Ποια η σχέση της φιλοσοφίας με τον σύγχρονο κόσμο και ποια η επίδρασή της στην ανελικτική του πορεία; Στη γενικότητα της διατοπικής του εμβέλειας προέχει το ρητορικό καίριο ερώτημα, η εκ προοιμίου αποφατική απάντηση του οποίου συνεπάγεται τη διερεύνηση των αιτίων και αιτιατών μιας τέτοιας απογοητευτικής διαπίστωσης.
Εφόσον το ζήτημα που τίθεται δεν είναι αν στοιχειωδώς προβληματίζονται σήμερα οι άνθρωποι και υποτυπωδώς αποφαίνονται πάνω σε κρίσιμες πτυχές του υπαρξιακού τους βίου, αλλά πόσο φιλοσοφημένα αναστοχάζονται τα πράγματα, ασκώντας ως σκεπτόμενα πρόσωπα τον απαιτούμενο κριτικό έλεγχο της διαχείρισής τους. Πού θεμελιώνουν τα αξιολογικά τους κριτήρια και επί τη βάσει ποιας συλλογιστικής δύνανται να διακρίνουν, να επιλέγουν είτε να απορρίπτουν, να αναλύουν, να συνθέτουν και να ανασυνθέτουν επαγωγικά από τα καθέκαστα στα καθόλου, κατά τον Αριστοτέλη;
Σε ποιο βαθμό, κυρίως, συναντώνται και διαλέγονται όχι ως άτομα μιας συμβατικής πολιτειακής συνύπαρξης ή πολυπολιτισμικής κοινότητας, παρά ως συμπολίτες ενός συλλογικού φιλοσοφικού συνειδέναι κοινωνικής μέθεξης; Ποιον εντέλει σεβασμό αποδοχής και ενσυναίσθησης αποδίδουν στον έτερον της διαφορετικότητας, καθιστώντας τον εταίρον Εμπεδόκλειας φιλότητας;
Τα φαινόμενα, δυστυχώς, δεν απατούν, όταν γύρω μας οργιάζει ο μαζικός μιμητισμός και η ημιμάθεια, ίσον η αμορφωσιά της εξειδικευμένης και ανεπαρκούς εκπαίδευσης, ο αφιλοσόφητος ατομικισμός και η δοκησισοφία του ξύλινου πολιτικού λόγου αντί της πραγματικής παιδείας και της μορφωτικής καλλιέργειας, της διαλεκτικής αναζήτησης και της φιλοσοφικής α-λήθειας για την κατάκτηση των ηθικοπνευματικών αξιών ως τρόπων ζωής και καθημερινής πράξης.
Τα δυσαναπλήρωτα αυτά κενά και τα αξιοθρήνητα ελλείμματα από την απουσία της φιλοσοφίας, όχι κατ’ ανάγκην ως εντρύφησης στα παλαιότερα συστήματα και στα νεότερα έως τα μετανεωτερικά της ρεύματα, αλλά ως γνωστικής λειτουργίας στο «γνώθι σαυτόν» και βιωματικής εμπειρίας στο φιλοσοφείν, υποκαθιστούν, προφανώς, άλλα ηχηρά και ουδόλως παρόμοια: η ανερμάτιστη απερισκεψία, η τυχάρπαστη ανοησία και η συνθηματολογία της προπαγάνδας και της διαφήμισης, η τηλεοπτική εικόνα, η ανούσια φλυαρία και η εικονική πραγματικότητα του διαδικτύου.
Και διερωτάται κανείς: ποιος ο στόχος του σχολείου, αν η Φιλοσοφία ως μάθημα επιλογής δεν επιλέγεται από τους μαθητές της κλασικής κατεύθυνσης και ποιος ο ρόλος των ΜΜΕ με τις σποραδικές έως ανύπαρκτες φιλοσοφικές συζητήσεις; Ας ληφθεί υπ' όψιν ότι στο BBC υπήρχαν εκπομπές με καθηγητές Φιλοσοφίας που είχαν τεράστια απήχηση. Πού είναι λοιπόν οι στοχαστές και οι φιλόσοφοι της ενδιάθετης σκέψης και της συγκροτημένης διανόησης πλην των ελαχίστων διδασκόντων σε πανεπιστημιακές σχολές και των έγκλειστων του σπουδαστηρίου;
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι αποκλειστικά κυπριακό ούτε και τωρινό, αν κρίνουμε από τις επικρίσεις που διατυπώνει ο Νίτσε εν έτει 1873. Συγκεκριμένα, στο έργο του για τους προπλατωνικούς φιλοσόφους διακηρύσσει ότι θέση για τη Φιλοσοφία δεν υπάρχει καμιά απολύτως στην εποχή του, που απηχεί και τη δική μας με την ολοένα μείωση των φιλοσοφικών εδρών τόσο στην ίδια τη Γερμανία όσο και σε πλείστες άλλες χώρες. Σημειώνει μεταξύ άλλων: «Μια εποχή πάσχουσα από τη λεγόμενη γενική […] μόρφωση, τι να την κάνει την φιλοσοφία!
