Μόνα Σαββίδου Θεοδούλου

Στην πρώτη ανάγνωση διέτρεξα τις σελίδες με το απνευστί ενδιαφέρον του φιλαναγνώστη, που δεν ανακαλύπτει εξαπίνης, παρά αποτιμά για πολλοστή φορά την καλλιεπή επινοητική γραφή της Μ.Σ.Θ. τόσο στην ποίηση όσο και στην πεζογραφία της. Στο δεύτερο, ωστόσο, περιδιάβασμα ανάμεσα στα είκοσι πέντε διηγήματα και στους δέκα ολιγόγραμμους εμβληματικούς «οδοδείκτες» από τον βίο μεγάλων αντρών, που φωτίζουν σκέψεις και προεκτείνουν προβληματισμούς, ένιωσα την επενέργεια της λογοτεχνικής μέθεξης: την κατάδυση στη δίνη συγκινησιακών κραδασμών και την αισθητική πληρότητα κατανυκτικής ανάτασης, μα κι ένα αίσθημα χαρμολύπης για το τέλος ταξιδιού.

Μεταφορικά και ακριβολογικά, καθώς μερικά διηγήματα είναι ταξιδιογραφικά στη θεματική τους, παρότι όλα μας ταξιδεύουν με τ’ άρμενα μιας αθεράπευτης νοσταλγίας από ιστορικούς δρόμους της πόλης της, όπως εμφαίνει ο τίτλος της συλλογής, σε αλλοτινούς τόπους και κόσμους, τους ξεριζωμένους των χαμένων πατρίδων της Μικρασίας κα της Αλεξάνδρειας.

Η «οδός Κουμανδαρίας», με καλλιτεχνικό σχεδιασμό εξωφύλλου της Ελένης Θεοδούλου, είναι το τρίτο στη σειρά διηγηματογραφικό βιβλίο της συγγραφέως, που έχοντας μιαν από τις πηγές έμπνευσής της τις μνήμες της μικρασιάτικης καταγωγής της, συμπληρώνει, θα λέγαμε, την τριλογία της Μικρασίας της. Ωστόσο, και η Λεμεσός της γενέτειράς της είναι το άλλο δημιουργικό της έναυσμα μέσα από την υποβλητική αναβίωση περασμένων εποχών, εξού και η προϊδεαστική διπλή αφιέρωση στην παρούσα έκδοση: «Στη Μικρά Ασία και πάλι/που έρχεται και με βρίσκει/ή αλλιώς στη μνήμη/που με κερνά κόκκινο κρασί».

Οι τωρινές αναπαραστατικές εξιστορήσεις, όπως και οι προηγούμενες από τον «Αλέξανδρο Εμμανουήλ Κεχαγιόγλου» και τον «Καφέ της Φιλαρέτης», αποτυπώνονται με τα αριστοτεχνικά σύνεργα μιας ποιητικής αφήγησης ή μιας αφηγηματικής ποίησης ως αντιστικτικές συγχορδίες εύρυθμων στοχαστικών συναισθημάτων στην αναγνωρίσιμη ποιητική της λύρα. Εξάλλου, η ίδια σε ένα σύντομο σχόλιό της, εμπνευσμένο από αναθηματική έκδοση για τη συνεχιζόμενη κατοχή, σύμφωνα με διευκρίνιση στις Υποσημειώσεις του βιβλίου, δηλώνει εξομολογητικά: «Όπλο μου και αντίστασή μου η ποίηση».

Υπονοώντας πως ο σπαραγμός του ’74, που σμίγει με τον ασίγαστο καημό του ’22, πυροδοτεί τη μαχόμενη μνήμη και την ποιητική καταγραφή της στις επάλξεις του νόστου για τα κατεχόμενα εδάφη μας από τον ίδιο κατακτητή.

Κατηγοριοποιώντας συνοπτικά τους θεματικούς πυρήνες των διηγημάτων, σε πρωτοπρόσωπη είτε τριτοπρόσωπη αφήγηση και που περιστρέφεται κυρίως γύρω από την αγάπη της πατρίδας και τους ανεπίστροφους δρόμους της προσφυγιάς, τις οικουμενικές αξίες του ανθρωπιστικού πολιτισμού, του πνεύματος και της τέχνης, καθώς και τα νοσταλγικά βιώματα των μορφωτικών ψυχαγωγικών ταξιδιών, συνοψίζουμε τα εξής ενδεικτικά:

Ο Μικρασιάτης θείος τού ξεριζωμού και των αλλεπάλληλων ξενιτεμών, κουβαλώντας στην Κύπρο της μετεγκατάστασής του τη βαλίτσα με το Ημερολόγιο του δασκάλου πατέρα του, όπου καταγράφονται τα έργα και οι ημέρες του, ξαναζεί τον Ιούλιο του 1974 τον τρόμο της εισβολής και του αφανισμού. Ο πρόσφυγας Μορφίτης Μακεδονομάχος, καταφεύγοντας στην Τσακίστρα, καταφέρνει να διασώσει την τιμημένη στολή του, που εκτίθεται σήμερα στο Βυζαντινό Μουσείο.

Ένας άλλος Μικρασιάτης, εκ μητρός θείος της διηγηματογράφου μας, φυσιολάτρης, ζωόφιλος και βιβλιόφιλος, δεν εμπλούτιζε μόνο τις βιβλιοθήκες των συγγενών του, αλλά από το πάθος του προς τον Ντοστογιέφσκι βάφτιζε και τα σκυλιά του με το όνομα του κορυφαίου Ρώσου μυθιστοριογράφου, φτάνοντας μέχρι «τον Φεντόρ τον ένατο». Συνειρμική στο διήγημα η αναφορά στον αείμνηστο ποιητή Παύλο Μεράνο, που έφυγε πρόσφυγας από την Αμμόχωστο.

Είναι και μια άλλη γυναίκα πρόσφυγας από τη Μικρασία στην Αλεξάνδρεια και μετέπειτα στην Κύπρο, που ζωντανεύει από δυο παλιά βιβλία εικόνες της πολυπολιτισμικής Κωνσταντινούπολης και της αγγλοκρατούμενης Αλεξάνδρειας του προπερασμένου αιώνα. Είναι όμως και η γυναίκα που ξεριζώνεται βίαια από το υπό κατεδάφιση και απαλλοτρίωση σπίτι μιας ολάκερης ζωής και που αντιτάσσει στα ερείπια του χαλασμού τη «ζώσα ύπαρξη» της μνήμης.

Η ζωηρή αναδιήγηση πληθωρικών ταξιδιωτικών εμπειριών, η αφοσίωση της διευθύντριας-εκπαιδευτικού στους μαθητές της και τα αυτοαναφορικά βιώματα από το έργο του αξέχαστου γλύπτη-αγιογράφου Θεόδουλου διαπνέουν την πλοκή άλλων διηγημάτων. Το τελευταίο της συλλογής απηχεί το μανιφέστο της διηγηματικής ποιητικής τής Μόνας Σαββίδου Θεοδούλου.