Αν η 18η Δεκεμβρίου έχει καθιερωθεί ως ημέρα μεταναστών στο παγκόσμιο ημερολόγιο, δεν είναι απλώς για να υπομνήσει ένα μείζον ζήτημα οικουμενικών διαστάσεων, που μέσα από κατακλυσμιαίες τηλεοπτικές εικόνες τραγικών δρώμενων ζούμε στην κορύφωση της καθημερινής επικαιρότητας. Πέραν από κάθε ιδιαίτερη μνεία ληξιπρόθεσμης αναφοράς επισημαίνει τη χρεία δραστικής αντιμετώπισης της μεταναστευτικής χιονοστιβάδας· όχι με επιφανειακή ή αποσπασματική άμβλυνση των αιτιατών επιπτώσεων στη βραχυμεσοπρόθεσμή τους οριοθέτηση, αλλά υπό το πρίσμα μιας ολιστικής αιτιογενούς θεώρησης.

Μακρόπνοες, τουτέστιν, εξορθολογισμένες πολιτικές σε διακρατικό και διηπειρωτικό επίπεδο, που να στοχεύουν στην αναζήτηση των λιγότερο επώδυνων και ευρύτερα αποδεκτών λύσεων στα συνεχώς διογκούμενα ρεύματα μετακίνησης ολόκληρων πληθυσμών. Ανθρώπων που λόγω βίαιων περιφερειακών αναταράξεων και πολέμων υπό τη σκιά τρομοκρατικής εθνοκάθαρσης, οικολογικών καταστροφών, παρατεινόμενης φτώχιας και λιμώττουσας ανεργίας αναγκάζονται να εγκαταλείψουν σπίτι και πατρίδα, για να πάρουν τον δρόμο της προσφυγιάς. Με κίνδυνο να ναυαγήσουν μεσοπέλαγα ή να χαθούν πλάνητες και πλανώμενοι στα τρίστρατα ενός αφιλόξενου κόσμου.

Προέχει, επομένως, της εξυγίανσης η διάγνωση της παθογενούς πανδημίας για εφαρμογή αποτελεσματικών μέτρων, αλλά όχι αντιανθρωπιστικών, αδίκως ετεροβαρών και μη αλληλέγγυων ευρωπαϊκών συμφωνιών. Επειδή ακριβώς πρέπει να παύσουν να θυματοποιούνται τόσο οι όποιας ονοματολογίας μετανάστες ενόψει της οικονομικής παγκοσμιοποίησης είτε μιας κακώς νοούμενης διεθνοποίησης ανοικτών εθνογεωγραφικών θυρών όσο και κατάφωρα να πλήττονται χώρες υποδοχής με προσβάσιμες θαλάσσιες διόδους, όπως τα μεσογειακά κράτη του ευρωπαϊκού Νότου. Ειδικότερα, αν τα αδιέξοδα της επιβίωσής τους επιδεινώνει η δίνη της μετανάστευσης με την επέλαση ακατάσχετων προσφυγικών ροών.

Προφανώς, αναλογιζόμαστε την Ελλάδα της επιτεινόμενης μνημονιακής κρίσης συν την ενδεχόμενη ενεργοποίηση της Συνθήκης τού Δουβλίνου ΙΙΙ για αποπομπή και μετεγκατάσταση στο έδαφός της χιλιάδων αιτούντων άσυλο και δικαιούχων διεθνούς προστασίας. Την ώρα που ισχυρά κράτη της Ε.Ε., με αιχμή του δόρατος τη Γερμανία, για δικούς τους κυρίως τακτικισμούς, θα επιμείνουν στην αναστολή της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου τού 2011 για την τήρηση του Κανονισμού. Με την Τουρκία, μάλιστα, ένεκα των συνεχών επισφαλών της εντάσεων να συνιστά ανεπιθύμητο προορισμό επιστροφής, ο «εύκολος στόχος» σημαδεύεται και πάλι.

Τι θα συμβεί, εξάλλου, αν ο Ερντογάν πραγματοποιήσει τις εκδικητικές απειλές του, ανοίγοντας τα διάσπαρτα στρατόπεδα των προσφυγικών καταυλισμών, σε απάντηση στην πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για μη άνοιγμα νέων κεφαλαίων στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας; Πώς τα ελληνικά νησιά θα υψώσουν «εξευρωπαϊσμένα» τείχη και φράγματα ή θα γίνουν «τα νησιά της απόγνωσης» Ναούρου και Μάνους στην Παπούα-Νέα Γουϊνέα μπροστά στην ανθρώπινη δυστυχία κατατρεγμένων, θαλασσοδαρμένων και αθώων παιδιών, συνωθούμενων σε φουσκωτά παράνομης διακίνησης και απάνθρωπης ληστρικής εκμετάλλευσης;