Ακόμα και αν η ίδια η Αλήθεια αυτοπροσώπως την διατυμπάνιζε σε δρόμους και πλατείες - και πάλι δεν θα ’ξερε τι! Τέτοιους καιρούς η φιλοσοφία δεν είναι παρά ο μονόλογος κάποιου μοναχικού περπατητή, περιστασιακό λάφυρο του ενός, απόκρυφο μυστικό κλειστού δωματίου, ανώδυνη φλυαρία μεταξύ γέρων ακαδημαϊκών ή παιδαρίων», καταλήγοντας με την κατηγορηματική ετυμηγορία της προτροπής του: « Αποκτήστε πρώτα πνευματική καλλιέργεια και τότε θα μάθετε τι θέλει και τι μπορεί η φιλοσοφία!».
Τη φιλοσοφία θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε με ένα απέραντο πεδίο, όπου ασκούνται οι μαγνητικές δυνάμεις των θετικών και μεταγενέστερων θεωρητικών επιστημών ή όπως ο Ράσελ ευστόχως την παρέβαλε με μια δεξαμενή γνώσεων, που είναι ακόμη ανέτοιμες προς εξειδικευμένη επιστημονική διαπραγμάτευση. Άρα ως πηγή της διεπιστημονικής γνώσης θεωρείται η επιστήμη των επιστημών υπό την έννοια ενός αέναου φιλοσοφικού στοχασμού βαθέων ερωτημάτων επί παντός επιστητού, που δεν επιδέχονται, ωστόσο, οριστικές και δογματικές απαντήσεις.
Η γνώση πάνω στη γνώση, υπερβαίνοντας τα όρια των δυνατοτήτων της και ανοίγοντας καινούργιους δρόμους δημιουργικών οραμάτων. Δεν διδάσκεται μόνο μέσα από τους κλάδους της, την Οντολογία, Ηθική, Γνωσιολογία, Αισθητική, Μεταφυσική, αλλά και παιδαγωγεί διαδραστικά στα πλαίσια των άλλων επιστημονικών αντικειμένων, εξετάζοντας πέρα από το εννοιολογικό το δεοντολογικό τους περιεχόμενο.
Προσφυή παραδείγματα η Φιλοσοφία όχι ως ancilla theologiae, κατά τους σχολαστικούς του Μεσαίωνα, αλλά της Θρησκείας, μελετώντας τα προβλήματά της, όπως και η Πολιτική Φιλοσοφία, που αλληλένδετα συνάπτεται με την Ηθική, το Δίκαιο και τους Νόμους. Δικαιοσύνη δεν είναι «το του κρείττονος συμφέρον», αλλά το κοινό καλό με σκοπό την αρμονική διαβίωση και προαγωγή των ανθρωπίνων κοινωνιών.
Ο άνθρωπος με όσα χαώδη, επισφαλή και απάνθρωπα συμβαίνουν γύρω του δεν μπορεί να μείνει έξω από το μαγνητικό πεδίο της φιλοσοφίας, η οποία δεν περιορίζεται σε οχυρά απόμακρης θεωρητικής γνώσης και στην από καθέδρας ατελέσφορη διδασκαλία. Από τον καιρό του Σωκράτη εκμαιεύει από την ψυχή και τον νου τις άπειρες πνευματικές του δυνάμεις και τις διαμορφώνει σε πράξη νοηματοδότησης ενός ανώτερου βίου. Φτάνει να μη μείνει στο επίπεδο του homo technicus ή του homo economicus, επιλέγοντας την κλίμακα των ανθρωπιστικών αξιών και εφαρμόζοντας τη Σωκρατική υπόμνηση: «ο δ’ ανεξέταστος βίος ου βιωτός ανθρώπω».




