Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΣΤΗΚΕ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΙΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΥΣ ΣΥΝΘΕΤΕΣ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΥΤΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Ο μεγάλος στιχουργός, που έγραψε βιβλία, έκανε χρόνια ραδιόφωνο, αλλά κυρίως μέσα από τη δουλειά του μπήκε βαθιά στην ουσία αυτού που λέμε σύγχρονο ελληνικό τραγούδι, με αξιοπρέπεια και σεβασμό

Έχω συνεργαστεί με πολλούς συνθέτες και ερμηνευτές σε περίπου 70 δίσκους. Η δουλειά μας είναι αρκετά μοναχική και δεν ξέρω ποιο είναι το όριο συλλογικότητας που αντέχει

Έκανα μια ολόκληρη ζωή ραδιόφωνο, 22 χρόνια καθημερινή εκπομπή. Αλλά και τα υπόλοιπα μετράνε περίπου 25 χρόνια. Δεν νομίζω πως χρειάζεται να κάνω κάποια διαβάθμιση. Αγάπησα ό,τι έκανα, αφοσιώθηκα, το καθένα έχει τους δικούς του κώδικες, αλλά όλα βρίσκονται κάτω από την ομπρέλα της προσωπικής έκφρασης

Δεν διδάσκω ακριβώς. Κουρδίζω κάποιες τεχνικές τους ατέλειες, με βάση την εμπειρία μου. Τους βοηθάω όσο μπορώ και στο άπλωμα της θεματολογίας τους. Περισσότερο είναι ένα εργαστήρι συζήτησης, με πολλές κουβέντες που συχνά ξεφεύγουν από το στενό πλαίσιο της δημιουργίας ενός τραγουδιού

Δεν ξέρω τι μπορώ να πω, πέρα από ευχές για λύση. Δεν είναι καθόλου εύκολο να ζεις σε μια τέτοια κατάσταση, και είναι πολύ εύκολο να γίνει σιωπηλά αποδεκτή αυτή η κατάσταση όσο οι παλαιότεροι μεγαλώνουν και πεθαίνουν, και οι νεότεροι δεν έχουν να θυμούνται τίποτα διαφορετικό από αυτό που ζούνε τώρα


Όλοι μας κάποτε έχουμε σιγοψιθυρίσει κάποιο τραγούδι, του οποίου έγραψε τους στίχους: «Στα είπα όλα», «Βαριές κουβέντες», «Μικρές νοθείες», «Σ’ αγαπάω ακόμα», «Βυθισμένες άγκυρες», «Θέλω τη μέρα που θα φύγεις», «Το δίκιο μου» κ.ά. Συνεργάστηκε με τους πιο σημαντικούς συνθέτες και ερμηνευτές της Ελλάδας. Τον Θάνο Μικρούτσικο, τον Μίλτο Πασχαλίδη, τον Θέμη Καραμουρατίδη, τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, τον Σωκράτη Μάλαμα, τον Διονύση Τσακνή, τη Νατάσα Μποφίλιου, τη Γιώτα Νέγκα, και πολλούς άλλους.

Έγραψε βιβλία, έκανε χρόνια ραδιόφωνο αλλά, κυρίως, μέσα από τη δουλειά του μπήκε βαθιά στην ουσία αυτού που λέμε σύγχρονο ελληνικό τραγούδι, με αξιοπρέπεια και σεβασμό. Ακούει στ' όνομα Οδυσσέας Ιωάννου! Τον συναντήσαμε πρόσφατα στην Κύπρο με την ευκαιρία των παραστάσεων «Εννέα και Πέντε», με συντελεστές τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, τον Παντελή Βούλγαρη, και τη Ρίτα Αντωνοπούλου, για τις οποίες ο ίδιος έγραψε και διάβασε τα κείμενα. Ανάμεσα σ' έναν καφέ κι ένα τσιγάρο μιλήσαμε για τον ίδιο, για το έργο του, τους συνεργάτες του, για την Ελλάδα και την Κύπρο...

