Ας σταθούμε ακροθιγώς στα αυτονόητα: τα όσα δίκαια αιτήματα εκ μέρους της εύθραυστης ομάδας των αναπήρων συνανθρώπων μας και των οργανωμένων φορέων τους διαμηνύονται από εθελοντικούς θεσμούς ή φιλανθρωπικές οργανώσεις στις ανοικτές καρδιές του κόσμου για τον μαζικό οβολό τους· ενώ θα έπρεπε να βρίσκουν ευρύτερη και αποδοτικότερη απήχηση στις αρμόδιες υπηρεσίες ενός κράτους πρόνοιας με μηδενικούς δείκτες αναλγησίας, στο πλαίσιο της οικονομικής πραγματικότητας, του οποίου πολλά και επείγοντα της άμεσης αυτής προτεραιότητας υπολείπονται να υλοποιηθούν.
Η αναγκαιότητα μιας εκσυγχρονισμένης προνοιακής πολιτικής παραπέμπει στις ιστορικές απαρχές της. Συγκεκριμένα, στα πρώτα σπέρματα κοινωνικού κράτους της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, όπου οι «αδύνατοι» [ανίκανοι για εργασία] πολίτες δεν αφήνονται στην τύχη τους ή στο έλεος της αγαθοεργούς ιδιωτικής πρωτοβουλίας.
Ενδεικτικά τα συμφραζόμενα στον «Υπέρ Αδυνάτου» λόγο του Λυσία, καθώς και στη νομοθεσία του Σόλωνος, που όριζε ότι η πολιτεία οφείλει να επιδοτεί τους αναπήρους πολέμου.
Ο έμπρακτος σεβασμός στην ισοτιμία της διαφορετικότητας αποτελεί προστιθέμενη αξία στο αγαθό της ιερότητας της ζωής, που ρυθμίζει όχι την απρόσωπη παραγωγή της κατανάλωσης ή την απομείωση του ανθρωπίνου προσώπου, αλλά την αναγωγή του στην πνευματική πεμπτουσία της ιδιοπροσωπίας του. Ύψιστο καθήκον μιας ευνομούμενης πολιτείας η συνεχής αναβάθμιση της ποιοτικής διαβίωσης και της αρμονικής συνύπαρξης με άλλα άτομα των ατόμων με ειδικές ανάγκες είτε με διακριτές ικανότητες, αν ο δεύτερος προσδιορισμός δεν χρησιμοποιείται κατ’ επίφασιν υποκριτικής αποδοχής.
Οι αδιαμφισβήτητες χαρισματικές τους ιδιαιτερότητες, εντούτοις, για ν’ αναδειχθούν προς όφελος του προσωπικού και κοινού καλού, πλην της κρατικής οικονομικής στήριξης, της περιστασιακής φιλανθρωπίας και της ηθικής ενίσχυσης από τον οικογενειακό και κοινωνικό περίγυρο, χρειάζονται κάτι απείρως μεγαλύτερο και σημαντικότερο: την αυτενέργεια του δρώντος υποκειμένου και τη διεκδικητική του έξοδο από τον πεσιμιστικό κλοιό του αυτοεγκλωβισμού, συντρίβοντας ταυτόχρονα την περιχαράκωση από ρατσιστικά στερεότυπα αναχρονιστικών αποκλεισμών.
Όλα εκείνα τα κίνητρα της αυτοσυνειδησίας και τα εναύσματα της αυτοπεποίθησης, που δύνανται να πυροδοτήσουν την ανατρεπτική δύναμη της αυθυπέρβασης. Έτσι ώστε, η οποιαδήποτε εκ γενετής ή επίκτητη ανεπάρκεια της λεγόμενης αρτιμέλειας και με τις συμβατικές νόρμες της εξωτερικής κανονικότητας το όποιας μορφής ή βαθμίδας έλλειμμα σωματικής ακεραιότητας να επισκιάζεται από το περίσσευμα της καρδιάς και το πλεόνασμα της ψυχής. Αποφθεγματικά αδιάψευστη η Επικούρεια σκέψη: «Ου γαρ προσδεόμεθα του δοκείν υγιαίνειν αλλά του κατ’ αλήθειαν υγιαίνειν».
Προέχει λοιπόν η ακατάβλητη θέληση και η ηρωική κατάφαση της ζωής σε αγώνες δρόμου μετ’ εμποδίων στον στίβο του ευ αγωνίζεσθαι. Αυτού που επεκτείνει επιτατικά το «νους υγιής εν σώματι υγιεί και εν πνεύματι μαχητικώ», όπως μεταφέρεται από το συμβολικό στο ακριβολογικό εκάστοτε στάδιο των Παραολυμπιακών Αγώνων.
