Η πρόσληψη του χρόνου από τη φαντασιακή μορφοπλασία της μυθοποίησής του μέχρι τη φιλοσοφική εκμύθευση και την επιστημονική του θεώρηση και από τις συμβατικές μετρήσεις της ημερολογιακής του ροής έως την ποιητική ή θυμοσοφική του νοηματοδότηση χαρτογραφεί τις πολύτροπες εκδοχές της νοερής του θέασης ως αποκρυπτογράφηση της μεταφυσικής είτε της φυσικής χωροχρονικής του διάστασης.

Επειδή, κατ’ αρχήν, «και ο μύθος κρύπτει νουν αληθείας», αποκωδικοποιούμε στην αρχαιοελληνική μυθολογία τους αλληγορικούς συμβολισμούς της προσωποποίησής του, που υποδηλούν την πολύμορφη παντοδυναμία και την αέναη κίνηση του καλπασμού του. Η αρχετυπική σύλληψη μιας άυλης υπόστασης και της αφηρημένης της έννοιας όχι μόνο παριστάνεται με φιδίσιο σώμα τρίκεφαλο, ανθρώπου, ταύρου και λιονταριού, μαζί με τη φιδόσχημη, επίσης, συνοδό του Ανάγκη, που περιελίσσονταν στο κοσμικό αυγό της ταξινόμησης του σύμπαντος, αλλά ο Χρόνος ήταν ένα από τα τέσσερα άλογα στο άρμα του Ήλιου για το ημερήσιο ταξίδι του στους ουρανούς.

Εμβληματική επίσης η απεικόνιση σε ελληνορωμαϊκά ψηφιδωτά ενός άντρα, που περιστρέφει τον ζωδιακό τροχό της λατινικής αρίθμησης και του οποίου η ονομασία «Αιών» παραπέμπει στη θεοποίηση του Χρόνου. Εκλαμβάνεται, έτσι, ως το αντίτυπο της αιωνιότητας ή ένα είδος-είδωλο κινητής εικόνας-απεικάσματος της αιώνιας ύπαρξης, κατά τον «Τίμαιο», μια άλλη αποτύπωση στον πυρήνα της Πλατωνικής φιλοσοφίας, που διακρίνει το μεταβλητό γίγνεσθαι των όντων από τα αρχέτυπα των ιδεών τους(«αΐδιος ουσία»).

Στον «Κρατύλο»(402b), εξάλλου, την αείρροη κίνησή του ο Πλάτωνας τη συσχετίζει με το παράδειγμα του Ηρακλείτειου άπαξ εμβατού ποταμού, ερμηνεύοντας τα ονόματα των προγονικών θεών Ρέας και Κρόνου: «Άραγε νομίζεις ότι κατά τύχη έδωσε στον ένα και στον άλλο ονόματα ρευμάτων;». Για τούτο και ο χρόνος νοείται με τα ανθρώπινα μέτρα ως διαδικασία μιας μετρήσιμης εμπειρικής πραγματικότητας, επιμερισμένης ημερομηνιακά και χρονολογικά στην αδιάσπαστή του συνέχεια.

Ωστόσο, παρά τις ποικιλώνυμες μυθολογικές εξεικονίσεις και τις επινοητικές του ερμηνείες, ο χρόνος θέτει το υπαρξιακό ερώτημα σε ένα συμπαντικό δυσεξήγητο μυστήριο περί της παράδοξης νομοτελειακής του φύσης, ήτοι της αμφίρροπης κίνησης από το μέλλον στο παρελθόν και αντίστροφα, είτε αν πρόκειται για ψευδαισθησιακή πλάνη μέσα στην ανυπαρξία και την ακινησία της αιωνιότητάς του. Κάπως έτσι υπαινίσσεται η διαλεκτική σκέψη του Ιερού Αυγουστίνου: «Τι είναι, λοιπόν, ο χρόνος; Αν δεν με ρωτά κανείς, γνωρίζω. Αν, όμως, θέλω να το εξηγήσω σε κάποιον που με ρωτά, δεν γνωρίζω.

Αλλά σε κάθε περίπτωση τολμώ να πω πως τούτο γνωρίζω. Αν τίποτε δεν τελείωνε, δεν θα υπήρχε παρελθόν. Αν τίποτε δεν πλησίαζε, δεν θα υπήρχε μέλλον. Αν τίποτε δεν υπήρχε, δεν θα υπήρχε και παρόν. Όμως, πώς είναι δυνατόν να υπάρχει το παρελθόν και το μέλλον, αφού τo παρελθόν πέρασε και το μέλλον δεν έχει έρθει ακόμη; Από την άλλη, αν το παρόν ήταν πάντα παρόν και δεν κυλούσε, το παρελθόν δεν θα ήταν χρόνος αλλά αιωνιότητα.

