Εκπυρσοκροτούν τα πυροβόλα των αντίπαλων κομματικών στρατοπέδων και βλήματα εκτοξεύονται εκατέρωθεν στα τηλεοπτικά ή διαδικτυακά πεδία μάχης, ενώ οι εμπόλεμες στήλες των εφημερίδων εξαπολύουν μυδράλια αλληλοεξόντωσης γύρω από τη θετική ή αρνητική αποτίμηση της πενταμερούς διάσκεψης στη Γενεύη. Η «για πρώτη φορά» επωδός για κατάθεση χάρτη από την τουρκοκυπριακή πλευρά διαπληκτίζεται με το επιμύθιο περί «αποτυχίας και φιάσκου με δυσμενέστατες συνέπειες για την ελληνοκυπριακή πλευρά».
Τα δύο συμπλέοντα μεγάλα κόμματα κατηγορούν τους άλλους για βιομηχανία φόβου, καταστροφολογία και μηδενισμό, αποδίδοντάς τους επικοινωνιακά κίνητρα μελλοντικής εκλογολογίας και συστήνοντας στον κόσμο υπομονή ψυχραιμίας, μέχρι να κρίνουν εκ των τελικών αποτελεσμάτων, όταν, εννοείται, τερματιστούν οι διαδικασίες «ανοικτού τέλους»· ενώ τα υπόλοιπα κόμματα του καλούμενου ενδιάμεσου χώρου, απορρίπτοντας διχοτομικούς-ρατσιστικούς όρους στην επίλυση του Κυπριακού, αποδίδουν στους συνομιλητές τους αναβάθμιση του ρόλου τού ψευδοκράτους, παλινωδίες ψευδολογίας, ανυπόστατη αισιοδοξία και εμπαιγμό του λαού. Η απόφανση εκάστου στο απυρόβλητο της δικής του ανέκκλητης αλήθειας, αλλά και στην αντικειμενική κρίση του αποχρώντος λόγου.
Και ο δύσμοιρος κυπριακός λαός, που αυτή τη φορά μετά δυσκολίας δοκιμάζει τις εφεδρείες των αντοχών του, δεν μπορεί να μένει απαθής και αδιάφορος μπροστά στη μεγάλη εικόνα με τις εικονοπλασίες και τις φωτοσκιάσεις της: σε αναπάντητα ερωτήματα ή συγκεχυμένες εξηγήσεις, διακυβεύματα από την «όποια» λύση ή τη μη λύση και αναμασημένα αφηγήματα ηχηρής φρασεολογίας περί του τρόπου λειτουργίας μιας ομόσπονδης πολιτείας δύο συνιστώντων κρατιδίων, σε περίπτωση επίτευξης λειτουργικής («περιεκτικής» στην τουρκική ορολογία) και βιώσιμης λύσης (το «δίκαιης» ανήκει στη σφαίρα του φαντασιακού) είτε σε ενδεχόμενα αδιέξοδα πρόσκρουσης σε παρανοϊκές πλην ρητές και αμετακίνητες θέσεις της τουρκικής αδιαλλαξίας.
Πώς μπορεί κανείς, λοιπόν, να είναι «τυφλός τα τ’ ώτα τον τε νουν τα τ’ όμματα» μπροστά σε τέτοια τηλεοπτικά δρώμενα; Απεναντίας, παρότι πολλά γνωρίζει και άλλα τόσα υποψιασμένος εικάζει με την αβάστακτη βαρυθυμία τού επισφαλούς υπαρξιακού του είναι, διψά να πληροφορηθεί περισσότερα, για να αποσαφηνίσει, ει δυνατόν, γριφώδεις χρησμούς μέσα από στερεότυπα ξύλινων λόγων, οργίλες δήθεν ατάκες και εξημμένες φωνασκίες, σοφιστικές αμφιλογίες και επαναλαμβανόμενες αρθρογραφικές συρραφές· και έρχονται μετά ενδιαφέροντα σχόλια έκτακτων ανταποκρίσεων, που ενίοτε απηχούν ανακοινωθέντα πολεμικού μετώπου. Εξού και οι αλλεπάλληλες παραινέσεις του ΠτΔ προς αποφυγήν των σειρήνων και επίδειξη σοβαρότητας, καθώς και οι εσχάτως εκκλήσεις του περί «ανακωχής».