Ιδού, λοιπόν, η νησιωτική και ηπειρωτική Ελλάδα των παλαιών τραυμάτων και των σημερινών ανεπούλωτων πληγών, που χωρίς την ανάλογη υποστήριξη ενσυναίσθητων εταίρων έρχεται να δέσει τις αιμάσσουσες πληγές των δύσμοιρων εκπατρισμένων από τη Συρία της βιβλικής καταστροφής και από άλλες μεσανατολικές περιοχές πολεμικών συρράξεων. Κι ας έχει, ειρήσθω, να παλέψει ενάντια στις νεοθωμανικές επιβουλές, υπερασπίζοντας με σθένος τα «ipso facto και ab initio» κυριαρχικά της δικαιώματα στο Αιγαίο, μαζί με τις νόμιμες προϋποθέσεις για επίτευξη λύσης στο Κυπριακό, που να διασφαλίζουν την επιβίωση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η Ελλάδα που από τις αρχές του περασμένου αιώνα, όπως και η Κύπρος, από τόπος εξαγωγής μεγάλου αριθμού μεταναστών ανά τα πέρατα της γης έγινε οιονεί δεξαμενή αλλεπάλληλων παλιρροϊκών κυμάτων, καλούμενη να ανταποκριθεί σε προσωρινές είτε μονιμότερες προκλήσεις μέσα στη χοάνη μιας ετερόκλητης πολυπολιτισμικής κοινωνίας. Πώς όμως και ποιες εύρωστες δυνάμεις μπορεί να ορθώσει στη λαίλαπα του σημερινού μεταναστευτισμού, που αν δεν είναι φαινόμενο πρωτόγνωρο, διαφέρει, ωστόσο, από τις παρελθοντικές έως τις νεότερές του μορφές ως προς τα μεγέθη και τις απροσμέτρητες παροντικές δυσχέρειες διαχείρισής του.

Καθότι, οι πρόσφυγες και οι λαθρομεταστάτες, ένα πολυεθνικό κράμα από κατοίκους των βαλκανικών και των πρώην σοβιετικών χωρών, Σύριους, Ιρακινούς, Αφρικανούς και Ασιάτες, δεν είναι οι μέτοικοι του κλεινού άστεως ούτε και η ίδια διάγει τον χρυσό αιώνα των ιστορικών της καταβολών. Τότε, όπου στην Αθήνα, ήδη από το 510 π.Χ., ένεκα του πλούτου και της πνευματικής της άνθησης συρρέουν Έλληνες και «ξένοι», κατά το πλείστον ομοεθνείς, για να σταδιοδρομήσουν ως έμποροι, τεχνίτες, αργυραμοιβοί, φιλόσοφοι και σοφιστές, επιστήμονες και επαγγελματίες διαφόρων ειδικοτήτων της εποχής, εξαιρουμένων των γεωργικών ασχολιών. Στο μεταίχμιο της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, ανάμεσα στους Αθηναίους πολίτες και τους αργυρώνυτους δούλους, οι μέτοικοι, που παρότι ελεύθεροι, εστερούντο πολιτικών δικαιωμάτων.

Υπογραμμίζεται, εντούτοις, ότι ο Σόλωνας, σύμφωνα με τον Πλούταρχο (Σόλων, 24, 4), είχε θεσπίσει ενωρίτερα νόμο πολιτογράφησης, προσβλέποντας στην πολιτικοκοινωνική ενσωμάτωση των «μετοικιζομένων», που τους διέκρινε βάσει κριτηρίων στους ισοβίως εξόριστους από την πατρίδα τους και σε όσους μετακόμιζαν «πανέστιοι» στην Αθήνα, για να ασκήσουν την τέχνη τους: «Κι αυτό το ’κανε, όπως λένε, -χωρίς έτσι ν’ αποδιώχνει τους άλλους- αφού θα ήταν βέβαιοι πως θα γίνονταν πολίτες, και επειδή τους θεωρούσε άξιους εμπιστοσύνης, αφού οι πρώτοι εξ ανάγκης είχαν κόψει κάθε δεσμό με την πατρίδα τους και οι δεύτεροι το είχαν πάρει απόφαση να την εγκαταλείψουν».

Οι τωρινές εικόνες, δυστυχώς, δεν αναδύονται από Σολώνειες νομοθεσίες μήτε από νοσταλγικές παλιννοστήσεις των Παπαδιαμαντικών ηρώων της «Μετανάστιδος» και του «Αμερικάνου». Θολό και αχαρτογράφητο το τοπίο από τις μαζικές μετατοπίσεις της μεταναστευτικής περιδίνησης.