Γεώργιος Περάκης
Μια σπάνια για το είδος της στην Κύπρο αξιόλογη συλλογή από κρητικές μαντινάδες ήλθε στο φως σε καλαίσθητη έκδοση 243 σελίδων την περσινή χρονιά από την Έδρα UNESCO του Πανεπιστημίου Λευκωσίας. Το πόνημα της ανθολόγησης από τα ποιητικά θησαυρίσματα της λαογραφικής εμπνευσμένης παράδοσης και της λεβέντικης λαϊκής ψυχής της Κρήτης ανήκει στον Κρητικό δάσκαλο Γεώργιο Περάκη, ο οποίος δεν παραλείπει να φυτέψει και τα δικά του δίστιχα άνθη «στο περιβόλι τ’ όμορφο της Μαντινάδας», κατά τον ομώνυμο τίτλο του παρόντος βιβλίου.
Το γεγονός ότι δεν δηλώνει την πατρότητά τους, δεν φανερώνει απλώς τη σεμνότητα του ήθους του, αλλά και την ενσυνείδητη πίστη στο συλλογικό πνεύμα της φυλετικής εντοπιότητας με τους ίδιους εύηχους κελαρυσμούς της αέναης «λαλέουσας» πηγής και της αδιάσπαστης συνέχειάς της, απηχώντας μαζί με τα «ριζίτικα» της Κρήτης τα αθάνατα δημοτικά τραγούδια του απανταχού Ελληνισμού.
Αυτό επιβεβαιώνει στην εισαγωγή του ο ανθολόγος-ποιητής, επιμερίζοντας τις μαντινάδες σε δέκα ενότητες, σύμφωνα με το θεματικό τους περιεχόμενο και τα κατά περίπτωση συναισθήματα που αποτυπώνουν: «Οι περισσότερες Μαντινάδες της συλλογής προέρχονται από ακούσματα λαϊκών τραγουδιστών ή απαγγελίες απλών ανθρώπων. Πολύ λίγες φέρουν την προσωπική σφραγίδα του γράφοντος και ανάλογα με το περιεχόμενό τους κατατάσσονται στις παρακάτω κατηγορίες: Μαντινάδες της Αγάπης, του Έρωτα, του Χωρισμού, του Μερακλή, του Κάτω Κόσμου, Σατιρικές, Φιλοσοφικές, της Κρήτης, του Γάμου και Διάφορες άλλες».
Εντούτοις, πολλών μαντινάδων τα νοήματα τέμνονται σε επάλληλους θεματικούς κύκλους. Ειδικότερα, για τα διαλεκτικά αυτά κρητικά δίστιχα σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, που τραγουδιούνται και χορεύονται σε καθημερινές και εορταστικές εκδηλώσεις, υπενθυμίζει ότι συχνά λαμβάνουν μορφή “αντιπαράθεσης” μεταξύ δύο ή περισσότερων μαντιναδολόγων.
Συμπληρωματικά, ο συντοπίτης του Γιώργος Μαυροειδής και Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, χαιρετίζοντας την έκδοση, προσθέτει σχετικά με την πολιτισμική και βιωματική ιδιαιτερότητα της μαντινάδας: «Μέσα από τις μαντινάδες αναδύεται η θρησκευτική, γλωσσική, λαογραφική και πολιτισμική συνέχεια της Κρήτης. Ο ήλιος, η θάλασσα, οι χαρές, οι λύπες, ο έρωτας […] συνυπάρχουν με καθαρότητα στα κρητικά δίστιχα…».
Τόσο τις ειδολογικές σχέσεις των μαντινάδων και των κυπριακών διαγωνιστικών ασμάτων, των «Τσιαττιστών», όσο και τους παράλληλους βίους και τους κοινούς αγώνες των δύο «μοιρόγραφτων κέντρων» του Ελληνισμού, για να μιλήσουμε στη γλώσσα του μεγάλου Κρητικού Νίκου Καζαντζάκη, ο Αιμίλιος Σολωμού, Διευθυντής Έδρας UNESCO και Εκτελεστικός Αντιπρόεδρος Διοίκησης του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, χαρακτηριστικά επισημαίνει στο δικό του προλογικό σημείωμα, αιτιολογώντας την αναγκαιότητα μιας τέτοιας έκδοσης εν όψει της ισοπέδωσης από την πολιτισμική παγκοσμιοποίηση: «Αντίσταση σ’ αυτόν τον οδοστρωτήρα της πολιτισμικής διαφορετικότητας αποτελούν και τα κρητικά δίστιχα-μαντινάδες που, πέρα από την καλλιτεχνική τους αξία, διατηρούν ζωντανή και ανόθευτη μια πλούσια λογοτεχνική παράδοση, η οποία αγγίζει πολλές φορές τα όρια του φιλοσοφικού στοχασμού».
Μέσα από τη συσχέτιση των κρητικών και κυπριακών παραδοσιακών αυτών τραγουδιών θα μπορούσαν να στοιχειοθετηθούν, κατά θεματική κατηγοριοποίηση, εξόχως, ενδιαφέρουσες εμπεριστατωμένες μελέτες και να εξαχθούν αξιόλογα συμπεράσματα φιλολογικής αποτίμησης της κοινής πνευματικής κληρονομιάς, που συνδέει με άρρηκτους εθνικούς και πολιτισμικούς δεσμούς τους δύο νησιωτικούς λαούς, της Κρήτης και της Κύπρου. Ωστόσο, εδώ περιοριζόμαστε στην ενδεικτική σταχυολόγηση Μαντινάδων από τον συγκεντρωτικό τόμο, που με άοκνο ζήλο συστηματικής εργασίας εκπονήθηκε από τον Γεώργιο Περάκη:
«Τα σίδερα σκουριάζουνε, τα ξύλα λαθρακιούνε/κι αγάπες που ’ναι ψεύτικες λίγο καιρό κρατούνε». «Ο θάνατος πολλές φορές τσοι δυστυχείς λυτρώνει,/όνειρα, πίκρες και καημούς μέσα στη Γη τα χώνει». «Σαν του τροχού το γύρισμα είν’ η ζωή τ’ ανθρώπου/και μένει μόνο το καλό του τιμημένου κόπου». «Κοπιάσετε στην Κρήτη μας, μια τσικουδιά να πιείτε/και με τσι μαντινάδες μας να ξεκουζουλαθείτε. «Ποτέ τα νύχια τ’ αετού χώμα δεν τα λερώνει/πάνω στο χιόνι πορπατεί απού ποτέ δε λιώνει». «Αρισμαρής, φασκομηλιά, ρήγανι και φλισκούνι,/θυμάρι, δάφνη και μυρθιά τρυπούνε μου τ’ αρθούνι».
Από τον Ψηλορείτη μέχρι τον Πενταδάκτυλο ακούγεται μια άλλη μαντινάδα αδελφικής αντρειοσύνης: «Κύπρος, νησί της ομορφιάς, εχθρούς να μη φοβάσαι,/η Κρήτη είναι πλάι σου κι ήσυχα να κοιμάσαι».




