Σ’ αυτές τις κρίσιμες και δραματικές ώρες που διέρχεται ο τόπος μας, ευγλώττως αυτοαναφορική απηχεί η Θουκυδίδεια ρήση: «…και ετέροις έτερα προς έργα τετραμμένοις τα πολιτικά μη ενδεώς γνώναι·[…] τον τε μηδέν τώνδε μετέχοντα ουκ απράγμονα, αλλ’ αχρείον νομίζομεν» [κι ενώ καθένας κοιτάζει τη δουλειά του, δεν κατέχουμε λιγότερο τα πολιτικά· γιατί όποιον δεν μετέχει καθόλου σ’ αυτά, δεν τον θεωρούμε φιλήσυχο αλλά άχρηστο].

Παρεμφερή τα χωρία στον Πλατωνικό Πρωταγόρα, όπου σε αντίθεση με τις τεχνικές γνώσεις των επί μέρους επαγγελμάτων, η πολιτική τέχνη, που σχετίζεται με τη διακυβέρνηση της πόλης, είναι έμφυτη στον καθένα ως θεόσταλτη δωρεά και άρα δεν χρήζει διδαχής. Έτσι, όποιον δεν είναι ικανός να μετέχει στην «δίκην και την αιδώ», που συνιστούν την πεμπτουσία τής πολιτικής τέχνης ή πολιτικής αρετής, να τον σκοτώνουν «ως νόσον πόλεως».

Εν άλλοις λόγοις, κατά τον Γκράμσι, «η αδιαφορία είναι αβουλία, παρασιτισμός, δειλία, δεν είναι ζωή. Η αδιαφορία είναι το νεκρό βάρος της ιστορίας. Είναι μοιρολατρία». Και όταν η Ιστορία του Κυπριακού Ελληνισμού και ολόκληρης της Κύπρου βρίσκεται στη δεινότερη καμπή της επιβίωσής της, πώς μπορεί ο λαός της να αδιαφορεί, να εφησυχάζει και να μοιρολατρεί μπροστά σε στημένα αδιέξοδα κινδυνολογίας και εκβιαστικών διλημμάτων;

Πρέπει να σπεύσει να προλάβει τη θανάτωση του εμβληματικού ήρωα στη «Δίκη» του Κάφκα, που, κατά τον Κούντερα, τρέχει, τρέχει, τρέχει, προκειμένου να μη δημιουργήσει πρόβλημα στις διαδικασίες και να μην καθυστερεί τη μοιραία ανάκριση. Παραπέμπει κάπου αυτό το τρεχαλητό της ασφυκτικής βίας;

Τα καθημερινά λοιπόν και τετριμμένα έως τα του βίου απρόοπτα και επώδυνα έχουν επισκιάσει άλλες οδυνηρότερες και περίφοβες ανησυχίες. Ποιος, αλήθεια, στο παρόν στάδιο σκέφτεται και παθιάζεται για τις επί θύραις δημοτικές εκλογές, εξόν από τους υποψήφιους δημάρχους, κοινοτάρχες και συνωθούμενους δημοτικούς συμβούλους;

Γιατί άλλοι λιγότερο και άλλοι περισσότερο γινόμαστε μέρος σημαντικότερων προβληματισμών και ατέρμονων επαναλαμβανόμενων συζητήσεων περί του τι μέλλει γενέσθαι με την περαιτέρω εντατικοποίηση των επικείμενων διαπραγματεύσεων ως προς την ποια και όχι την όποια λύση, είτε πιθανόν τη μη λύση του προβλήματός μας.

Από τα τηλεοπτικά παράθυρα των επαϊόντων και λαλίστατων πολιτικών διαξιφισμών, μέχρι τις έγκριτες έως δοκησίσοφες στήλες των εφημερίδων μεταδίδονται τα εναγώνια μηνύματα μιας απέραντης πολιτικολογίας σε ελεγειακούς τόνους κασσανδρολογίας ή μάλλον απευκταίας αυτοεκπληρούμενης προφητείας. Για να αναπαράγονται και να επαυξάνονται σε συνειρμούς τραυματικών εμπειριών, από αέρος αφελείς αλλά και εύλογες παρεμβάσεις, έντονους μονολόγους και ηχηρά συνθήματα ευσεβοποθισμών από τους καναπέδες των σπιτιών μέχρι τους χώρους εργασίας.

