Πολύδωρος Παπαϊακώβου
Ο Πολύδωρος Παπαϊακώβου είναι ένας φέρελπις ποιητής, που, αντί της μαζικής στιχογραφίας και της συχνής δημοσιοποίησης, επιλέγει την ποιοτική ολιγογραφία μιας ωριμάζουσας έως ώριμης συγκομιδής, για να συγκαταριθμείται ως προσωπική κατάθεση είτε, κατά τον ίδιο, «φωνή των κρυφών νοημάτων» και «σκότος πεφωτισμένο» στις πρώτες δύσβατες αναβαθμίδες της ποιητικής κλίμακας. Εξ ου και οι μέχρι τούδε δύο αξιοπρόσεχτες συλλογές του με τους αλληγορικούς τίτλους, που νοηματοδοτούνται από το περιεχόμενο των ποιημάτων τους: «περσεφόνης αγάλματα» (2010) και «ειμαρμένης δοξολογία» (2010).
Γεννημένος στην Αμμόχωστο, δεν ήταν παρά δύο και κάτι χρονών τις μέρες της άλωσης της πόλης και της πικρής προσφυγιάς, που αν δεν την έζησε στο μεδούλι, διαπέρασε, εντούτοις, βαθιά τον ψυχισμό του ως ζωντανή αναπαράσταση βιωματικής μνήμης μέσα από τις αναδιηγήσεις της πατρογονικής εστίας. Εκτός από τις ποιητικές του θαλασσογραφίες, που εικονογραφούν σκηνικές αναπλάσεις της θαλασσοφίλητης γενέτειρας, ο άρρηκτος ομφάλιος λώρος προσλαμβάνεται αμεσότερα σε τρία ποιήματα της πρώτης συλλογής, καθώς το πιστοποιούν ενδεικτικά οι στίχοι:
«άρθρωσα τις λέξεις μου τις πρώτες/σε φώναξα/άκουσα τα πρώτα παραμύθια/σε γνώρισα/[…]/κάθε που σ’ αντικρίζω/δακρύζω» («πόλη της άμμος»). «ύστερα χάιδεψα τα μάρμαρα/ύστερα έκλαψα γοερά/με ήχο φλογέρας/η αρμύρα, με παρηγόρησε πρώτη/η άμμος, με αγάπησε πρώτη/με βήμα βαρύ/το φίδι, έφευγε ηττημένο και λαβωμένο» («τευκρίδη κάθοδος»). «στέγνωσε η αρμύρα/στα πετρωμένα χείλη/ποιος χάιδεψε τα μάρμαρα/για τελευταία φορά;» («σαλαμίνιος»). Προδήλως, η Περσεφόνη, μυθολογικό σύμβολο, που θεοποιεί και απομυθοποιεί ταυτόχρονα τον κύκλο της ζωής, της αναγέννησης και της αιωνιότητάς της, ταυτίζεται στη συνείδηση του ποιητή με την πόλη του, προσβλέποντας στην απελευθέρωση της ανάστασής της και εμφυσώντας στα «μαρμαρωμένα» αγάλματά της πνοή ζωής.
Αμμοπολίτης, τευκρίδης και σαλαμίνιος ο Λεμέσιος πάροικος, αλλά και παροικών την ποιητική Ιερουσαλήμ δοξολογεί την ειμαρμένη της ποιητικής τέχνης ως τρόπο δημιουργικής κατάφασης της ζωής στην ομώνυμη δεύτερή του συλλογή, που ευδόκησε να εκδοθεί σε άρτια καλλιτεχνική επιμέλεια, σχεδιαστική και τυπογραφική, κάτω από το επαγγελματικό αισθητήριο των εκδόσεων Νόστος. Εμβληματική η ανάγλυφη ανθρωπόμορφη αποτύπωση στο λευκό εξώφυλλο, εμπνευσμένη από κυπριακό αγγείο της πρώιμης εποχής του χαλκού και εναρμονισμένη με την αφαιρετική λιτότητα ενός αποφθεγματικού φιλοσοφικού στοχασμού, που διαπνέει τα 19 εδώ ολιγόστιχα ως επί το πλείστον ποιήματα.
Κατ’ αρχήν, σε συνήχηση με τους ως άνω επιλεγμένους στίχους, που μαρτυρούν την εντοπιότητα του Αμμοχωστιανού του οράματος, σχολιάζουμε τον μη τυχαίο αρχαιοπρεπή τίτλο του ποιήματος «θέμενον». Ο παράδοξος φαινομενικά β΄ μέσος αόριστος της μετοχής τού «τίθημι/τίθεμαι» είναι ευεξήγητος από τα ποιητικά συμφραζόμενα, εφόσον ο ποιητής έχει θέσει-καταθέσει τον εαυτόν του εκεί όπου ταυτωνυμικά και υπαρξιακά ανήκει, παραπέμποντας στη γη του και συνεκδοχικά στο θέατρο και πάλι της Σαλαμίνας: «θεάτρου το κοίλο/γαίας η πέτρα/θόλου ουρανίου/γλυπτών το ανάστημα/[…]/κερκίδες και διαζώματα/χαλκός και θάλασσα η νοητή/[…]/μνημονέψατε τεύκρο/μνημονέψατε εκάβη/μνημονέψατε την πόλη». Εξάλλου, στους ακροτελεύτιους στίχους του ποιήματος «εκάτη εννέα ημερών» αναφωνεί με δέος θαυμασμού και λυτρωτικής ανάτασης: «ένα πέτρινο θέατρο υπερέχει/το φως, πάνω απ’ το σκηνικό είναι…».
Ο ποιητής «προσδοκώντας τη Γνώση των σπασμένων αγαλμάτων» και όχι οποιαδήποτε γνώση, αλλά ως Πλατωνική ανάμνηση ή κατά το προανάκρουσμα του πρώτου ποιήματος «ορφέα ανάμνηση», υπαινίσσεται τον διακαή πόθο της ανακάλυψης του γενέθλιου τόπου. Για τούτο και βρίσκεται συνεχώς «εν πλω», όπως διαμηνύει το ομώνυμο ποίημα, αντικαθιστώντας τη λήθη με τη μνήμη: «το μελάνι στέγνωσε στο πανί της καντάρας και πάνω μου».
Ωστόσο, δεν παύει να αναζητεί και άλλα κομβικά σημεία-σταθμούς του αέναου ταξιδιού του, να ερωτά και ν’ απορεί, να μαθαίνει, ν’ αναστοχάζεται και να αποκρυπτογραφεί στην ανακύκληση της «ειμαρμένης», υπό την έννοια όχι μιας αναπότρεπτης αναγκαιότητας, αλλά κατά την Ηρακλείτεια ροή της εναρμόνιας αναλογίας. Σημειολογικά ευανάγνωστοι οι στίχοι του ποιήματος «γαλήνη», στην οποία αφιερώνεται η συλλογή και όπου ο «Ήλιος» εξακτινώνει το νοηματικό φορτίο της παντοδυναμίας του: «γυρίζουν οι άνεμοι κατά πως μπαίνει η άνοιξη/τ’ αγάλματα απονίπτονται στον έφηβο Ήλιο».
Με συνοδοιπόρο έναν τέτοιο Ήλιο θ’ αναμένουμε από τον Πολύδωρο Παπαϊακώβου την τρίτη του ποιητική συλλογή.