Ποιος άνεμος μπορεί να σβήσει την πύρινη φλόγα, που φωτίζει τη νίκη των μοναδικών αυτών αθλητών; Τα μικρά, τα ασήμαντα και τα ευτελή αφανίζονται μπροστά στη μεγάλη εικόνα της εμβληματικής αποκαθήλωσης με τα εύγλωττα παραδείγματα της ηθοπλαστικής της παιδαγωγίας. Με ελλιπή ή τεχνητά μέλη, αμαξίδια και μηχανισμούς υψηλής τεχνολογίας δίνουν μαθήματα χαλκέντερης αντοχής και ψυχικής ευρωστίας. Από την τροχοκαλαθοσφαίριση και τη ζωγραφική με το στόμα ή το πόδι μέχρι τη μουσική σύνθεση και την επιστημονική ανακάλυψη μέσω της λειτουργίας του ηλεκτρονικού υπολογιστή με οπτικές ίνες.
Ως εκ τούτου, η χτεσινή Παγκόσμια Ημέρα Ατόμων με Αναπηρία, που καθιερώθηκε το 1992 από τον ΟΗΕ, δεν συνιστά απλώς αφορμή υπόμνησης για το ένα δισεκατομμύριο ανθρώπων στον πλανήτη, κατά συντριπτική πλειοψηφία στις αναπτυσσόμενες χώρες, με κάποιο είδος αναπηρίας. Η επετειακή ημερομηνία εστιάζει, πρωτίστως, την έγνοια, πέραν των αναφαίρετων δικαιωμάτων τους, στις δυνατότητες των ποικιλώνυμων ενδιαφερόντων τους.
Προπάντων στην ανυποχώρητη σθεναρή τους πίστη για την κατάκτηση των οραματικών στόχων και των ευγενών ιδεωδών τους, που επιτάσσει συνάμα το δικό μας ανθρωπιστικό χρέος με όρους ενσυναίσθητης συναλληλίας, ανιδιοτελούς προσφοράς και χριστιανικής αγάπης, όπως αποτυπώνεται στον υπέρτατο ύμνο του Αποστόλου των Εθνών: «Η αγάπη χρηστεύεται» [ευεργετεί και αγαθοποιεί].
Γιατί αλλιώς θα «βλέπομεν δι’ εσόπτρου εν αινίγματι» και όχι «πρόσωπον προς πρόσωπον» και θ’ ακούμε με απάθεια αδιαφορίας, χωρίς ν’ αφουγκραζόμαστε το αλγεινό παράπονο του Παράλυτου της ευαγγελικής περικοπής: «άνθρωπον ουκ έχω». Η φωνή του από τα ερείπια των πέντε στοών της Προβατικής Κολυμβήθρας εξακολουθεί να δοκιμάζει τη συνείδηση και το μέτρο της ανθρωπιάς μας. Επειδή, κατά τον Ελύτη, «Βλέπεις […] είναι οι Άλλοι/και δε γίνεται Αυτοί χωρίς Εσένα».
Στη θέση Αυτών των Άλλων είναι που μπορεί να βρεθούμε από τη μια στιγμή στην άλλη μέσα από απρόοπτες ασθένειες, απρόβλεπτα ατυχήματα και τα παρεπόμενα του γήρατος, για τούτο και τα προβλήματά τους ας γίνουν δικά μας. Κι όπως μας υπενθυμίζει ο Τ.S. Eliot, όταν «ανάμεσα σε δύο κόσμους που ο ένας ίδιος γίνεται με τον άλλο», ποια, στ’ αλήθεια, η διαφορά; Η ανά τους αιώνες ειδοποιός διαφορά, προφανώς, έγκειται στο γεγονός ότι πολλών αναπήρων τα δημιουργικά επιτεύγματα στις τέχνες, τα γράμματα και τις επιστήμες δεν μπορούν ποτέ να τα φτάσουν οι μη ανάπηροι.
Από τον τυφλό Όμηρο της Οδύσσειας και της Ιλιάδας έως τον κωφό Μπετόβεν της 9ης συμφωνίας και από τον τετραπληγικό Στέφεν Χόκινγκ των μαύρων οπών του διαστήματος μέχρι την τυφλή και κωφή συγγραφέα Έλεν Κέλλερ της ηλιοφώτιστης ελπίδας: «Κράτησε το πρόσωπο κάτω από τις ηλιαχτίδες και δεν θα δεις ποτέ σκιά».