Ένας προφορικός οίστρος είτε γραπτός λόγος και αντίλογος, προσέτι, χωρίς ελιγμούς αφηγηματικής διπλωματίας και δίχως ρητορικά σχήματα κενολογίας, αφού «καθένας [πια] χωριστά δεν ονειρεύεται και ακούει τον βραχνά του άλλου», για να παραφράσουμε τον Σεφέρη. Γιατί στο αυριανό «πάρε-δώσε» με πόνο ψυχής συλλογιζόμαστε τη δύσμοιρη πατρογονική γη, τη ρημαγμένη από τον Αττίλα της εισβολής και κατοχής και τώρα της ευτελούς συναλλαγής: ώς πότε θα συντρίβεται σε σκοπέλους και συμπληγάδες, περνώντας κάτω από τα καυδιανά δίκρανα του κατακτητή;

Όσο κι αν σπεύδουν τα προεδρικά διαγγέλματα και μέσω των προτεταμένων μικροφώνων οι κυβερνητικές δηλώσεις να καθησυχάσουν τις έγνοιες, διασκεδάζοντας καχυποψίες και αρνητικές εντυπώσεις, τα ερωτηματικά παραμένουν επισφαλώς μετέωρα: σε ποιο βαθμό, άραγε, διακυβεύεται το μέλλον της πατρίδας, εν όψει αντιφάσεων και ψευδεπίγραφων προθέσεων, τόσων απειλών και τουρκικών εκβιασμών; Θα συνεχιστούν, μήπως, οι αυτοαναιρούμενες παλινωδίες για εδαφικά κριτήρια και ένα ή δύο χάρτες εκτός ή εντός συζήτησης των εγγυήσεων, της ασφάλειας και των ελαστικών χρονοδιαγραμμάτων αποχώρησης των τουρκικών στρατευμάτων;

Ποιον περιπετειώδη δρόμο αντοχής απομένει να διατρέξουμε από τα δύο Μον Πελεράν, το περιβόητο δείπνο και τις εδώ διαπραγματεύσεις, μέχρι τη Γενεύη και έως την πολυμερή, «τουρκιστί» πενταμερή διάσκεψη; Πλην της επαπειλούμενης πολιτογράφησης 26,5 χιλιάδων επί πλέον εποίκων και προσάρτησης των κατεχομένων στην Τουρκία, ποιαν άλλη ερντογάνια-δαμόκλεια σπάθη θα επικαλεστεί στην πορεία ο Πρόεδρος; Ο Δημοσθένης, ωστόσο, προειδοποιεί: «προς γαρ το τελευταίον εκβάν, έκαστον των πριν υπαρξάντων κρίνεται».

Ο απλός κόσμος, παρότι προσλαμβάνει με τον τρόπο που κατανοεί τα επί σκηνής σουρεαλιστικά δρώμενα μέσα από τέτοιες συγκεχυμένες αμφισημίες και τεταμένες διελκυστίνδες, δεν παύει να διερωτάται και να διαπορεί ασθμαίνοντας: ποιας συνταγής κράτος μαγειρεύεται, με ποιες δοσολογίες «εκτέλεσης» και πόσο βιώσιμα εδώδιμο θα είναι; Μερικοί ακόμη θα το έθεταν πιο ωμά, επιτείνοντας κυνικές μεταφορές και πικρές αλληγορίες: ποια δηλητηριώδη πτηνοκτόνα τροφή ετοιμάζουν οι γκρίζοι λύκοι, κατ’ εντολήν του αρχιμάγειρα σουλτάνου στα μαγειρεία του «λευκού παλατιού», για τα «πεινασμένα κοτόπουλα»;

Οι καιροί, ωστόσο, ου μενετοί δεδομένης της νεοθωμανικής βουλιμίας και των υποχθόνιων σχεδιασμών της Άγκυρας διά του απρόβλεπτου Ερντογάν. Αντί των άκαρπων κομματικών αντιπαραθέσεων, προέχει η συστράτευση στο πλαίσιο ενός εποικοδομητικού διαλόγου περί του τι δέον γενέσθαι. Η πυξίδα επιτάσσει τον προσανατολισμό στην κρατική υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας και το κεκτημένο της ευρωπαϊκής της οντότητας, προκειμένου να επιτευχθούν διακομματικές επιδιώξεις και συμπεφωνημένες αρχές αμετακίνητων στόχων.

Η πολιτική της τέχνης του εφικτού, όπως παλαιότερα τη διατύπωσε ο Βίσμαρκ, επαναπροσδιορίζεται, κατά προέκταση, ως τέχνη απαρέγκλιτης διεκδίκησης με έμφαση όχι στην ουτοπία του ανέφικτου, αλλά στην κατάκτηση των εφικτών δικαίων και δικαιωμάτων μας. Για μιαν ανεξάρτητη Κύπρο λειτουργικών πολιτειακών δομών, που να διασφαλίζουν την ειρηνική συνύπαρξη ανάμεσα στις τωρινές και τις επερχόμενες γενιές όλων των κατοίκων της.