικό της καμβά, υποκινώντας ζωηρότερο το ενδιαφέρον στον αναγνώστη, που τον ταξιδεύει από τη Μεθώνη μέχρι το Παρίσι, τη Βενετία και τη Φλωρεντία.
Ο έρωτας που συστρέφεται γύρω από τον κύριο μυθιστορηματικό άξονα και εκτυλίσσεται σε γραφικές πόλεις, ειδυλλιακά τοπία και μνημειακούς θησαυρούς, μέσα από μετατοπίσεις ταξιδιωτικών περιηγήσεων και πολύμηνες διαμονές εντάσσει τη συνύφανση της ειδολογικής τους αναδιήγησης στο ερωτικό ταξιδιογραφικό μυθιστόρημα.
Τον εξομολογητικό τόνο, επίσης, της αληθοφανούς αμεσότητας τού περιεχομένου του διαπνέει η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της κεντρικής ηρωίδας. Στην ευαισθησία του έντονου ψυχισμού και στη συναισθηματική πληθωρικότητα της καλλιτεχνικής της ιδιοσυγκρασίας οφείλεται η υποκατάσταση του πραγματικού με τον φαντασιακό κόσμο, που δημιουργεί μέσα της και γύρω της πλάσματα εξωπραγματικά και έμμονες φαντασιώσεις ενοραματικής μεταφυσικής διάστασης.
Έτσι η συγγραφέας δεν υποβάλλει, απλώς, το φιλοσοφικό ερώτημα της δημιουργικής φαντασίας ως δυνητικής, υπαρκτικής είτε υπαρξιακής πραγματικότητας, αλλά και στον εξιδανικευμένο ή ιδεατό έρωτα με Πλατωνικούς όρους υποστασιοποιεί το μυθιστορηματικό της εύρημα, ήτοι της υπερβατικής συνάντησης, πέρα από τη συμβατική χρονικότητα παρελθόντος και παρόντος, όπου ενσαρκώνεται η ερωτική συνεύρεση, ψυχική και σωματική των δύο εδώ πρωταγωνιστών. Η υπερβολική φαντασιοπληξία ή νοσηρή φαντασία, ίσως να αντέτεινε κάποιος, αιτιολογείται μυθιστορηματική αδεία; Μήπως, όμως, η υπερβολή μυθοποιεί τους αλληγορικούς συμβολισμούς, απομυθοποιώντας συγχρόνως τους συνειρμούς της ιστορικής μνήμης και της συμπαντικής συνέχειας στο ανθρώπινο γίγνεσθαι;
Συνηγορούν, εξάλλου, οι απανταχού θρύλοι και οι δοξασίες, που στοιχειώνουν τους πύργους με αναβιώσεις ανεξήγητων άυλων ή ένυλων μορφών, όπως συμβαίνει με το κάστρο της Μεθώνης, της Ιστορίας και του θρύλου, σκηνογραφικό έναυσμα και σημείο αναφοράς στο μυθιστόρημα. Στα συμφραζόμενά του συμπλέκονται, ακόμη, και άλλα νήματα παραπληρωματικής είτε παράλληλης σημειολογίας: οι συμβατικές συζυγικές σχέσεις και ο χωρισμός μετά την ανακάλυψή τους, καθώς και οι σχέσεις γονέων-παιδιών, οι άρρηκτοι φιλικοί δεσμοί και η αδελφική αγάπη, η αφοσίωση στην τέχνη για καταξίωση της καλλιτεχνικής δημιουργίας, ο ληξιπρόθεσμος και ο διαιώνιος παντοδύναμος έρωτας.
Στη διαγραμματική απόδοση της υπόθεσης επισημαίνουμε το μοιραίο συναπάντημα στη Μεσσήνη από δύο διαφορετικές εποχές: μιας σημερινής Γαλλίδας ζωγράφου με ένα νεαρό Έλληνα μεταφραστή της Ενετικής εποχής. Η Ομηρική «Μακαρία», το αρχαίο όνομα της πελοποννησιακής πόλης, θα τους χαρίσει μοναδικές στιγμές ευτυχίας μαζί με την ανακάλυψη ενός οικογενειακού πίνακα, που θα φανερώσει, όπως αργότερα το ψηφιδωτό στη Φλωρεντία, την ταυτοποίηση των μορφών τού νεότερου και παλαιότερου έρωτα επί Ενετοκρατίας. Η επιτυχημένη ζωγράφος, αφήνοντας τον καθηγητή φιλοσοφίας σύζυγό της, θα βρεθεί στη Βενετία σε αναζήτηση του αγαπημένου της και μετά στη Φλωρεντία, όπου θα μάθει τυχαία το προγονικό «αlter ego» της.