Αν όμως ήταν το παρόν μόνο χρόνος, διότι κυλά στο παρελθόν, πώς μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει; Υπάρχει, μόνον γιατί κάποια στιγμή θα πάψει να υπάρχει. To μόνο, λοιπόν, που μπορούμε να βεβαιώσουμε είναι ότι ο χρόνος οδηγεί στη μη-ύπαρξη» («Εξομολογήσεις», ΧΙ, 14).

Τα αινίγματα που εμπεριέχει η έννοια της ύπαρξης του χρόνου ανιχνεύονται σε πολλά χωρία των «Φυσικών» του Αριστοτέλη, όθεν συνάγεται η συμπερασματική αμφισημία: παρ' όλο που επιχειρηματολογεί ότι ο χρόνος δεν είναι μεταβολή, τονίζει επίσης ότι δεν υπάρχει χωρίς κίνηση και μεταβολή (218b21-219a2), άρα «πρέπει να είναι μια όψη της κίνησης».

Από την Πλατωνική και Αριστοτέλεια αντίληψη διαφοροποιείται ο Στωικισμός, εφόσον «δεν υπάρχουν πράγματα έξω από τον χρόνο» και σύμφωνα με τον ορισμό του Χρύσιππου, ο χρόνος στο σύνολό του είναι άπειρος και απείρως διαιρετός μέσα στην άπειρη ακολουθία των κοσμικών κύκλων. Εντούτοις, αφού είναι ασώματος, υποστήριζαν οι Στωικοί, δεν είναι κάτι υπαρκτό, αν και πίστευαν ότι παίζει κάποιο ρόλο στην ερμηνεία της πραγματικότητας.

Όσον αφορά στο άπειρο, το «αθάνατον, ανώλεθρον και θείον», αλλά και στη δικαιοσύνη του χρόνου, χαρακτηριστικό το μοναδικό απόσπασμα από το έργο «Εις τα Φυσικά» του Ίωνος φιλοσόφου Αναξίμανδρου, όπως το διέσωσε ο νεοπλατωνιστής δοξογράφος του 6ου μ.Χ. αιώνος Σιμπλίκιος: «…ούτε το νερό ούτε κάποιο άλλο στοιχείο είναι η αρχή των όντων, αλλά το άπειρο από το οποίο προήλθαν όλοι οι ουρανοί και οι κόσμοι. Από εκεί που γεννιούνται όλα τα όντα, εκεί επιστρέφουν μοιραία, όταν ολοκληρωθεί η φθορά τους. Έτσι τιμωρούνται και επανορθώνουν αμοιβαία την αδικία τους, κατά την τάξη του χρόνου...».

Σύμφωνα με την επικρατέστερη ερμηνεία των φιλολόγων Kirk, Raven, Schofield, το ομολογουμένως γριφώδες αυτό απόσπασμα, που περιγράφει ένα μηχανιστικό ντετερμινιστικό μοντέλο δημιουργίας της φύσης, από το άπειρο εκπορεύονται τα αντίθετα (ψυχρό-θερμό, σκληρό-μαλακό), όπου η υπεροχή του ενός έναντι του άλλου συνιστά μια μορφή αδικίας.

Η επανόρθωσή της σε ένα συμμετρικό χρονικό διάστημα αποκαθίσταται με την ισότητα έναντι του αδικουμένου αντιθέτου. Μεταξύ των πολυάριθμων ερμηνευτικών σχολίων, που προκάλεσε κατά εποχές το Αναξιμάνδρειο απόσπασμα, επισημαίνουμε την άποψη του Γερμανού φιλοσόφου Γαίγκερ, ο οποίος παρομοιάζει τον ανταγωνισμό των φυσικών δυνάμεων με τον κοινωνικό ανταγωνισμό· ενώ η ανάγνωση του νομπελίστα φιλοσόφου Ράσελ επιβεβαιώνει τη σημασία της δικαιοσύνης στην αρχαιοελληνική κοινωνία. Προσφυώς, αποφαίνεται ο Σοφοκλής στον Οιδίποδα Τύραννο: «Χρόνος αγαθόν άνδρα δείκνυσι μόνος». Της αχρείαστης μετάφρασης προηγείται ο συνειρμός στα καθ’ ημάς σημερινά τεκταινόμενα…