Είσαι ένας από τους στιχουργούς της σύγχρονης Ελλάδας, που κατέθεσες και καταθέτεις ακόμα το δικό σου στίγμα στην ελληνική δισκογραφία. Πόσους σταθμούς ώς τώρα είχε το ταξίδι; Αν υποθέσουμε ότι οι οδηγοί του τρένου είναι οι συνθέτες σου, πόσους απασχόλησες μέχρι σήμερα και με ποιον τρόπο τούς έδειξες τη δικιά σου αίσθηση της διαδρομής;

Έχω κυκλοφορήσει 8 δίσκους, οι οποίοι περιείχαν αποκλειστικά δικούς μου στίχους, και το Πάσχα θα κυκλοφορήσει ο ένατος. Έχω συνεργαστεί με πολλούς συνθέτες και ερμηνευτές σε περίπου 70 δίσκους. Η δουλειά μας είναι αρκετά μοναχική και δεν ξέρω ποιο είναι το όριο συλλογικότητας που αντέχει. Εννοώ πως εγώ κλείνομαι και γράφω τα τραγούδια, μετά τα παίρνει ο συνθέτης, τα «διαβάζει» με τον τρόπο του και αποφασίζει για τη φόρμα και τη μελωδία τους. Αρκετές φορές συζητάμε, κυρίως για τη θεματολογία ενός δίσκου και για τη φόρμα και την ενορχήστρωση, αλλά μη φανταστείς πως τα φτιάχνουμε μαζί. Ο καθένας έχει τον διακριτό του ρόλο, ο καθένας ουσιαστικά δουλεύει μόνος του.

Στιχουργός, συγγραφέας, ραδιοφωνικός παραγωγός. Ποια ιδιότητα βαραίνει; Τι είναι το καθένα από αυτά ξεχωριστά για σένα και τις προτεραιότητές σου;

Έκανα μια ολόκληρη ζωή ραδιόφωνο, 22 χρόνια καθημερινή εκπομπή. Αλλά και τα υπόλοιπα μετράνε περίπου 25 χρόνια. Δεν νομίζω πως χρειάζεται να κάνω κάποια διαβάθμιση. Αγάπησα ό,τι έκανα, αφοσιώθηκα, το καθένα έχει τους δικούς του κώδικες, αλλά όλα βρίσκονται κάτω από την ομπρέλα της προσωπικής έκφρασης.

Θαρρώ είναι πάρα πολλά τα χρόνια που επένδυσες στο ραδιόφωνο. Έρωτας μεγάλος; Τι αποκόμισες από την ενασχόλησή σου με τα ελληνικά ραδιόφωνα; Εδώ και μερικά χρόνια απέχεις. Αντέχεις, αλήθεια, χωρίς μικρόφωνο;

Εκείνο που χρωστάω στο ραδιόφωνο, πέρα από τη γνωριμία μου με σημαντικούς ανθρώπους, ήταν ότι με έκανε πιο γενναιόδωρο στην κριτική μου απέναντι στα τραγούδια των άλλων. Ας μη γελιόμαστε, υπάρχει αρκετή μικροψυχία και έντονος ανταγωνισμός στον χώρο μας, όπως και σε πολλούς άλλους χώρους. Το ραδιόφωνο με βοήθησε να αγαπήσω πάρα πολλά τραγούδια και τους δημιουργούς τους, γιατί μια εκπομπή επί 22 χρόνια δεν γεμίζει αλλιώς. Τα αγάπησα πραγματικά, τα παρουσίαζα στην εκπομπή με απλωσιά, με ευρυχωρία. Ορισμένα είχα ανάγκη να τα αγαπήσω ακόμη κι αν υπό άλλες συνθήκες θα τα θεωρούσα αδιάφορα.

Τρεις συνθέτες, με τους οποίους η συνεργασία σου ήταν καθοριστική…

Σίγουρα, πρώτος και καλύτερος ο Θάνος Μικρούτσικος. Απ' εκεί και πέρα ο Μίλτος Πασχαλίδης και εσχάτως ο Θέμης Καραμουρατίδης. Δεν θα μπορούσα όμως να παραλείψω από τους βασικούς συνεργάτες μου, πρώτα και κύρια τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, όπως επίσης τον Σωκράτη Μάλαμα και τον Διονύση Τσακνή, που με έβαλε στη δισκογραφία.

