Διαβαίνουμε σήμερα το κατώφλι και η είσοδος ημερολογιακά ρωμαϊκή, στεφανοστόλιστη στην οιονεί θριαμβική υποδοχή της καινούργιας χρονιάς. Μα πώς να κλείσει επτασφράγιστη, αφήνοντας πίσω της ανοικτό το κουτί της Πανδώρας χωρίς λήθη και χωρίς ελπίδα; Στα κράσπεδα της μνήμης και στης λύπης τα σταυροδρόμια τα τόσα απρόσμενα δεινά, που επισώρευσε απ’ άκρη σ’ άκρη της γης ο προηγούμενος χρόνος.
Αποκορύφωμα τα πιο πρόσφατα στην αρχή του τέλους του, όπου το τρομοκρατικό κτύπημα, παραμονές Χριστουγέννων, στην καρδιά του Βερολίνου διαδέχθηκε η αεροπορική τραγωδία στη Μαύρη Θάλασσα, μαυρίζοντας τις ψυχές συγγενών και φίλων για τη δυσβάστακτη απώλεια των προσφιλών τους. Παρακολουθούμε ακόμη να περισυλλέγονται μαζί με τα συντρίμμια του στρατιωτικού μοιραίου Τουπόλεφ οι σοροί των αδικοχαμένων τού εναγώνιου καταποντισμού δίπλα σε σωρούς λουλουδιών στη νωπή τους θύμηση· κι αφουγκραζόμαστε απαρηγόρητες θρηνωδίες και σιωπηλούς λυγμούς να σμίγουν με τον βουβό ατέλειωτο πόνο στη Λατάκεια του ανευόδωτου προορισμού τους.
Εκεί στη μαρτυρική Συρία με το Χαλέπι της βιβλικής καταστροφής και της Δαντικής κόλασης. Ανάμεσα στα αιμοβόρα πεδία του εμφύλιου σπαραγμού και στου πανωλέθριου χαλασμού τα καπνισμένα ερείπια με τις χιλιάδες των ξεκληρισμένων σε μακρινούς δρόμους προσφυγιάς είτε σε κοντινά αντίσκηνα ανεμοδαρμένων χιονόπληκτων καταυλισμών.
Ύστερα από τέτοιες αιμάσσουσες πληγές απροσμέτρητης οδύνης και μαζικούς θανάτους απύθμενης δυστυχίας, αλλά και με ασθμαίνουσες αμφιβολίες για το αύριο, με τι κουράγιο, αλήθεια, ν’ απευθύνουμε πηγαίες ή έστω στερεότυπες ευχές για «αίσιον και ευτυχές νέον έτος»; Σε δυσοίωνους καιρούς, που καγχάζουν μπροστά στου μέλλοντος τις μέρες, ακούγονται δυσερμήνευτα παράφωνες και παρωχημένα τα νοήματα που σηματοδοτούν: ποια μηνύματα αλλοτινών ηθών -«o tempora o mores»-, ποιες αξίες ανθρώπινης ζωής και ποια έθιμα παλαιότερων ειρηνικών εποχών, τουλάχιστον ολιγότερον επισφαλών απ’ ό,τι μέσα στην παγκοσμιοποιημένη σημερινή μας ανασφάλεια!
Εντούτοις, η «αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά» δεν επιτρέπει αλγεινές ιερεμιάδες, ξορκίζοντας δυσάρεστες προφητείες από μάντεις κακών. Γιατί, «Πρωτομηνιά, Πρωτoχρονιά/τζιαι πάλ’ αρχή του Λόγου», ψάλλουν τα παραδοσιακά μας πρωτοχρονιάτικα κάλαντα, που πλέκουν το εγκώμιο του εορτάζοντος Αγίου Βασιλείου: «Που τον αφέντην τον Θεόν/ήτανε φωτισμένος/τζιαι στων γραμμάτων την σπουδήν/σοφί…σοφίαν πλουμισμένος/Γέννημαν της Καισσάρειας/βλαστός Καππαδοκίας/τζιαι ποιητής θεόπνευστος/της θει…της θείας λειτουργίας».
