Το ζήτημα, που ανέκυψε από την τροπολογία της Βουλής σχετικά με την υπό έμφαση αναφορά στα σχολεία μας για την ιστορική επέτειο του Ενωτικού Δημοψηφίσματος, εξακολουθεί να πυροδοτεί το εύφλεκτο τοπίο του διχαστικού λόγου, διεγείροντας σύνδρομα μικρόνοιας και αντανακλαστικά παράνοιας είτε μιας υστερόβουλης επίνοιας τακτικιστικών στοχεύσεων. Καθότι, πέραν των ιοβόλων διαξιφισμών στον Τύπο, ιδίως στα ΜΚΔ, και την καθημερινή τηλεοπτική αδολεσχία σφοδρών κομματικών αντιπαραθέσεων, την τραγελαφική εικόνα στιγματίζουν έτι θλιβερότερες σκιές: υστερογενείς «επανορθωτικές» παλινωδίες, αήθεις συμπεριφορές αρνησιπατρίας και εθνομηδενισμού μέχρι, δυστυχώς, και αχαρακτήριστες δηλώσεις αυτοενοχοποίησης και «απόλυτης» δικαίωσης τού κατοχικού ηγέτη.

Έστω και αν η απόφαση της Βουλής κρίνεται στρατηγικώς άκαιρη και πολιτικώς ανορθολογική είτε κατακρίνεται ως «σχιζοφρενική», συνεπώς, εψηφισμένη κατά πλειοψηφίαν από «σχιζοφρενείς» βουλευτές, είτε αποτιμάται από τον ΠτΔ ως «ατυχέστατη και αναίτια λαϊκιστική προσέγγιση», πώς δικαιολογείται η στάση όσων, υποσκάπτοντας τα θεμέλια της Βουλής, επιχειρούν να αποθρασύνουν την Τουρκία και τον εγκάθετό της να επεμβαίνουν με φιρμάνια νεοθωμανικής «υψηλής πύλης» για ακύρωση κοινοβουλευτικών αποφάσεων; Γιατί, άλλωστε, να σεβαστούν θεσμούς και νόμους της «εκλιπούσας» ΚΔ, τα δικαιώματα της ελεύθερης βούλησης και της εθνικής αξιοπρέπειας των νόμιμων πολιτών της;

Γαλβανίζουν ήδη μέσα από θεατρινισμούς εξόφθαλμων προφάσεων και αίολων αιτιάσεων την παρελκυστική αιχμή του δόρατός τους, κραδαίνοντας με την απειλή ηγεμονικής αυθαιρεσίας τις γνωστές εμμονικές απαιτήσεις και τις παράλογες διεκδικήσεις τους συν την επιπρόσθετη αξίωση παραχώρησης των τεσσάρων βασικών ελευθεριών τής ΕΕ μετά την όχι κυπρογενών ή ευρωπαϊκών, αλλά τουρκικών προδιαγραφών λύση του Κυπριακού.

Και ενώ τους ικετεύαμε εναγωνίως να επιστρέψουν στην τράπεζα των διαπραγματεύσεων, άλλοι έσπευσαν ασθμαίνοντας στα «Σούσα» της επικράτειας τού οσονούπω πολυχρονεμένου μονάρχη, για να αποκαταστήσουν «το καλό κλίμα» των συνομιλιών, που με «εύλογα» προσχήματα διέκοψε οργίλος ο τουρκοκύπριος συνομιλητής-διακομιστής αδιαπραγμάτευτων όρων. Οι κανόνες, επομένως, που υπαγορεύει το ποιμνιοστάσιο για την εξιλέωση του ανεξιλέωτου «πλημμελήματος», συνιστούν τον εξευμενισμό του υποκριτικού «αγκρίσματος» του υποτακτικού βεζίρη, πρωτίστως όμως και «πάση θυσία» τον κατευνασμό της θηριωδίας του σουλτάνου.

Η αναποτελεσματική, εντούτοις, τακτική των εκάστοτε πολλαπλών υποχωρήσεών μας, που εξέθρεψε την ακόρεστη βουλιμία της Άγκυρας, απηχεί αποδεδειγμένα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, την ατελέσφορη αλλά και ενίοτε άκρως επιζήμια πολιτική τού κατευνασμού στη διαχείριση διεθνών κρίσεων και την επίλυση πολιτικοστρατιωτικών προβλημάτων.

Υπό το φως της ιστορικής διαχρονίας και επειδή, κατά τον Τ.Σ. Έλιοτ, «η αίσθηση της Ιστορίας απαιτεί μιαν αντίληψη της παρουσίας του παρελθόντος μέσα στο παρόν», η επίκληση από τις παγκόσμιες σελίδες της ενδεικτικών παραδειγμάτων εφεκτικής είτε ακόμη υποχωρητικής στάσης προηγείται της οιασδήποτε ανάλυσης: Εν πρώτοις, αν ο άριστος χρήστης της τεχνικής αυτής, τσάρος Αλέξανδρος Α', κατάφερε με τον κατευνασμό του Βοναπάρτη να συνυπογράψουν τη Συνθήκη του Τιλσίτ το 1807 και ο ηγέτης των Μπολσεβίκων Λένιν, ακολουθώντας ανάλογη πολιτική κατευνασμού των αντιπάλων, πέτυχε το 1918 με το σύμφωνο του Μπρεστ-Λιτόφσκ την απόσυρση της νεοϊδρυθείσας ΕΣΣΔ από τον Πρώτο Πόλεμο, το Σύμφωνο του Μονάχου τού 1938 κατέστησε την κατευναστική στρατηγική συνώνυμη της σημερινής αρνητικής της χροιάς.