Εκτός από στιχουργός, διδάσκεις ταυτόχρονα στιχουργική. Ποια είναι η εμπειρία σου σαν δάσκαλος; Γιατί τόσα νέα παιδιά στην Ελλάδα έχουν τόσο μεγάλη επιθυμία να «μάθουν» την τέχνη της στιχουργικής; Έχεις ανακαλύψει χρυσό ή ασήμι σε κάποιες από τις τάξεις σου;

Δεν διδάσκω ακριβώς. Κουρδίζω κάποιες τεχνικές τους ατέλειες, με βάση την εμπειρία μου. Τους βοηθάω όσο μπορώ και στο άπλωμα της θεματολογίας τους. Περισσότερο είναι ένα εργαστήρι συζήτησης, με πολλές κουβέντες που συχνά ξεφεύγουν από το στενό πλαίσιο της δημιουργίας ενός τραγουδιού. Έχω διαβάσει πράγματα, τα οποία έχω ζηλέψει, έχω ακούσει πράγματα που με έχουν προβληματίσει και βοηθήσει. Έχουν περάσει μέχρι τώρα πάνω από 130 παιδιά όλων των ηλικιών από το εργαστήρι και νομίζω πως ο κερδισμένος απ' όλο αυτό είμαι εγώ, περισσότερο απ' όσο εκείνοι.

Στην Κύπρο σε γνωρίσαμε πολύ πρόσφατα με την ευκαιρία των πολύ πετυχημένων παραστάσεων «Εννέα και Πέντε», με συντελεστές τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, τον Παντελή Βούλγαρη, τη Ρίτα Αντωνοπούλου και εσένα να γράφεις και να διαβάζεις τα κείμενα. Πες μας για τα χτυποκάρδια και τους σταθμούς αυτού του έργου, για τη διαδρομή του στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και την Κύπρο. Ποια είναι η συνταγή της επιτυχίας της;

Έφτασε πολύ μακρύτερα απ' όσο είχαμε υπολογίσει και πήρε κριτικές πολύ καλύτερες απ' όσο πιστεύαμε πως αξίζαμε. Αποδόθηκαν στην παράσταση αρετές και «κατακτήσεις» που δεν τις είχαμε καν στο μυαλό μας όταν την φτιάχναμε. Είμαστε αισίως στις 240 παραστάσεις και στους ενενήντα χιλιάδες θεατές και συνεχίζουμε για τρίτη χρονιά.

Εκ των υστέρων μπορώ να θεωρήσω πως η επιτυχία της είχε πολλά συστατικά. Πέρα από την πρωτοτυπία της ιδέας (η ιδέα ήταν του Βασίλη), ήταν ο τρόπος με τον οποίο μιλήσαμε για τις κοινές μας μνήμες, η προσπάθεια να φτιάξουμε επί σκηνής κοινούς συναισθηματικούς κόσμους, να βρούμε τα κοινά μας πατήματα, μέσα στα τελευταία σαράντα χρόνια, χωρίς να λογοκρίνουμε, και το γέλιο που υπάρχει άφθονο. Από την άλλη, ένας διαφορετικός, μαγικός, εσωτερικός Βασίλης, δύο εξαιρετικοί ερμηνευτές, ο Χρήστος και η Ρίτα και βέβαια τα βίντεο και η ματιά του Παντελή. Αν σε αυτά προσθέσουμε και τους έξι έξοχους μουσικούς, θεωρώ πως υπήρχαν τα στοιχεία για να περάσει κάποιος ωραία.

Ζεις και βιώνεις, μαζί με χιλιάδες άλλους δημιουργούς, μια παράξενη εποχή της ελληνικής δισκογραφίας. Με οικονομικές δυσκολίες λόγω κάθετης πτώσης των πωλήσεων, με σημαντικά θέματα πνευματικών δικαιωμάτων και πολλές άλλες αντιξοότητες. Υπάρχει κάποια αισιοδοξία μετά από τόσα χρόνια αυτής της σκληρής πραγματικότητας;

