Όσο κι αν ξέραμε πως θα παραμέναμε στο ίδιο έργο θεατές όχι απλώς από προφητική διαίσθηση είτε απαισιόδοξη διάθεση προκατάληψης, αλλά με τις βάσιμες υποψίες για το μη ευτυχές τέλος της υπόθεσης να επισκιάζει έστω και την ελάχιστη προσδοκία μεταστροφής των προειλημμένων δοτών αποφάσεων της τουρκοκυπριακής αντιπροσωπίας, δυστυχώς δεν μπορέσαμε ν’ αποφύγουμε το απογοητευτικό σύνδρομο του τέλματος. Κι όσο κι αν στήσαμε σε λιγότερο ή περισσότερο τεντωμένο σχοινί τις αντοχές μας από το πρώτο στο δεύτερο Μον Πελεράν, παρακολουθώντας τα επεισοδιακά δρώμενα να εξελίσσονται σε σκηνές θρίλερ, το παρατηρητήριο-Mirador έκλεισε και αυτό το «παράθυρο ευκαιρίας».

Μετά τις φρούδες ελπίδες στο «υποσχόμενο» ελβετικό θέρετρο, αν θεάθηκαν πολλοί κατηφείς έως περίλυποι με το αίσθημα της ματαίωσης και της διάψευσης, ενώ άλλοι παρουσιάστηκαν με κάποια αίσθηση ανακούφισης από μιαν επισφαλή ενδεχομένως συμφωνία, σε όλους εμφανώς πολλαπλασιάστηκε η αγωνία του μέλλοντος.

Ωστόσο, αν την αποτυχία στην έκβαση των πιο αποφασιστικών, όπως πιστέψαμε, διαπραγματεύσεων δεν τολμούμε να την ονομάσουμε ναυάγιο παρά προσωρινό πάγωμα από την πτώση των εξ Ανατολίας νιφετών στο αλπικό βουνό, τότε ας αγωνιστούμε να συμβεί όχι το πόρρω ευκταίο, αλλά το πλησίστιο εφικτό στο μέχρι τούδε ανέφικτο: στο βάθος της σήραγγας να οδηγηθεί με στιβαρό πηδάλιο και απαρέκκλιτο στόχο το τρένο, για να μην εκτροχιαστεί στο σκοτάδι, συνεχίζοντας την πορεία μέχρι την αίσια άφιξή του με το φως μιας άλλης μέρας. Γιατί ορρωδούμε και τρομάζουμε, αναπαράγοντας τις τραγικές εικόνες των Σεφερικών στίχων από τον «Τελευταίο σταθμό»: «το κρατίδιο/της Κομμαγηνής που ’σβησε σαν το μικρό λυχνάρι» και «Όμως ο τόπος που τον πελεκούν και που τον καίνε σαν το πεύκο, και τον βλέπεις/είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια, νύχτες και νύχτες/είτε στο πυρωμένο πλοίο που θα βουλιάξει καθώς το δείχνουν οι στατιστικές».

Αμείλικτο, βεβαίως, αιωρείται το εναγώνιο ερώτημα των εύλογων επιφυλάξεων, προλαβαίνοντας ρητορικές κοινότοπων προτροπών και ποιητικές αλληγορίες, ευσεβείς πόθους και έπεα πτερόεντα: τι μέλλει γενέσθαι στο ζοφερό περιβάλλον αμφίβολων προοπτικών και επίφοβων επιπτώσεων; Όταν μπροστά στη βιώσιμη και λειτουργική και όχι την όποια λύση του Κυπριακού προβάλλεται αδιαπέραστο τείχος η συνεχής αδιαλλαξία της Τουρκίας και ο εκβιαστικός κυνισμός του «Ερντογανισμού», που παρά τις άκρως οριακές πλέον υποχωρήσεις των συμβιβασμών της πλευράς μας σπεύδει να της επιρρίψει ευθύνες μαξιμαλιστικών δήθεν απαιτήσεων διά στόματος του κατοχικού ηγέτη και πειθήνιού του φερέφωνου. Όταν μάλιστα εκ των έσω εξακολουθούν να ακούγονται φωνές τύπου «Ουαί τοις ηττημένοις», αφού σκοπίμως λησμονείται αντί να καταγγέλλεται το πρόβλημά μας ως διεθνές έγκλημα εισβολής και κατοχής.