Ανακωχή όμως και κατάπαυση ποιου πυρός μέσα σε μια φλεγόμενη Κυπριακή Δημοκρατία, που όχι μόνο η βουλιμία του θηρίου, θεωρώντας την εκλιπούσα, ορέγεται προ πολλού να καταβροχθίσει, αλλά και διότι «παλαιόθεν και ώς τώρα όλα τα θηρία πολεμούν να τη φάνε»; Όσο κι αν το οιονεί εμφυλιοπολεμικό τοπίο εξακολουθεί να βομβαρδίζεται από ακραίες επικρίσεις και αήθεις υβριστικές επιθέσεις έως εύλογες επιφυλάξεις και έντονες επί της ουσίας διαφωνίες, πώς είναι δυνατόν να σιγήσουν τα όπλα του λόγου;
Μήπως σίγησε η στεντόρεια φωνή της απροσκύνητης ψυχής του Υπουργού Εξωτερικών της Ελλάδος Νίκου Κοτζιά, προτάσσοντας τις αυτονόητες προτεραιότητες της λύσης εκεί στη Γενεύη; Και στην ενδότερή μας εδώ περιρρέουσα ατμόσφαιρα δεν πρέπει να αρθρώνεται ο εποικοδομητικός λόγος και ο αντίλογος τεκμηριωμένων επιχειρημάτων, ώστε να ενισχύουν τη φαρέτρα της διαπραγματευτικής μας ομάδας; Ποιον ρόλο έχει εδώ η ρητορική μιας ψευδεπίγραφης διγλωσσίας και η συσκοτισμένη σοφιστεία των δισσών λόγων; Και ποιον στόχο υπηρετεί η διαφάνεια της έλλογης σκέψης και η πλουραλιστική γλώσσα της αλήθειας;
Άλλωστε, οι πολίτες αυτού του τόπου και όχι μόνο η αιχμή του δόρατός του, όσοι δηλαδή από τους πρόσφυγες και τους εγκλωβισμένους έχουν απομείνει στα 43 χρόνια εισβολής και κατοχής, αγωνιούν με τ’ όραμα της παλιννόστησης για την τύχη της πατρίδας τους και την εδαφική αναπροσαρμογή, καθώς την είπαν, της πατρογονικής τους γης.
Εάν, επιτέλους, στην περιπόθητη «εσπευσμένη» λύση θα διασφαλιστούν τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι βασικές ελευθερίες προς το συμφέρον Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, ήτοι χωρίς αναχρονιστικές εγγυήσεις, επεμβατικά δικαιώματα και κατοχικά στρατεύματα μέσα από τη μετεξέλιξη της εσωτερικής δομής της ΚΔ σε ένα ανεξάρτητο ομόσπονδο κράτος.
Οι Έλληνες της Κύπρου δεν τρέφουν πλέον φρούδες ελπίδες και εμμονικές ιδεοληψίες μεγαλοϊδεατισμών, μήτε ζουν με το απαγορευμένο όραμα «να πάρουμε την Πόλη», κοντολογίς το ξεχασμένο σύνθημα «τα σύνορά μας είναι στην Κερύνεια», καθώς υπαινικτικά τούς καταλογίζουν κάποιοι ότι «τα προβλήματα είναι στο μυαλό τους»· απλώς ξυπνά μέσα τους ο φόβος και άλλων «γενναιόδωρων προσφορών» μαζί με τον βραχνά παρελθοντικών έως τωρινών πιέσεων από συμπαιγνίες διεθνών συμφερόντων και φυσικού αερίου ένεκεν!
Ο φόβος για δοσοληψίες περαιτέρω διολισθήσεων υπό το κράτος των σουλτανικών και φερέφωνων απειλών, αντί της επιμονής ενός ισότιμου κράτους-μέλους της Ε.Ε. στις σθεναρές αγωνιστικές διεκδικήσεις των δικαίων του. Γιατί, αν τα τραγικά παρεπόμενα του ’74 οδήγησαν στον οδυνηρό συμβιβασμό του ευκταίου με το εφικτό, καμιά πολιτική δεν θα νομιμοποιούσε την ευρεσιτεχνία του ανέφικτου.
Πέραν των κοινότοπων υπομνήσεων και των τετριμμένων επισημάνσεων, οι ώρες δεν επιδέχονται θεωρίες παιγνίων και επίπλαστες συγκρουσιακές ρητορικές ειμή μόνο την ορθοκρισία του νοήμονος λόγου. Είναι για όλους η ώρα της ευθύνης με τη γλώσσα της αλήθειας απέναντι στην πατρίδα μας. Προπάντων για την πολιτική ηγεσία, που χειρίζεται τις τύχες της και που, κατά τον Μax Weber, πλην της «ηθικής του φρονήματος» οφείλει να έχει την «ηθική της ευθύνης»: αυτό που πρέπει να πράξει ανεξάρτητα από ό,τι πιστεύει.