Το πιο αισιόδοξο απ' όλα είναι πως γράφονται καλά τραγούδια. Δηλαδή ο πρωτογενής τομέας της δημιουργίας αντέχει. Αυτό είναι το σημαντικότερο. Καταλαβαίνω, εν μέρει, τους σκεπτικιστές -κυρίως εκείνους που πραγματικά αγαπούν το τραγούδι- οι οποίοι ίσως περίμεναν κάτι άλλο από το τραγούδι της σημερινής εποχής, απλώς θα πρότεινα να μην είναι τόσο αυστηροί, ή τουλάχιστον να μην είναι με το τραγούδι και τους δημιουργούς του περισσότερο αυστηροί απ' όσο είναι με τους εαυτούς τους. Το να ζητάς τη μεγάλη τομή και τη ρήξη από την τέχνη, όταν αυτές τις τομές και τις ρήξεις δεν τις συναντάς δυστυχώς πουθενά αλλού στην κοινωνία, είναι αφελές και μοιάζει και με στρουθοκαμηλισμό. Ζητάς να γραφτεί το soundtrack μιας ταινίας δίχως να έχει γυριστεί ακόμη η ταινία.

Εν αρχή ην ο λόγος; Τι κατέγραψες στο χαρτί μέχρι τώρα, το οποίο σε έκανε να νιώσεις μεγάλη καλλιτεχνική ικανοποίηση σαν δημιουργός;

Στο τραγούδι, θα διαφωνήσω, εν αρχή ην η μελωδία. Ένας εξαιρετικός στίχος με κακή μελοποίηση, είναι ένα κακό τραγούδι, δεν διασώζεται ο στίχος. Ο κώδικας του τραγουδιού είναι αυτό και ας το δεχτούμε. Έχουμε όλοι τραγουδήσει μεγάλες μελωδίες με μέτριους στίχους και είναι τραγούδια που αντέχουν δεκαετίες. Ένα τραγούδι με κακή μελωδία, όμως, δεν πρόκειται να αντέξει κι ας έχει τους ωραιότερους στίχους που γράφτηκαν ποτέ!

Η ικανοποίηση έρχεται όταν ένα τραγούδι σου συγκινεί και τραγουδιέται, είναι αυτονόητο αυτό. Δίχως να βάζω αριθμητικές παραμέτρους. Αν αρέσει δηλαδή σε εκατό ανθρώπους ή σε ένα εκατομμύριο. Σαφώς η χρυσή τομή είναι να αγαπηθεί απ' όσους περισσότερους γίνεται, αλλά κι εσύ να βρίσκεις τον εαυτό σου μέσα στο τραγούδι, να μην έχεις κάνει συνειδητά μια κατασκευή με σκοπό να κολακέψει ή να εκβιάσει το συναίσθημα. Όταν είμαι εγώ -δίχως κόλπα- και βρίσκω κι άλλους εκεί έξω, είναι πολύ όμορφο.

Λένε πως οι στιχουργοί κάθονται στην τελευταία θέση του βαγονιού και παρακολουθούν. Πώς αισθάνεσαι που τα πιο πολλά φώτα εστιάζονται στους ερμηνευτές;

Μια χαρά! Δεν με πειράζει καθόλου. Ας αρέσει ένα τραγούδι μου κι ας μην ξέρουν ποιος το έχει γράψει. Εντάξει, για τραγούδια μιλάμε, δεν ανακαλύψαμε και τη φόρμουλα για το εμβόλιο κατά του καρκίνου...

Συνήθως μέσα από μια έντονη δυσκολία ενός λαού η Τέχνη βγαίνει με έναν τρόπο που λειτουργεί σαν ασπιρίνη. Βγαίνει πιο δυνατή και πιο άμεση. Συμβαίνει κάτι τέτοιο στις μέρες μας στην Ελλάδα;

Η κάθε εποχή βγάζει τα τραγούδια που έχει ανάγκη. Κυκλοφορούν με ιδιαίτερη ευκολία διάφορες ανιστόρητες απόψεις και μάλιστα με πολύ επιθετικό τρόπο. Καταλογίζουν στο σημερινό τραγούδι απολίτικη στάση. Σαφώς και υπάρχουν και αυτά τα τραγούδια, αλλά το ποια έχουν μια στάση απέναντι στα πράγματα, το διαβάζουν λάθος - κατά τη γνώμη μου. Θα σας φέρω ένα παράδειγμα.