Αβίαστος ο συνειρμός της αναδρομής, που παραπέμπει στο βάθος της Ιστορίας με εκείνο το παροιμιώδες «Vae Victis»: Όταν οι Γαλάτες υπό την αρχηγία του αλαζόνα Βρέννου κατατρόπωσαν τους Ρωμαίους το 387 π.Χ. στη μάχη του Αλία ποταμού, απαίτησαν ως λύτρα 330 κιλά χρυσό, για να αποχωρήσουν από τη Ρώμη. Έντρομοι τότε οι ηττημένοι Ρωμαίοι συμφώνησαν να τα προσφέρουν, για να μην παραδοθεί η Ρώμη στις φλόγες των κατακτητών. Ο Βρέννος αμέσως διέταξε να ζυγιστεί το πολύτιμο μέταλλο με τα δικά του σταθμά, που δεν συμφωνούσαν με τα ρωμαϊκά και έβγαζαν την ποσότητα λιποβαρή.

Στη διαμαρτυρία των Ρωμαίων ότι ο Βρέννος ήταν άδικος, αυτός πέταξε οργισμένος το σπαθί του στη ζυγαριά, προσθέτοντας κυνικά επιπρόσθετο βάρος και καθιστώντας τα δικά του σταθμά ακόμη βαρύτερα. Ήταν τότε που αναφώνησε την περιβόητη φράση «ουαί τοις ηττημένοις», Vae Victis στα Λατινικά, αλίμονο δηλαδή σ’ εκείνους που πρέπει να υποστούν τις συνέπειες της ήττας τους.

Σύντομα όμως οι όροι αντιστράφηκαν. Ο ιστορικός Λίβιος εξιστορεί ότι οι διαπραγματεύσεις για τη μέτρηση του χρυσού διήρκεσαν αρκετό καιρό, ώστε οι Ρωμαίοι κατάφεραν να ανασυνταχθούν υπό τον Ρωμαίο στρατηγό Κάμιλλο Μάρκο Φούριο. Κήρυξε άκυρη τη συνθήκη παράδοσης της Ρώμης στους Γαλάτες, που συντρίβοντάς τους, δικαίως αποκαλείται δεύτερος Ρωμύλος και πατέρας της Ρώμης.

Το δίδαγμα, ασφαλώς, μεταφέρεται από το έδαφος των πολεμικών αναμετρήσεων και των στρατηγημάτων του Πολύαινου στο πεδίο των διπλωματικών διαπραγματεύσεων και των ενδεδειγμένων στρατηγικών. Εκεί όπου πρέπει να επικρατήσει όχι η οργισμένη και πεισματικά ανένδοτη μήνις του Αχιλλέως αντί η μήτις του πολυμελετημένου και πολυμήχανου Οδυσσέως.

Ο «πολύμητις» και «πολύτροπος» Ομηρικός ήρωας, το διαχρονικό πρότυπο της επιβίωσης του Ελληνισμού μέσα από Σειρήνες, Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες, μέχρι την Ιθάκη του προορισμού του. Αυτός ο «φιλέταιρος», κατά τον εθνικής σημασίας χαρακτηρισμό του Μαρωνίτη, που χωρίς να ερίζει, αντιτάσσει με παρρησία στο άδικο του κακού το δίκαιο του κοινού καλού, αποδεικνύοντας έμπρακτα τον απεγκλωβισμό της σκέψης από υπαρκτά ή φαινομενικά διλήμματα και δίνοντας τη λύση μιας ευφυούς τρίτης επιλογής.

Αυτή την Ομηρική νοημοσύνη της γνώσης και της κρίσης, αλλά και της αξιοπρεπούς διεκδίκησης των νομίμων και των δικαίων μας αφουγκραστήκαμε ξανά στην ιστορική και όσο ποτέ άλλοτε επίκαιρη ομιλία του αείμνηστου Κωστή Στεφανόπουλου, που άφησε φεύγοντας πρόσφατα ανεξίτηλες υποθήκες στον Ελληνισμό. Απευθυνόμενος στον τότε πλανητάρχη Κλίντον, προέβλεψε διορατικά τον νεοθωμανικό αναθεωρητισμό για κατάργηση της Συνθήκης της Λωζάννης, κατηγορώντας επίσης την Τουρκία της εισβολής που «συνεχίζει την κατοχή του 38% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας και αρνείται να συμμορφωθεί προς τις αποφάσεις και τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών». Η φωνή του ας ακουστεί στεντόρεια και εσπευσμένη στα ευρωπαϊκά και διεθνή βήματα.