Έναν τέτοιο «Σηματωρό και Κήρυκα», κατά τον Ελύτη, ζητεί η ψυχή μας σήμερα, επικαλούμενοι τα πνευματικά δώρα της ευλογίας του για τη νέα διαδρομή, που αρχίσαμε να διανύουμε. Όπως του άλλου αγίου των φτωχών και σηματωρού των Γραμμάτων μας, του κυρ-Αλέξανδρου «Τα πτερόεντα δώρα», όπως τα αποτυπώνει στο ομότιτλο πρωτοχρονιάτικό του διήγημα:
«Ξένος του κόσμου και της σαρκός κατήλθε την παραμονήν από τα ύψη συστείλας τας πτερύγας, όπως τας κρύπτει θείος άγγελος. Έφερε δώρα από τα άνω βασίλεια, διά να φιλεύση τους κατοίκους της πρωτευούσης. Ήτον ο καλός άγγελος της πόλεως. Εκράτει εις την χείρα του εν άστρον και επί του στέρνου του έπαλλε ζωή και δύναμις και από το στόμα του εξήρχετο πνοή θείας γαλήνης. Τα τρία ταύτα δώρα ήθελε να μεταδώση εις όλους όσοι προθύμως τα δέχονται.
»Εισήλθεν εν πρώτοις εις εν αρχοντικόν μέγαρον. Είδεν εκεί το ψεύδος και την σεμνοτυφίαν, την ανίαν και το ανωφελές της ζωής, ζωγραφισμένα εις τα πρόσωπα του ανδρός και της γυναικός και ήκουε τα δύο τέκνα να ψελλίζωσι λέξεις εις άγνωστον γλώσσαν. Ο Άγγελος επήρε τα τρία ουράνια δώρα του και έφυγε τρέχων εκείθεν. Επήγεν εις την καλύβαν πτωχού ανθρώπου. Ο ανήρ έλειπεν όλην την ημέραν εις την ταβέρναν. Η γυνή επροσεπάθει ν’ αποκοιμήση με ολίγον ξηρόν άρτον τα πέντε τέκνα, βλασφημούσα άμα την ώραν που είχεν υπανδρευθή.
Τα μεσάνυχτα επέστρεψεν ο σύζυγός της, αυτή τον ύβρισε νευρική, με φωνήν οξείαν, εκείνος την έδειρε με την ράβδον την οζώδη και μετ’ ολίγον οι δύο επλάγιασαν, χωρίς να κάμουν την προσευχήν των και ήρχισαν να ροχαλίζουν με βαρείς τόνους. Ανέβη εις μέγα κτήριον, πλουσίως φωτισμένον. Ήσαν εκεί πολλά δωμάτια με τραπέζας, κι επάνω των έκυπτον άνθρωποι, μετρούντες αδιακόπως χρήματα, παίζοντες με χαρτία. Ωχροί και δυστυχείς, όλη η ψυχή των ήτο συγκεντρωμένη εις την ασχολίαν ταύτην.
Ο Άγγελος εκάλυψε το πρόσωπον με τας πτέρυγάς του, διά να μη βλέπη, κι έφυγε δρομαίος. Εις τον δρόμον συνήντησε πολλούς ανθρώπους, άλλους εξερχομένους από τα καπηλεία, οινοβαρείς και άλλους κατερχομένους από τα χαρτοπαίγνια, μεθύοντας χειροτέραν μέθην. Τινάς είδεν ν’ ασχημονούν και τινάς ήκουε να βλασφημούν τον Αϊ-Βασίλην ως πταίστην. Ο Άγγελος εκάλυψε με τας πτέρυγας τα ώτα, διά να μην ακούη, και αντιπαρήλθεν.
»Υπέφωσκεν ήδη η πρωία της πρωτοχρονιάς και ο Άγγελος, διά να παρηγορηθή, εισήλθεν εις την εκκλησίαν. Αμέσως πλησίον εις τας θύρας είδεν ανθρώπους να μετρούν νομίσματα, μόνον που δεν είχον παιγνιόχαρτα εις τας χείρας και εις το βάθος αντίκρυσεν ένα άνθρωπον χρυσοστόλιστον και μιτροφορούντα ως Μήδον σατράπην της εποχής του Δαρείου, ποιούντα διαφόρους ακκισμούς και επιτηδευμένας κινήσεις.
Δεξιά και αριστερά, άλλοι μερικοί έψαλλον με πεπλασμένας φωνάς: Τον Δεσπότην και Αρχιερέα! Ο Άγγελος δεν εύρε παρηγορίαν. Επήρε τα πτερόεντα δώρα του-το άστρον το προωρισμένον να λάμπη εις τας συνειδήσεις, την αύραν, την ικανήν να δροσίζη τας ψυχάς, και την ζωήν, την πλασμένην διά να πάλλη εις τας καρδίας, ετάνυσε τας πτέρυγας και επανήλθεν εις τας ουρανίας αψίδας».
Πρωτοχρονιάς σηματωροί οι Παπαδιαμαντικές αγγελικές αλήθειες. Ως άλλες πύρινες του Μεγάλου Βασιλείου στηλιτεύσεις παιδαγωγίας ένεκεν!