Ξέρετε πόσα ερωτικά τραγούδια γράφτηκαν κατά την διάρκεια της Κατοχής; Πάρα πολλά! Γιατί; Όσοι τα έγραψαν ήταν απολίτικοι, προσκυνημένοι ή γερμανοτσολιάδες; Προσκυνημένος ο Χατζιδάκις όταν έγραφε «Χάρτινο το φεγγαράκι» μέσα στον Εμφύλιο; Γερμανοτσολιάδες και απολίτικοι ο Θεοδωράκης και ο Λοΐζος στο πλήθος των ερωτικών τραγουδιών που έγραψαν σε τόσο δύσκολες περιόδους - και ορισμένα και μέσα στη Χούντα;

Ο ρόλος της τέχνης δεν είναι να σου βάζει έναν καθρέφτη μπροστά σου, ξέρεις πολύ καλά τι ζεις, δεν έχεις ανάγκη κανέναν στιχουργό να σου το επισημάνει. Πρέπει να γράψεις κάτι που να έχει τα υλικά της εποχής, να είναι αειθαλές και αύριο και να σε κρατάει μέσω του αισθήματος -και όχι της οργής- έτοιμο και δυνατό για να δώσεις τις μάχες που σου αναλογούν όταν προκύψουν. Επίσης να σε διασκεδάσει κιόλας, να χαθείς για λίγο.

Έχω γοητευτεί απίστευτα από τα ακραιφνώς πολιτικά τραγούδια και του Μίκη και του Λοΐζου και του Μικρούτσικου και του Ελευθερίου, αλλά δεν χρωστάω περισσότερα σε εκείνα τους τα τραγούδια απ' όσα χρωστάω στα ερωτικά τους. Το ποιο τραγούδι θα μας συσπειρώσει γύρω από ένα κοινό αίσθημα δεν το ξέρει κανείς εκ των προτέρων. Τα τραγούδια δεν παραγγέλνονται, προκύπτουν από ανάγκες.

Μπορεί κάποτε να κατεβούμε όλοι στους δρόμους έχοντας στο στόμα μας ένα ερωτικό τραγούδι. Ακόμη και σε ένα ερωτικό τραγούδι μπορείς να περάσεις την απόγνωση της Κρίσης και να ανοίξεις παράθυρα. Στο Πολυτεχνείο τραγουδούσαν το «Αγρίμια κι αγριμάκια μου» πέρα από το «Πότε θα κάνει ξαστεριά». Κάποιοι μπορεί να θεωρούν πολιτικό ένα τραγούδι που να λέει «να καεί το μπουρδέλο η Βουλή». Εγώ, όχι.

΄Υστερα από περίπου μια βδομάδα παραμονής στην Κύπρο, με τόσες επιτυχημένες παραστάσεις, τι κουβάλησες μαζί σου στην Αθήνα από τη μεγαλόνησο;

Δεν περιμέναμε τόσο αγάπη και τόση αποδοχή. Κυρίως επειδή τα δύο χρόνια που παίξαμε στην Αθήνα, είδαν την παράσταση αρκετές χιλιάδες από την Κύπρο, και θεωρήσαμε πως θα κάναμε το πολύ 3-4 παραστάσεις σε Λεμεσό και Λευκωσία. Η διάψευση ήταν πολύ ηχηρή! Κρατάω και τη γνωριμία μου με κάποια παιδιά που μας βοήθησαν στις παραστάσεις μας, με τα οποία θα ήθελα σύντομα να ξαναβρεθώ. Μακάρι να κατέβουμε πάλι το καλοκαίρι σε ανοιχτά θέατρα.

Με χαρά θα διαβάσουμε μια ευχή, δυο λόγια από σένα για το νησί που για 43 σχεδόν χρόνια βιώνει την κατοχή και την αδικία σε όλο της το μεγαλείο.

Πραγματικά, δεν ξέρω τι μπορώ να πω πέρα από ευχές για λύση. Δεν είναι καθόλου εύκολο να ζεις σε μια τέτοια κατάσταση, και είναι πολύ εύκολο να γίνει σιωπηλά αποδεκτή αυτή η κατάσταση όσο οι παλαιότεροι μεγαλώνουν και πεθαίνουν, και οι νεότεροι δεν έχουν να θυμούνται τίποτα διαφορετικό από αυτό που ζούνε τώρα.