Ο Βρετανός πρωθυπουργός Τσάμπερλεν και ο Γάλλος ομόλογός του Νταλαντιέ, πιστεύοντας ότι με μερικά ανταλλάγματα θα μπορούσαν να κατευνάσουν τον Χίτλερ, συνομολόγησαν την επονείδιστη συνθήκη, που εγγυάτο «ειρήνη για τη γενιά μας». Παρά τις ενθουσιώδεις, όμως, εξαγγελίες των Αγγλογάλλων, οι γερμανικές φάλαγγες θα κυρίευαν στις 15 Μαρτίου τού 1939 ολόκληρη την Τσεχοσλοβακία.

Αν ο χαρισματικός πολιτικός της νεότερης Ελλάδας Ελευθέριος Βενιζέλος θεωρείται ο δημιουργός τού «αστικού εκσυγχρονισμού» και της επέκτασής της -συνάμα και ο αυτουργός της συρρίκνωσής της-, εντούτοις, η προωθημένη κατευναστική εξωτερική του πολιτική (1928-1938) έναντι της Ιταλίας, Αγγλίας και Τουρκίας δεν μένει στο απυρόβλητο. Η τολμηρή πραγματιστική διπλωματία τής επίθεσης Φιλίας, που κυοφορούσε το Βενιζελικό όραμα μιας Ελληνο-Τουρκικής ομοσπονδίας για την απερίσπαστη και ειρηνική ανασυγκρότηση της Χώρας, δεν έπαυε να στοιχειοθετεί, ταυτόχρονα, πολιτικήν ακριβοπληρωμένων οδυνηρών παραχωρήσεων.

Τα σύμφωνα Φιλίας εξαγοράστηκαν με την εγκατάλειψη των Δωδεκανήσων και της Κύπρου στο έλεος των Φασιστών και των Αποικιοκρατών. Πέραν του υπέρογκου ποσού που κατέβαλε στην Τουρκία σε καιρούς δεινής οικονομικής κρίσης, κατακραυγή προκάλεσε, επίσης, ο αμοιβαίος συμψηφισμός των ελληνικών και τουρκικών αποζημιώσεων, παρότι η αξία των ανταλλάξιμων ελληνικών περιουσιών υπολογιζόταν δεκαπλάσια των αντίστοιχων τουρκικών, σύμφωνα με την υπογεγραμμένη από τον ίδιο τον Βενιζέλο Συνθήκη της Λωζάννης.

Ειδικότερα, όσον αφορά στο Κυπριακό, δεν παραγράφεται ο καθησυχασμός των Άγγλων επισήμων και η διαβεβαίωσή του στο ελληνικό κοινοβούλιο ότι η Ελλάδα δεν εμπλέκεται στην υπόθεση της Κύπρου, εφιστώντας μάλιστα στους Κυπρίους «να βελτιώσουν το βιοτικό τους επίπεδο μέσα στο υφιστάμενο καθεστώς». Για τα επεισόδια στα Οκτωβριανά και το κάψιμο του Κυβερνείου εξέφρασε τη λύπη και την αποδοκιμασία του στον Άγγλο πρέσβη. Επιπλέον, διέλυσε μιαν επιτροπή στην Αθήνα υπέρ της Κύπρου, απαγόρευσε τα μνημόσυνα των δολοφονημένων Κυπρίων, απέτρεψε αποστολή 1000 εθελοντών στην Κύπρο, ανακάλεσε τον Έλληνα πρόξενο Αλέξη Κύρου, που ανέπτυσσε έντονη ενωτική δράση και επενέβη στις Ταχυδρομικές Υπηρεσίες, ώστε να μην επιδοθούν επιστολές για το Κυπριακό σε δύο Άγγλους πρίγκιπες, επισκέπτες στην Κέρκυρα.

Ο Βενιζέλος, πρώτος μεταφραστής του Θουκυδίδη, δεν ενστερνίστηκε, προφανώς, την υψηλή στρατηγική του Περικλή απόρριψης του κατευνασμού μπροστά στις σπαρτιατικές αξιώσεις για ανάκληση του Μεγαρικού Ψηφίσματος:«…εάν υποχωρήσετε, θα αντιμετωπίσετε κάποια μεγαλύτερη απαίτησή τους, διότι θα νομίσουν ότι από φόβο υποκύψατε»(Ι.140,5).

Σημ: Στον πίνακα του Σαλβατόρ Νταλί «Το αίνιγμα του Χίτλερ», που παραπέμπει στο Σύμφωνο του Μονάχου, η ομπρέλα συμβολίζει τον Τσάμπερλεν.